Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

ΠΟΛΙΤΙΚΑ

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 


 

 

 

 




 

 

 

17ο Συνέδριο του ΚΚΕ: Βήμα προς τα εμπρός ή σημειωτόν;

                                                                       Του Σάββα Μιχαήλ

       Το 17ο Συνέδριο του ΚΚΕ, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, άρχισε, διεξάγει τις εργασίες του κι εγγράφεται πλέον κι αυτό με την σειρά του στην μακριά ιστορία των κομματικών Συνεδρίων. Το ερώτημα για τα μέλη του και τους οπαδούς του, για τους φίλους του και τους εχθρούς του, τους πολιτικούς του αντιπάλους  από τα δεξιά κι από τ’  αριστερά, είναι διπλό: αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός, μακριά από την ιδεολογικο-πολιτική, την οργανωτική ή και την εκλογική στασιμότητα(κατ’ άλλους, την οριακή, πάντως μη ικανοποιητική, βελτίωση) των τελευταίων χρόνων; Ή, είναι βήμα σημειωτόν σε ένα βάλτο, και μάλιστα όταν συντελούνται ραγδαίες μεταβολές παγκόσμια και στη χώρα;

      Απάντηση δεν μπορεί να δοθεί κατά τις ιδεολογικές προτιμήσεις και τις πολιτικές ευχές του καθενός. Υπάρχουν κριτήρια αντικειμενικά. Πόσο αντέχει ο προσανατολισμός του 17ου Συνεδρίου μέσα στην όλη πολιτικοοικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο διεθνής ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός στην Ελλάδα; Και πόσο θα αντέξει στο κριτήριο ιστορικής πράξης, της οξυνόμενης διεθνώς και εθνικά ταξικής πάλης;

       Απ’ αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον και σημασία ότι παρά τους ασφυκτικούς γραφειοκρατικούς ελέγχους, έστω και θαμπά, τα ζητήματα στρατηγικής πρόβαλλαν με τον τρόπο τους στη διάρκεια της προσυνεδριακής συζήτησης.

        Όπως αναγνώρισαν κι άλλοι, μαζί κι οι κοντυλοφόροι της αστικής τάξης αλλά κι οι διαρκώς αλλοιθωρίζοντες προς την μεριά του Περισσού, δύο κύριες τάσεις διαφάνηκαν στον σπασμένο καθρέφτη του διαλόγου, στα συμφραζόμενα κι ανάμεσα στις γραμμές των κειμένων που δημοσιεύτηκαν. Πολώνονται σε διαφορετικά σημεία της ίδιας στρατηγικής, όπως προγραμματικά διατυπώθηκε από το 1996, όταν με καθυστέρηση δεκαετιών αναγνωρίστηκε ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επικείμενης επανάστασης.

        Η μία τάση τονίζει την πάλη για τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού και γι’ αυτό δίνει έμφαση σε ό,τι οι Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ (Οκτώβρης 2004) ονόμασαν «βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου του ελληνικού καπιταλισμού»  (Θέση 9). Η άλλη, αντιθέτως, θεωρεί ότι οποιαδήποτε έμφαση στην αμεσότητα της πάλης για το σοσιαλισμό φοβίζει εν δυνάμει συμμάχους, αδυνατίζει κι απομακρύνει το πρωταρχικό και προκαταρκτικό βήμα της συγκρότησης του περίφημου ΑΑΔΜ, του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου που όλο γι’ αυτό μιλάει το ΚΚΕ κι όλο δεν φαίνεται ούτε η σκιά του στο ορίζοντα. Ως εκ τούτου, το σημείο της κομματικής στρατηγικής που τονίζει η δεύτερη τάση είναι εκείνο της «εξάρτησης» της χώρας, δίνοντας του τα παλιά γνωστά «πατριωτικά» χρώματα που τόσο έντονα δημοσιοποιεί στα τηλεπαράθυρα η σταλινοχριστοδουλική Λιάνα Κανέλλη.

       Ο αστικός Τύπος δεν παρέλειψε να επισημάνει την κόντρα και να κατακεραυνώσει την «επαναστατική σοσιαλιστική» τάση και ιδιαίτερα τον δύστυχο τον Δημήτρη Γόντικα που αναγορεύτηκε σε …Λένιν ή, τουλάχιστον σε σκληροτράχηλο, ετοιμοπόλεμο μπολσεβίκο του 1917. Ακόμα κι ο απερχόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Στεφανόπουλος, μαζί με τις εξαγγελίες περί «σκλαβωμένης Βόρειας Ηπείρου», δεν παρέλειψε να κάνει και αυστηρές συστάσεις προς το ΚΚΕ για «επαναστατικά» παραστρατήματα.

       Δεν ήταν κι οι μόνοι. Οι σημαιοφόροι του πούρου εθνικοσταλινισμού και ( υποτίθεται) της  σκέψης του μακαρίτη Μάο τσε τουγκ, η «Αριστερά» της  ΚΟΕ  και ο «Λαϊκός Δρόμος» του μ-λ ΚΚΕ καταγγείλανε όχι απλώς τον Γόντικα  ή τον Μαΐλη αλλά συλλήβδην το ΚΚΕ –άκουσον, άκουσον!- για…Τροτσκισμό!!!

         Μένοντας τυφλοί στα αφιερώματα του Ριζοσπάστη στον Στάλιν, στις αναδημοσιεύσεις, 60 χρόνια μετά, των συκοφαντικών λίβελων του Ζαχαριάδη κατά του «Τροτσκυσμού», μη βλέποντας ότι ακόμα και η πλειοψηφία των δημοσιευμένων κειμένων του προσυνεδριακού διαλόγου εξυμνούν τον Στάλιν κι αποδέχονται όχι μόνο την επίσημη κομματική θέση αλλά και την δικιά τους θεωρία περί «παλινορθωτικής τομής» με την (ψευδό) αποσταλινοποίηση το 1956, οι σταλινοζαχαριαδομαοϊκοί της μεταμοντέρνας συνομιλήτριας του ΣΥΡΙΖΑ ΚΟΕ και των οπαδών της  κολωκοτρωνέϊκης εθνεγερσίας στο μ-λ ΚΚΕ πνέουν μένεα ότι η Αλέκα εγκαταλείπει την σημαία της «εθνικής ανεξαρτησίας» και το ΚΚΕ «ανακαλύπτει» τις θεωρίες του…τροτσκιστή Παντελή Πουλιόπουλου…Έλεος!

       Ας μην ανησυχούν οι αστοί κι ας μην οδύρονται οι σταλινοεθνικιστές. Το ΚΚΕ δεν προσχωρεί στην Τετάρτη Διεθνή ούτε καν κάνει κάποια αριστερή ή «αριστερίστικη»στροφή. Έχει μπλεχτεί στις ίδιες τις άλυτες αντιφάσεις του που την καταγωγή τους έλκουν ακριβώς από την σταλινική κληρονομιά και την τυφλή απέναντι στην Ιστορία απολογητική της.

             Η ίδια η Εισήγηση της απερχόμενης Κεντρικής Επιτροπής, με την οποία άρχισε το 17ο Συνέδριο ( Ριζοσπάστης 9/2/05), δεν προσπαθεί να λύσει την αντίφαση ανάμεσα στις δύο τάσεις που αναδείχτηκαν και τις οποίες δεν παραλείπει να  καταγράψει:

       «Κατά την προσυνεδριακή συζήτηση ορισμένοι τόνισαν ότι σωστά η ΚΕ αναδείχνει το ζήτημα να αναβαθμιστεί η πολιτική δράση για την αναγκαιότητα πάλης για τον σοσιαλισμό, ότι αυτό είναι το κλειδί της στρατηγικής. Εκφράστηκε και η άποψη να δοθεί προσοχή , ώστε η ανάδειξη της αναγκαιότητας και ρεαλιστικότητας του σοσιαλισμού να μην υπερφαλαγγίσει το ζήτημα της συγκρότησης του Μετώπου, με δυνάμεις που δεν συμφωνούν μαζί μας για το σοσιαλισμό»(σ.6). Στη συνέχεια, για τη λύση της αντίθεσης παραπέμπει στις αποφάσεις του 15ου και του 16ου Συνεδρίου.

       Ουσιαστικά, δεν  ψάχνει ούτε και μπορεί να λύσει την αντίφαση. Αναζητάει να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στα αντίθετα, κατά την γνωστή και αγαπητή στους γραφειοκράτες πολιτική των ισορροπιών- που δεν καταφέρνει τίποτα άλλο παρά την μετάθεση της σύγκρουσης, την αναπαραγωγή της αντίφασης σε διευρυμένη κλίμακα και την κυοφορία, αργά ή γρήγορα, μιας έκρηξης ( ή ενδόρρηξης, κατά το σοβιετικό προηγούμενο). Με μια κουβέντα, η Εισήγηση είναι
 «και με τον αστυφύλαξ» του άμεσου σοσιαλιστικού αγώνα «και με τον χωροφύλαξ» του ΑΑΔΜ.

       Γεγονός είναι ότι τόσο η (καθυστερημένη) αναγνώριση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης στην Ελλάδα όσο και το ΑΑΔΜ είναι στην στρατηγική του ΚΚΕ στοιχεία αναπόσπαστα.  Το Μέτωπο είναι «προϋπόθεση», σκαλοπάτι, «τρόπος προσέγγισης», στάδιο ή ημι-στάδιο πριν την επανάσταση, την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό. Η αντίφαση, όμως, ανάμεσα στα δύο αυτά βασικά στοιχεία, το σοσιαλισμό και το Μέτωπο με δυνάμεις εξ ορισμού ξένες ή αντίθετες στην υπόθεση του σοσιαλισμού, δεν είναι διαλεκτική, δεν είναι δηλαδή ενότητα αντιθέτων σε μετάβαση και υπέρβαση αλλά τυπική «αντίφαση εν τοις όροις» που οδηγεί σε αξεπέραστα αδιέξοδα, σε α-πορίες με την αριστοτελική έννοια του όρου, - και έτσι καταρρέει στα εξ ων συνετέθη.

        Αυτή την κατάρρευση του στρατηγικού σχήματος εκφράζουν οι δύο αντίθετες τάσεις. Οι μεν βλέπουν ότι τα χρόνια περνούν αλλά το Μέτωπο καθυστερεί να έρθει στο ραντεβού ή έρχεται μόνο η καρικατούρα του- ένα «Μέτωπο» του ΚΚΕ  με τον ίδιο τον εαυτό του, με την σκιά του και κάποιες «προσωπικότητες»- οπότε προσπαθούν να βρουν διέξοδο σε μια φυγή προς τα εμπρός που δίνει σοσιαλιστικό χρώμα στη πολιτική μοναξιά. Οι δε αδημονούν επίσης με την καθυστέρηση του Μετώπου, βλέπουν τον αντίπαλο Συνασπισμό να κινείται, διεκδικώντας προνομιούχες θέσεις συνεργασίας με άλλα πολιτικά κόμματα που θα του επιτρέψουν κάποτε να παίξει στην «κεντρική πολιτική σκηνή», στην οποία θέλει να μπει και το ΚΚΕ με τις ανύπαρκτες ακόμα συμμαχίες του, οπότε ζητάνε να κάνουν λίγο κράτει στις ρητορείες, να δώσουν βάρος στο Μέτωπο με κάποιες αβαρίες και να ξαποστείλουν πάλι στο αόρατο μέλλον την άμεση πάλη για τον σοσιαλισμό.

       Η πίεση από την αντικειμενική κατάσταση και τις απαιτήσεις της  γίνεται ολοένα πιο έντονη, σχεδόν αφόρητη. Είναι σαφές –και η ίδια η Εισήγηση το παραδέχεται- ότι προπαντός σήμερα «δεν υπάρχει πολιτική δύναμη ή συμμαχία που δεν ενδιαφέρεται για το θέμα της πολιτικής εξουσίας, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της εξουσίας και τα συμφέροντα που εκφράζει»(ό. π. π.) Ακριβώς. Προσθέτουμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει προπαντός σήμερα  γιατί τώρα πλέον έχει γίνει ολοφάνερη η φθορά του αστικού πολιτικού συστήματος, όπως διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της χούντας το 1974, με τα δύο αστικά κόμματα εξουσίας όχι απλώς να συγκλίνουν προγραμματικά σε έναν αντιλαϊκό φιλελευθερισμό αλλά και να  βρίσκονται σε προχωρημένη παρακμή: η «πράσινη» αυταπάτη έχει διαψευστεί οικτρά κι η «γαλάζια» απάτη  έχει αποκαλυφθεί ξανά, πριν περάσει χρόνος από την επανάκαμψή της στην κυβέρνηση.

      Η σοβούσα κι εξελισσόμενη πολιτική κρίση πυροδοτείται από την κρίση του καπιταλισμού παγκόσμια και στην Ελλάδα. Η κρίση αυτή δεν «κυοφορείται» απλώς, όπως λέει το συνεδριακό ντοκουμέντο και η Εισήγηση του ΚΚΕ. Καλπάζει ήδη, όπως το δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία  το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα, η μετα-ολυμπιακή ύφεση, η ανεργία, η ακρίβεια, οι ασφυκτικές πιέσεις κι εντολές της Κομισιόν και του ΔΝΤ, τα δρακόντεια μέτρα που απαιτεί το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και η ντόπια κεφαλαιοκρατία, οι βιομήχανοι κι οι τραπεζίτες.

      Είναι οι συσσωρευμένες κι επιδεινούμενες αντιφάσεις του όλου κοινωνικού σχηματισμού που αναζητούν διέξοδο κι επειδή δεν την βρίσκουν από τα κάτω κι αριστερά, από τον λαό και τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, ξεσπούν στις κορυφές της κοινωνίας, προκαλώντας την τρικυμία που δέρνει αυτές τις μέρες όλες τις άρχουσες ελίτ και εξουσίες στην διαπλοκή τους (δικαστική εξουσία, εκκλησιαστική εξουσία, αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες, αστικά κόμματα, ΜΜΕ κλπ.).

        Το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας έχει τεθεί αντικειμενικά και στην Αριστερά. Κι όσον αφορά τον ΣΥΝ, παρά το «αριστερό λίφτινγκ», αυτός ανοίγεται και  αριστερά (και στη λεγόμενη ριζοσπαστική αριστερά) και δεξιά( δεν αποκλείει συνεργασία στο μέλλον με το ΠΑΣΟΚ «εφόσον υπάρξει κάποια ανατροπή» των δεδομένων …) ετοιμάζοντας τον δρόμο σε κάποια ανανεωμένη εκδοχή «πληθυντικής αριστεράς» ή ανανεωμένης Κεντροαριστεράς με διεκδίκηση συμμετοχής στην κυβερνητική εξουσία, κατά τα πρότυπα του ομογάλακτου αδελφού τους Μπερτινότι στη Ιταλία. Όσον αφορά το ΚΚΕ το τοπίο είναι ομιχλώδες.

        Η πρόταξη του άμεσου αγώνα για σοσιαλισμό κλπ. ισοδυναμεί με άρνηση συμμετοχής, στις παρούσες συνθήκες, σε διάδοχο κυβερνητικό αστικό σχήμα. Ακόμα και η Εισήγηση, «συνθετικά» επαναβεβαιώνει την θέση «ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία ανάμεσα στην αστική πολιτική εξουσία και τη σοσιαλιστική». Μέχρις εδώ, ας πούμε, καλά. Αυτό, όμως, δεν συνδυάζεται και με  απόρριψη της στρατηγικής συμμαχίας του ΚΚΕ με δυνάμεις μη σοσιαλιστικές, που δεν ζητούν δηλαδή ανατροπή του καπιταλισμού, δυνάμεις εντός συστήματος, άρα φιλοκαπιταλιστικές αλλά, υποτίθεται «αντιμονοπωλιακές». Το φάντασμα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης επιστρέφει για να στρώσει το δρόμο στη ταξική συνεργασία. Η «ενδιάμεση εξουσία», ανάμεσα στην αστική πολιτική εξουσία και την εργατική-σοσιαλιστική, που είχε πεταχτεί από την πόρτα  ξαναμπαίνει από το παράθυρο κι ονομάζεται «λαϊκή εξουσία». Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι Θέσεις και η Εισήγηση μιλούν διαρκώς για πρόταση εξουσίας, δεν βάζουν ζήτημα συντριβής των μηχανισμών του αστικού κράτους.

       Η «λαϊκή εξουσία» συγκροτείται μέσα στο καπιταλισμό, χωρίς καταστροφή του αστικού κρατικού μηχανισμού, έχοντας κορυφή της,   μια κυβέρνηση του Μετώπου των αντιιμπεριαλιστικών-αντιμονοπωλιακών δυνάμεων».

       Η τελευταία, όπως δεν αφήνουν αμφιβολίες ούτε οι Θέσεις ούτε και η Εισήγηση στο 17ο Συνέδριο (σ.7) στηρίζεται στο αστικό Κοινοβούλιο και μέσα πάντα στο καπιταλιστικό σύστημα, παίρνει φιλολαϊκά μέτρα, ερχόμενη, αναπόφευκτα, σε σύγκρουση με την «ολιγαρχία». Η Εισήγηση δεν αποκλείει ούτε τους συμβιβασμούς μέσα στο ταξικά υβριδικό κυβερνητικό Μέτωπο ούτε βέβαια και την ανατροπή του από τα δεξιά. Στη τελευταία περίπτωση «το εργατικό και γενικότερα λαϊκό κίνημα, οι ριζοσπαστικές δυνάμεις πρέπει να έχουν την ικανότητα προσαρμογής»(ό. π. π.) Η «προσαρμογή» στην αποτυχία, όμως, αυτή όπως δείχνει η τύχη του «Λαϊκού Μετώπου» στην Ισπανία το 1936 ή στη Χιλή το 1973 ή κι η Συμφωνία της Βάρκιζας πριν 60 χρόνια μπορεί να κρατήσει για μια ολόκληρη, μακριά και ζοφερή ιστορική περίοδο…Όλη η πείρα του τελευταίου αιώνα  αποδείχνει ότι τέτοια τραγική ήταν η τύχη όλων των Μετώπων στα οποία παγιδεύτηκε η εργατική τάξη μαζί με αστικές(υποτίθεται μη μονοπωλιακές ή «αντιμονοπωλιακές») δυνάμεις, στο όνομα μιας «προοδευτικής» κυβέρνησης και μιας «λαϊκής», εξ ορισμού μη εργατικής-σοσιαλιστικής και άρα αστικής εξουσίας. Οι μερίδες της αστικής τάξης της πόλης και της υπαίθρου που για το δικό τους συμφέρον χρησιμοποιούν την δύναμη στης εργατικής τάξης για να αντιμετωπίσουν άλλες ισχυρότερες μερίδες του κεφαλαίου, όταν κάνουν την δουλειά τους ή τα βρουν σκούρα  πάνε με τον ισχυρό ταξικό τους αδελφό, με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

       Η Εισήγηση του 17ου Συνεδρίου φαίνεται να έχει και να σπέρνει πολλές αυταπάτες και για τις «αντιιμπεριαλιστικές» προθέσεις αυτών των μη σοσιαλιστικών δυνάμεων του ανύπαρκτου ΑΑΔΜ. Συζητά π.χ. για την συγκρότηση και κάποιας συσπείρωσης ενάντια στις «επιλογές» της ΕΕ και του ΝΑΤΟ,  (σ.8)  βάζοντας –ξαφνικά;- νερό ακόμα και σε πάγιες θέσεις της πολιτικής του ΚΚΕ: η έμφαση δίνεται τώρα σε μια «ανεξάρτητη πολιτική, αποδεσμευμένη από τις επιλογές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ»( σ. 6) κι όχι στη ρητή διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Το ζήτημα, όμως είναι η συνολική ρήξη από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς κι όχι απλώς από την μια ή την άλλη «δυσάρεστη» σε ορισμένους επιλογή τους ή «δέσμευση».

        Μια τέτοια ρήξη με τον  αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό είναι αναπόσπαστα δεμένη με μια ρήξη με το ίδιο το καπιταλισμό και την αστική τάξη στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αντιιμπεριαλισμός πραγματικός και συνεπής στην εποχή μας και προπαντός σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάδα, χωρίς να είναι αντικαπιταλισμός, χωρίς να παλεύει για την ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό. Ο σταλινοχριστοδουλισμός της «Νεμέσεως»και της βουλευτίνας του ΚΚΕ Κανέλλη δεν είναι αντιιμπεριαλισμός αλλά χοντροκομμένος αστικός εθνικισμός για την «Ελλαδάρα».Η  αποδοχή σαν πρόταση εξουσίας μιας μετωπικής διακυβέρνησης με μη σοσιαλιστικές, μη αντικαπιταλιστικές δυνάμεις οδηγεί αναπόφευκτα σε μια νόθευση και σε συμβιβασμό με τον ιμπεριαλισμό.

      Εξάλλου ακριβώς στο τι είναι ιμπεριαλισμός και ποιος ο χαρακτήρας του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού εκεί φαίνεται σε όλο το «μεγαλείο» της η απίθανη θεωρητική φτώχεια των σταλινικών εγκεφάλων του ΚΚΕ, η αποξένωσή τους από τον Μαρξισμό και την ανάπτυξή του από τον Λένιν. Είναι τραγέλαφος να θεωρείται σαν αριστερή η άποψη των Γόντικα - Μαϊλη περί «ελληνικού ιμπεριαλισμού» όταν σαν ιμπεριαλιστικά γνωρίσματα του ελληνικού καπιταλισμού θεωρούνται από τις Θέσεις του 17ου Συνεδρίου «η εξαγωγή κεφαλαίων στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά», η συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, « συμμετοχή στο σχεδιασμό και προώθηση αντεργατικών αντιλαϊκών κατευθύνσεων και μέτρων βασικών ιμπεριαλιστικών κέντρων και ενώσεων, όπως είναι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ»            ( Θέση 9). Με αυτά τα κριτήρια , σαν ιμπεριαλισμός πρέπει να θεωρηθεί και η…Κίνα που κάνει εξαγωγές κεφαλαίων σε Ευρώπη, ΕΠΑ και Λατινική Αμερική ή η Πολωνία και η Ουκρανία που συμμετέχουν στον πόλεμο και την κατοχή του Ιράκ ή η Λιθουανία που συμμετέχει στο ΝΑΤΟ και μάλιστα στην αιχμή του δόρατός του κατά της Ρωσίας ή η Σλοβενία και η Κύπρος που έχουν ενταχθεί στην ΕΕ…

       Αφού επί δεκαετίες , μετά την 6η Ολομέλεια του 1934, ο εγχώριος σταλινισμός  στήριζε την άποψη της «Ψωροκώσταινας» και υποβάθμιζε τα καπιταλιστικά γνωρίσματα του ντόπιου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού για να στηρίζει την «θεωρία των σταδίων» και την προοπτική ταξικών συμμαχιών με «προοδευτικές» μερίδες αστών, τώρα ανυψώνει τον ελληνικό καπιταλισμό στην θέση που ιστορικά κατέχουν τα μητροπολιτικά κέντρα του κεφαλαίου στη Δυτική Ευρώπη, την Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία – και την ίδια στιγμή ακυρώνουν αυτή την αναβάθμιση επαναφέροντας από το παράθυρο την στρεβλή αντίληψή τους για την εξάρτηση.

      Η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού δίνει την έμφαση στο γεγονός ότι αυτός αντιπροσωπεύει όχι απλώς το ανώτατο αλλά το έσχατο στάδιο ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού κι άρα εγκαινιάζει την εποχή της καπιταλιστικής παρακμής και της μετάβασης μέσω της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης στον παγκόσμιο σοσιαλισμό και την πανανθρώπινη κομμουνιστική κοινωνία.

      Οι Θέσεις του ΚΚΕ παρόλο που μιλούν για «εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό» δεν στηρίζονται σε καμιά ζωντανή θεωρία της φύσης της ιμπεριαλιστικής εποχής σαν εποχής της ιστορικής παρακμής του συστήματος, σε καμιά μαρξιστική ανάλυση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και φυσικά δεν έχουν καμιά σχέση με τη θεωρία και πράξη της παγκόσμιας επανάστασης. Ακόμα κι εκείνοι στο ΚΚΕ που μιλούν για «άμεση πάλη για τον σοσιαλισμό» θεωρούν τον τελευταίο-το δηλώνουν ρητά- σαν ιστορική συνέχεια του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που κατέρρευσε, επιδιορθωμένου κάπως. Αρνούνται κάθε μαρξιστική κριτική στον «υπαρκτό» σαν «μηδενιστική και αντικομουνιστική», ακόμα κι όταν αυτή, όπως στην περίπτωση την δική μας των τροτσκιστών και του ΕΕΚ, πάντα υπερασπίστηκαν και υπερασπίζονται την Οκτωβριανή Επανάσταση,  παρά κι ενάντια στον σταλινισμό και τις γραφειοκρατικές στρεβλώσεις.

     Αναμενόμενο, έτσι, είναι η όλη στρατηγική να αποτελεί ένα τεχνητό συνονθύλευμα παμπάλαιων σχημάτων και πραγματιστικών προσαρμογών τους στη συγκυρία, ένα άθροισμα ασυμβίβαστων μεταξύ τους αντιθέσεων που δεν μπορεί παρά να καταρρέει. Αυτή η κατάρρευση έγινε ορατή και στην χαμηλών τόνων διαμάχη περί σοσιαλισμού και Μετώπου στη προσυνεδριακή περίοδο. Η Εισήγηση προμηνάει ότι κάποια ισορροπία επιχειρείται να υπάρξει. Τέτοιου είδους ισορροπίες, όμως, δεν μπορούν παρά να είναι εφήμερες. Το μόνο που πετυχαίνουν είναι τη στασιμότητα. Και η ηγεσία του ΚΚΕ διάλεξε για το 17ο Συνέδριο το βήμα σημειωτόν.

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 
 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

 16/02/2005