Ολος ο πλανήτης ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση
ΕΕ ΚΑΙ ΝΑΤΟ,
ΑΛΛΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Κανείς, πουθενά, δεν διατηρεί την παραμικρή αυταπάτη για το εάν και κατά πόσο οι Αμερικανοί χρειάζονται σήμερα στρατιωτική στήριξη από τους Ευρωπαίους ή οποιονδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένου του ΝΑΤΟ, για να εξαπολύσουν και να κερδίσουν τους πολέμους τους. Όπως άλλωστε αφοπλιστικά παραδέχθηκε ο Σρέντερ στην Πράγα, «η απόσταση που μας χωρίζει από τις ΗΠΑ σε στρατιωτικό επίπεδο είναι τόσο μεγάλη που, πρακτικά, δεν πρόκειται να καλυφθεί ποτέ».
Αλλά και να μην το παραδεχόταν, τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: Η Ουάσινγκτον θα ξοδέψει για το τρέχον έτος 376 δισεκατομμύρια δολάρια για τη συντήρηση και την περαιτέρω ισχυροποίηση της πολεμικής της μηχανής, με προοπτικές νέας μεγάλης αύξησης του προϋπολογισμού για το 2003, τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσό για όλες μαζί τις ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ μόλις που φτάνει τα 140 δισεκατομμύρια. Παράλληλα, οι Αμερικανοί επενδύουν στην ενσωμάτωση στα οπλικά τους συστήματα και της τελευταίας λέξης των επιτευγμάτων της επιστήμης, εκμεταλλευόμενοι την πρωτοκαθεδρία τους στις νέες τεχνολογίες και τον έλεγχο στην έρευνα και τη γνώση, ενώ δίνουν μεγάλη έμφαση στη συγκρότηση ενός στρατού ταχείας επέμβασης, ικανού να διεξάγει ταυτόχρονα περισσότερους από δύο πολέμους σε διάφορα σημεία του πλανήτη, όπως απαιτεί και το ισχύον «αμυντικό» τους δόγμα.
Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι συντηρούν πολυπληθείς και άχρηστους σε γενικές γραμμές και για τα σημερινά δεδομένα στρατιωτικούς μηχανισμούς, ενώ υπολείπονται δραματικά σε μέσα που θα τους επιτρέψουν να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον. Μάλιστα, η βαθιά κρίση που διέρχονται οι οικονομίες της Γηραιάς Ηπείρου, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα μιας επιθετικής φυγής προς τα εμπρός, ανάλογης με αυτήν που έχουν υιοθετήσει οι ΗΠΑ στο πλαίσιο του «πολεμικού καπιταλισμού», απομακρύνουν ακόμα περισσότερο το ενδεχόμενο αλλαγής των συσχετισμών, παρά τις έντονες πιέσεις που ασκούν οι Αμερικανοί για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών των Ευρωπαίων.
Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, το ΝΑΤΟ είναι φανερό ότι έχει πάψει οριστικά να λειτουργεί κυρίως ως μηχανή πολέμου άλλωστε, επρόκειτο για έναν τίτλο που είχε πάντοτε στα χαρτιά και δεν τον απέδειξε ποτέ στην πράξη. Οι ΗΠΑ έχουν, προ πολλού, κατακτήσει μια ανεπανάληπτη στην ιστορία στρατιωτική ισχύ και αυτοδυναμία έναντι όλων των υπόλοιπων, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι αυτό δεν θα αλλάξει σύντομα. Δείχνουν δε αποφασισμένες να μην αφήσουν ούτε μία χαραμάδα ελπίδας στους ανταγωνιστές τους, ότι θα μπορέσουν κάποτε να τις κοιτάξουν στα μάτια, ότι θα μπορέσουν και αυτοί, με τις δικές τους δυνάμεις, να εξαπολύουν πολέμους, να ανατρέπουν εχθρικά καθεστώτα και να εγκαθιδρύουν άλλα, φιλικά προς αυτούς, να ανοίγουν το δρόμο για τις επιχειρήσεις τους και να αποκτούν αυτοτελή πρόσβαση στις ενεργειακές δεξαμενές του πλανήτη.
Ακόμα και τον ευρωστρατό επιχειρούν, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, να σαμποτάρουν οι Αμερικανοί, παρ όλο που γνωρίζουν ότι ακόμα και αν καταστεί επιχειρησιακά έτοιμος δεν υπάρχει περίπτωση να απειληθεί η ηγεμονία τους. Στην Πράγα, λοιπόν, επέβαλαν την απόφαση για τη δημιουργία μιας δύναμης ταχείας επέμβασης του ΝΑΤΟ η οποία, αν και επίσης δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει το ρόλο του αμιγώς αμερικανικού στρατού στη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων, θα διεκδικήσει από τους Ευρωπαίους πόρους και έμψυχο υλικό που θα καταστήσουν ακόμα πιο δύσκολη έως ανέφικτη υπόθεση τη συγκρότηση και λειτουργία του ευρωστρατού.
Το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, όμως, μπορεί στην Πράγα να ολοκλήρωσε και τυπικά την αλλαγή που ξεκίνησε πριν από δεκατρία χρόνια, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ωστόσο δεν πέθανε ούτε πνέει τα λοίσθια, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται. Αντιθέτως, η Ουάσινγκτον, που είναι το μεγάλο αφεντικό, θα επιχειρήσει τα επόμενα χρόνια να αναβαθμίσει την παρουσία του ΝΑΤΟ σε τρεις τουλάχιστον τομείς: Πρώτον, ενισχύοντας την πολιτική του συνιστώσα. Δεύτερον, διατηρώντας και βαθαίνοντας τους δεσμούς με ένα επιλεγμένο τμήμα του στρατιωτικού μηχανισμού των χωρών-μελών, οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίζουν στους Αμερικανούς μια δεξαμενή για τη στρατολόγηση πρακτόρων, άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες, αλλά και επηρεασμό των εξελίξεων, συνεχίζοντας τις ευγενείς παραδόσεις της Γκλάντιο. Και τρίτον, συνεισφέροντας στην ισχυροποίηση της αμερικανικής παρουσίας και επιρροής προς Ανατολάς, κυρίως δηλαδή στις πλούσιες σε ενεργειακά κοιτάσματα χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, οι οποίες άλλωστε βρίσκονται ήδη στο σύνολό τους στον προθάλαμο του ΝΑΤΟ, συμμετέχοντας σε σχήματα όπως ο λεγόμενος «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη».
Ειδικά ο πρώτος τομέας, δηλαδή η ενίσχυση της πολιτικής συνιστώσας του ΝΑΤΟ, αποκτά επιτακτική σημασία για τους Αμερικανούς καθώς το ρήγμα στις σχέσεις τους με τους Ευρωπαίους, και πρωτίστως τους Γερμανούς, μεγαλώνει διαρκώς και τείνει να γίνει αγεφύρωτο. «Το στοιχείο που παλιότερα ένωνε τα μέλη του ΝΑΤΟ είναι το ίδιο που τώρα τα χωρίζει
η αντίληψη γύρω από τις παγκόσμιες απειλές και τον τρόπο αντιμετώπισής τους», γράφει χαρακτηριστικά στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο Ζ. Μπέικερ, ένας από τους πλέον γνωστούς αναλυτές. «Αυτές τις ημέρες, πολλοί σύμμαχοι δεν αισθάνονται τόσο ως οδηγούμενοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο ως ποδηγετούμενοι
γι αυτούς τους συμμάχους, η επίδειξη της αμερικανικής ισχύος έχει μετατραπεί, από πηγή προστασίας και ασφάλειας, σε αιτία δυσφορίας και αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα που χρήζει λύσης», ισχυρίζεται με τη σειρά του από τις σελίδες του περιοδικού Φόρεϊν Αφέαρς ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ.
«Οι ΗΠΑ θα είναι ταυτόχρονα νομοθέτης, δικαστής και εκτελεστής», είναι ο τίτλος καυστικού σχολίου του βρετανικού Γκάρντιαν που αναφέρεται στις αλλαγές στο ΝΑΤΟ, ενώ το γερμανικό Σπίγκελ, όπως αναμενόταν άλλωστε, δεν μάσαγε τα λόγια του: «Πίσω από την εμφανώς μικροπρεπή διαμάχη για τις στρατιωτικές δαπάνες και τα σώματα στρατού, πίσω από τους λεκτικούς ακροβατισμούς και τις ασκήσεις καθυστέρησης, δεν βρίσκεται μόνο η τρύπα του προϋπολογισμού που υπάρχει σε ορισμένες χώρες, αλλά μια θεμελιώδης διαφωνία ανάμεσα στους Αγγλοαμερικανούς και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους».
Πραγματικά, ολοένα και περισσότεροι υποχρεώνονται να αναγνωρίσουν ότι το ΝΑΤΟ είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για τις ΗΠΑ σε ένα περιβάλλον διαρκώς εντεινόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ειδικά απέναντι στους Ευρωπαίους, το ΝΑΤΟ αποτελεί ουσιαστικά το αντίπαλο δέος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ελέγχεται από το Βερολίνο.
Δεν είναι διόλου τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι ΝΑΤΟ και ΕΕ διευρύνονται ανταγωνιστικά, προς την ίδια κατεύθυνση και εντάσσουν στους κόλπους τους τις ίδιες χώρες. Μόνο που, για να λέμε την αλήθεια, το πρώτο έχει αποκτήσει ένα μικρό προβάδισμα, καθώς η ένταξη σε αυτό γίνεται εύκολα, με μια απλή δήλωση υπακοής στην Ουάσινγκτον, και δεν απαιτεί επώδυνες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Πολύ περισσότερο που πρόκειται για μεταρρυθμίσεις οι οποίες, σε συνδυασμό με τα αισθήματα μίσους και απέχθειας που εξακολουθούν να υπάρχουν σε εκατομμύρια Ευρωπαίους απέναντι στους Γερμανούς, είναι υπεύθυνες για το γεγονός ότι, αν και πλησιάζει η ώρα της ένταξης στην ΕΕ, ισχυροποιούνται οι τάσεις «ευρωσκεπτικισμού» στις περισσότερες από τις υποψήφιες χώρες.
Η γερμανική αστική τάξη έχει κάθε λόγο να σκυλιάζει από το κακό της και για έναν ακόμα λόγο: Ενώ θα κληθεί να πληρώσει με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ την υλοποίηση του στρατηγικού της σχεδίου για διεύρυνση της ΕΕ με εκείνες τις χώρες που η ίδια ονομάζει «ζωτικό χώρο», οι Αμερικανοί επιχειρούν από τώρα να βάλουν στα ταμεία των δικών τους επιχειρήσεων μεγάλο μέρος αυτών των κεφαλαίων, υποχρεώνοντας
μέσω του ΝΑΤΟ όλους αυτούς τους ταλαίπωρους να αλλάξουν το σοβιετικής προέλευσης οπλοστάσιό τους με τα αμερικανικά προϊόντα. Προϊόντα, μάλιστα, τα οποία συχνά προέρχονται από απόσυρση, καθώς θεωρούνται άχρηστα πλέον στις ΗΠΑ.
Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά δεν είναι παρά τα πρώτα-πρώτα επεισόδια ενός θρίλερ με άδηλη κατάληξη. Και αυτό είναι κάτι που δεν θα αλλάξει όσο και αν στις συνόδους κορυφής που θα έρθουν, τα κεφάλαια των αποφάσεων που αφορούν τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ξεκινούν με τη φράση «Αμερικανοί και Ευρωπαίοι μοιράζονται τα ίδια στρατηγικά συμφέροντα». Εκτός και αν οι συντάκτες τους εννοούν ως κοινό συμφέρον την κατάπνιξη κάθε μορφής αντίστασης, την καταστολή εν τη γενέσει του κάθε εργατικού ή νεολαιίστικου σκιρτήματος, την ακύρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος αστικού κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού. Τότε, πράγματι, πρόκειται για μια Ιερή Συμμαχία, με κοινά στρατηγικά συμφέροντα.
Μήλον της έριδος η Τουρκία
«Η πορεία της Τουρκίας προς τη Δύση αποτελεί για εμάς υπόθεση εθνικού συμφέροντος», δήλωσε κατηγορηματικά ο Σρέντερ στην Πράγα. Ανάλογη είναι η στάση πολλών Γάλλων οι οποίοι, αν και προσεκτικοί επισήμως, αναθεματίζουν τον συμπατριώτη τους Ντ Εστέν για τις δηλώσεις του περί αλλόθρησκων που απειλούν το χριστιανικό κλαμπ. Όσο για τις ΗΠΑ, είναι ηλίου φαεινότερο ότι η Τουρκία είναι
σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ το αγαπημένο τους παιδί. Γι αυτό, εξάλλου, στη διάρκεια της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ, άσκησαν ασφυκτικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους, ειδικά Γερμανούς και Γάλλους, προκειμένου να δώσουν συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Κοπεγχάγη. Η Τουρκία έχει αναδειχθεί σε έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους στο πλέγμα των σχέσεων ΗΠΑ-Ευρώπης. Και, ως τέτοια, αποτελεί μήλο της έριδος για αμφότερους, κανείς από τους οποίους δεν διακινδυνεύει να τα σπάσει μαζί της.
Άλλωστε, η επικείμενη επίθεση εναντίον του Ιράκ εγκυμονεί μεγάλες αλλαγές στον πολιτικό χάρτη της περιοχής και δεν επιτρέπει ακροβατισμούς.
Η Αγκυρα, εγκαταλείποντας τη στάση αναμονής, ξεκαθάρισε αυτήν την εβδομάδα ότι προτίθεται να εισβάλει στο βόρειο Ιράκ μόλις ξεκινήσει ο πόλεμος, προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία αυτόνομου κουρδικού κράτους. Αλλά έτσι, θα εκπληρωθούν δύο από τους πιο διακαείς και διαχρονικούς πόθους της τουρκικής αστικής τάξης: Αφενός, ο έλεγχος των πλούσιων σε πετρέλαιο περιοχών της Μοσούλης και του Κιρκούκ και, αφετέρου, η ολοκληρωτική σχεδόν κηδεμονία των Κούρδων. Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, βλέποντας ότι μόνο με αυτό το αντάλλαγμα θα κερδίσει την πλήρη υποστήριξη των Τούρκων, ανάβει πράσινο φως στα επεκτατικά σχέδια της Αγκυρας.
Οι Ευρωπαίοι θα είναι υποχρεωμένοι να πίνουν για καιρό ακόμα το πικρό ποτήρι, παρ όλο που γνωρίζουν πως όσο περισσότερο χώρο δίνουν στην Τουρκία τόσο αυξάνουν οι δυνατότητες παρέμβασης των Αμερικανών στα του οίκου τους. Εάν όμως και όταν αποδειχθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δεν υπάρχουν ελπίδες να πάρουν την
Άγκυρα με το μέρος τους και εφόσον οι σχέσεις με τις ΗΠΑ επιδεινωθούν περαιτέρω, θα έρθει η ώρα της ρήξης. Κάτι που θα προκαλέσει νέο σοκ και στα ελληνοτουρκικά...
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση