Ανρί
Καρτιέ Μπρεσόν
ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ
ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΑΛΛΑΞΕΙ
Ο φωτογράφος Ανρί Καρτιέ
Μπρεσόν, που έφυγε από τον κόσμο στις 3
Αυγούστου 2004, εξέφρασε μια υλιστική
άποψη για τη φωτογραφία, ως τέχνη που
καταγράφει το ανθρώπινο τοπίο και την
αποφασιστική στιγμή, που αποτυπώνει
την πραγματικότητα για να την αλλάξει.
Η πορεία του από το σουρεαλισμό στον
κομμουνισμό και αργότερα στον ατομισμό.
Ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν γεννήθηκε το 1908 στο Παρίσι.
Σπούδασε ζωγραφική στο ατελιέ του
Αντρέ Λοτ, με την οποία ασχολήθηκε για
μεγάλα διαστήματα της ζωής του. Το 1930
ανακάλυψε τη φωτογραφία, «αυτό το
καινούργιο οπτικό και μηχανικό μπλοκ
σχεδίων›. Το 1931 άρχισε να κάνει
φωτογραφικό ρεπορτάζ, πάντα συντροφιά
με μια Leica. Φωτογραφίζοντας
ταξιδεύει στην Αφρική (1931), στο Μεξικό
το 1934 ως φωτογράφος εθνογραφικής
αποστολής, στις ΗΠΑ όπου μαθητεύει στο
σινεμά δίπλα στον Πολ Στραντ (1935-36).
Είναι ο πρώτος ευρωπαίος φωτογράφος
που επισκέπτεται τη Ρωσία μετά τον
θάνατο του Στάλιν. Από το 1936 ως το 1939
εργάζεται σαν βοηθός του σκηνοθέτη Ζαν
Ρενουάρ. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
πιάστηκε αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να
δραπετεύσει. Από την εμπειρία του αυτή
δημιουργήθηκε στο τέλος του πολέμου
ένα ντοκιμαντέρ για τους αιχμαλώτους
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με τίτλο,
Η Επιστροφή. Από την ίδια εμπειρία
παρουσιάστηκε το 1946 στο Μουσείο
Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης μια
έκθεση με φωτογραφίες εκείνης της
εποχής. Το 1947 μαζί με τους Ρόμπερτ Κάπα,
Ντέιβιντ «Τσιμ› Σέιμουρ και Τζορτζ
Ρότζερ ιδρύουν το φημισμένο και πολύ
αυστηρό στην επιλογή των συνεργατών
του πρακτορείο Magnum…
Από τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στην
κινεζική επανάσταση και από την Ινδία
στον νότο των ΗΠΑ, από τον Τρούμαν στον
Ντε Γκόλ... πολύ λίγα ήταν τα γεγονότα
και οι γίγαντες της ιστορίας που δεν
καταγράφηκαν από τον φακό της
αγαπημένης του Leica.
Κείμενα: του συνεργάτη
μας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΕΜΑΡΤΙΝΟΥ
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ και του ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Αφοσιωμένος
στη σύλληψη του κόσμου στην πραγματική
κατάσταση συνεχούς κίνησης και
μετατροπής, ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν
ολοκλήρωσε τη Δευτέρα 3 Αυγούστου την
πορεία του μέσα στο χρόνο. Γεννημένος
το 1908, έζησε μέσα σε ένα ιστορικό
πλαίσιο έντονων κοινωνικών αλλαγών, το
οποίο και αναπόφευκτα τον επηρέασε σε
κάθε πλευρά της δραστηριότητάς του. Το
έργο του Μπρεσόν μπορεί να διακριθεί σε
τρεις περιόδους, με κριτήριο την
εκάστοτε αντίληψή του για τη
φωτογραφία σε συνάρτηση με το πολιτικό,
κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Η
πρώτη περίοδος τοποθετείται
μεσοπολεμικά, οπότε και έρχεται σε
επαφή με το αναπτυσσόμενο κίνημα των
σουρεαλιστών. Η κραυγή «Διαλύστε
την Παράδοση! Φωτογραφίστε τα πράγματα
όπως έχουν» συνόδευε τη διαφαινόμενη
ανατροπή των δομών του καπιταλισμού,
που είχε βρει την υλική αντανάκλασή της
από τον Οκτώβρη του 1917.
Η αναζήτηση
των σουρεαλιστών για τον τρόπο με τον
οποίο θα απελευθέρωναν – μέσω της
τέχνης – τη διαίσθηση, τον
αυθορμητισμό και την επαναστατική τάση
οδήγησαν τον Μπρεσόν στο κυνήγι της
ουσίας που κρύβεται στη λεπτομέρεια
των παραστάσεων των δρόμων, στο «ανθρώπινο
τοπίο». Έτσι, άρχισε την περιπλάνησή
του στους δρόμους της Ανατολικής
Ευρώπης, της Ισπανίας, του Μεξικού για
να επιστρέψει στη Γαλλία στα μέσα της
δεκαετίας του 1930.
Η άνοδος
του φασισμού στην Ευρώπη τη δεκαετία
του ’30 και η ανάπτυξη των
αντιφασιστικών κινημάτων, οδήγησε
πολλούς καλλιτέχνες να εγκαταλείψουν
τον ατομικό δρόμο στη δημιουργία και να
ενταχθούν οργανικά στην πολιτική πάλη
για τον σοσιαλισμό. Ανάμεσα σε αυτούς
και ο Μπρεσόν, ιεράρχησε τον κοινωνικό
– υλιστικό χαρακτήρα της φωτογραφίας
ως σημαντικότερο από την προσωπική
έκφραση και την αναζήτηση
επαναστατικών δρόμων μέσα από αυτή.
Στρατεύθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα
Γαλλίας και από το 1937 άρχισε το
φωτορεπορτάζ στην εφημερίδα του
κόμματος. Σε αυτό το διάστημα, μέσω της
φωτογραφίας καταγράφει με εξαιρετικό
τρόπο την κίνηση της κοινωνίας,
διατηρώντας κάποια στοιχεία από το
πνεύμα του σουρεαλισμού αλλά σαφώς
επηρεασμένος από τις επιταγές του
σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Κατά τη
διάρκεια της δεκαετίας του ’70 ο
Μπρεσόν αποσύρεται σταδιακά από τη
φωτογραφία και αναθεωρεί τη σχέση του
φωτογράφου με την κίνηση της κοινωνίας,
όπως αντανακλάται σε επίπεδο εικόνων.
Αδιαφορώντας για τις δυνατότητες
παρέμβασης του ατόμου στον εξωτερικό
κόσμο – μέσω της υποκειμενικής
αντίληψης της πραγματικότητας που το
περιβάλλει – υιοθέτησε μια στάση
διακριτικής, παθητικής παρατήρησης του
ανθρώπινου τοπίου, χωρίς να λαμβάνει
πλέον υπόψη την ταξική του φύση.
Η αντίθεση
με το βασικό πυρήνα της σκέψης του
Μπρεσόν, που αντανακλάται στο
μεγαλύτερο μέρος του έργου του, γίνεται
περισσότερο αντιληπτή αν καταγραφεί η
άποψή του για τη φωτογραφία, όπως
αποκρυσταλλώθηκε μεταπολεμικά. Οι
διαμάχες ανάμεσα στα ρεύματα
υποστήριξης της αφηρημένης, από τη μία
πλευρά, και της συγκεκριμένης, από την
άλλη, προσέγγισης της τέχνης, τον
βρήκαν έτοιμο να πάρει θέση, εξάγοντας
παράλληλα πολύτιμες ιδέες για τη
διαδικασία της δημιουργίας, για τη
θεώρηση του κόσμου μέσω της
φωτογραφίας αλλά και για τη φωτογραφία
σαν «τέχνη». Η τοποθέτησή του έγινε
μέσω κάποιων δοκιμίων, που έγραψε το 1952,
τα οποία συγκεντρώθηκαν σε ένα τεύχος
που τιτλοφορείται Η Αποφασιστική Στιγμή.
Ο Μπρεσόν
θεωρεί ότι η φωτογραφία είναι μια
προοδευτική διαδικασία θεώρησης της
πραγματικότητας, στην οποία
συμμετέχουν το μέσο – το μάτι ή το
σκόπευτρο -, η συνείδηση και το
συναίσθημα.
Χαρακτηριστικά
αναφέρει: «Για τον
καθένα μας, από το μάτι ξεκινά ο χώρος
που εκτείνεται σταδιακά ως το άπειρο, ο
παρών χώρος που μας κεντρίζει με
λιγότερη ή περισσότερη ένταση και που
αστραπιαία εγκλωβίζεται στις
αναμνήσεις μας και μεταβάλλεται. Από
όλα τα εκφραστικά μέσα, η φωτογραφία
είναι το μόνο που παγιώνει μια
συγκεκριμένη στιγμή» και ακόμη: «Ανακαλύπτουμε
τον εαυτό μας μέσω της ζωής,
ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα τον έξω
κόσμο που μας διαμορφώνει και που πάνω
του μπορούμε να επέμβουμε. Πρέπει να
βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς
τους δύο κόσμους, τον εξωτερικό και τον
εσωτερικό που, συνδιαλεγόμενοι διαρκώς,
σχηματίζουν έναν και μοναδικό. Αυτόν
τον κόσμο καλούμαστε να μεταδώσουμε».
Επιπλέον,
αφορίζει την έννοια της αισθητικής
της δεξιοτεχνίας και επισημαίνει την
αναγκαιότητα να υπάρχει αδιάσπαστη η
ενότητα μορφής και περιεχομένου.
Συγκεκριμένα: «Η
σύνθεση είναι μια συγχρονισμένη
συμμαχία, ο οργανικός συντονισμός
κάποιων ορατών στοιχείων. Δεν
συνθέτουμε χωρίς λόγο, χρειάζεται μια
αναγκαιότητα και δεν μπορούμε να
ξεχωρίζουμε τη μορφή από το
περιεχόμενο».
Το έργο του
Μπρεσόν αποτέλεσε τομή στην ιστορία
της φωτογραφίας και η σκέψη του
υποδηλώνει σε μεγάλο βαθμό την τάση του
να συνδέσει την τέχνη με την υλιστική
κοσμοθεωρία. Όλα τα παραπάνω δεν έχουν
φυσικά ως σκοπό να συγκροτήσουν άλλο
ένα εγκώμιο για αυτόν τον σπουδαίο
φωτογράφο, αλλά να παρουσιάσουν, μέσω
της ιστορίας του, μία ακόμη θέση στο
διάλογο για τη μορφή του πολιτισμού που
χρειάζεται για ανθρώπους που
αφουγκράζονται την αναγκαιότητα αυτός
ο κόσμος να αλλάξει στον αντίποδα της
μεταμοντέρνας λογικής της εποχής μας.
Το μάτι του 20ού αιώνα
Ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν κατάφερε
να συλλάβει μέσα από τον φωτογραφικό
φακό την ουσία της ζωής αλλά και
ολόκληρου του 20ού αιώνα. Να αποτυπώσει
εξαιρετικά τους κραδασμούς και τα
μεγάλα γεγονότα της εποχής του.
Είτε
φωτογραφίζοντας τον Ισπανικό εμφύλιο
είτε την απελευθέρωση της πόλης του
Παρισιού, το θρήνο εκατομμυρίων
ανθρώπων στην κηδεία του Μαχάτμα
Γκάντι, τα πορτρέτα του Πικάσο, του
Ματίς αλλά και δεκάδων απλών ανθρώπων
σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο μικροκαμωμένος Γάλλος φωτογράφος, ο
οποίος τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν
φωτογραφίζει, γεννήθηκε το 1908 στην πόλη
Chanteloup. Τον ερχόμενο Αύγουστο θα
γιορτάσει τα ενενηκοστά πέμπτα
γενέθλιά του. Πριν από λίγες μέρες
εγκαινιάστηκε στην «Εθνική Βιβλιοθήκη
της Γαλλίας» αναδρομική έκθεση της
δουλειάς του με τίτλο «De qui s'agit-il;» («Περί
τίνος πρόκειται;»). Η έκθεση (διάρκεια
μέχρι τις 27 Ιουλίου) περιλαμβάνει
περισσότερες από 350 φωτογραφίες,
κείμενα, βιβλία και ταινίες ολόκληρης
της πορείας του.
|
|
Η αναδρομική
παρουσίαση του έργου του στη Γαλλία
σίγουρα ξεχωρίζει ως κορυφαίο
καλλιτεχνικό γεγονός. Δεν προκάλεσε
όμως στον ίδιο μόνο χαρά αλλά και πίκρα.
Σχεδιαζόταν αρχικά για το Κέντρο
Πομπιντού. Ύστερα όμως από αρκετή
ένταση και αδιέξοδες συζητήσεις μεταξύ
του φωτογράφου και των υπευθύνων του
μουσείου, ο Μπρεσόν και η γυναίκα του,
Μάρτιν Φρανκ, επέλεξαν τελικά την
Εθνική Βιβλιοθήκη. Δεν είναι τυχαία
άλλωστε και η δήλωση του φωτογράφου που
ενισχύει την πεποίθηση ότι το έργο του
δεν εκτιμάται όσο πρέπει στη Γαλλία: «Χρωστάω
αρκετά στις ΗΠΑ, πολύ λιγότερα στη
Γαλλία».
Όσοι αγαπούν πάντως την τέχνη του,
μπορούν να την απολαύσουν και σε άλλες
εκδηλώσεις που ξεκινούν αυτή την
περίοδο στο Ίδρυμα «Henri Cartier
Bresson» που άνοιξε πρώτη φορά τις
πύλες του για το κοινό χθες. Πρόκειται
για ένα πενταόροφο αρ-ντεκό κτίριο από
γυαλί και ατσάλι κρυμμένο σε μια γωνιά
του Μονπαρνάς. «Σπίτι ανοιχτό για όλους»
το χαρακτηρίζει ο ίδιος, το οποίο θα
φιλοξενεί, επιπλέον, φωτογραφίες νέων
αλλά και καθιερωμένων δημιουργών καθώς
και κινηματογραφιστών που το έργο τους
είναι κοντά στο πνεύμα Μπρεσόν. Το
ίδρυμα καθιερώνει επίσης και βραβείο
αξίας 30.000 ευρώ που θα απονέμεται κάθε
δύο χρόνια σ' ένα φωτογράφο για να
ολοκληρώσει ένα φωτογραφικό Project.
|
|
Την έκθεση στην
Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας
επιμελήθηκε ο φίλος του και εκδότης
Ρομπέρ Ντελπίρ με στόχο όχι μόνο να
διαφανεί το εύρος του βλέμματος του
δημιουργού αλλά να απαντηθεί και το
ερώτημα του τίτλου: «Περί τίνος
πρόκειται;». Ο Ντελπίρ χώρισε την
έκθεση σε θεματικές ενότητες στις
οποίες διακρίνεται η επιρροή των
κοινωνικών, πολιτικών και
καλλιτεχνικών ρευμάτων της εποχής που
έδρασε ο Μπρεσόν, η συνύπαρξη δηλαδή
στις φωτογραφίες ενός τυπικού
κλασικισμού με τη σουρεαλιστική ματιά
και την αυθορμησία του φωτογραφικού
στιγμιότυπου.
Ο Μπρεσόν σπούδασε στο παρισινό «Lycee
Condorcet». Αρχικά ενδιαφέρθηκε για τη
ζωγραφική. Ορμητική ήταν στη συνέχεια η
σχέση του με τη φωτογραφία. Από το 1931
άρχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο
και να φωτογραφίζει αδιάκοπα. Δεκάδες
από αυτές τις φωτογραφίες
δημοσιεύτηκαν στις μεγαλύτερες
εφημερίδες, σε γνωστά περιοδικά και
βιβλία.
Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου (1939-1945) πέρασε 35 μήνες σε
γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ύστερα από τρεις προσπάθειες, κατάφερε
να αποδράσει και να φτάσει στο Παρίσι
όπου και έγινε μέλος της γαλλικής
αντιστασιακής ένωσης φωτογράφων και να
καταγράψει τη γερμανική κατοχή και
οπισθοχώρηση.
|
|
Το 1945 σκηνοθέτησε το
ντοκιμαντέρ «Le retour» («Η επιστροφή») για
λογαριασμό της αμερικανικής υπηρεσίας
πολεμικών πληροφοριών. Δύο χρόνια
αργότερα φιλοξενήθηκε ατομική του
έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης
της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ), ενώ την ίδια
χρονιά υπήρξε συνιδρυτής του περίφημου
φωτογραφικού πρακτορείου «Magnum».
Ήταν, επίσης, και ο πρώτος φωτογράφος
που το 1955 εξέθεσε φωτογραφίες του στο
Λούβρο. Ανάμεσα στις εκδόσεις του έργου
του που ξεχωρίζουν είναι: «The Decisive Moment»
(1952), «The World of Henri Cartier -Bresson» (1968) και «Henri
Cartier Bresson» (1980).
Πού βρίσκεται το μεγαλείο του
φωτογράφου τον οποίο, δικαίως,
αποκαλούν «το μάτι του αιώνα». Η
κριτική σημειώνει: «Ο τρόπος που
χρησιμοποίησε την κάμερα μοιάζει με το
απαθές, ουδέτερο τρίτο μάτι που
συλλαμβάνει τις ιδιοτροπίες της
ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έτσι, ο
Μπρεσόν καθιέρωσε δύο βασικά αξιώματα
στη μοντέρνα φωτογραφία: Πρώτον, ότι
μια φωτογραφία μπορεί να θεωρείται
έγκυρη ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι δεν
είναι τίποτε περισσότερο από την
καταγραφή ενός συγκεκριμένου
γεγονότος και δεύτερον, ότι μια σειρά
από τυχαία στιγμιότυπα μπορούν να
αποκαλύψουν μια εκπληκτική, άκρως
προσωπική, καλλιτεχνική ματιά».
«Ακολουθώ
τη διαίσθησή μου»
-Είχατε ποτέ την αίσθηση ότι
μέσα από τη φωτογραφία έρχεστε σε επαφή
με το θάνατο, με έναν «πλατύ θάνατο»,
όπως έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ;
«Κολοκύθια νερόβραστα...»!
Αφοπλιστικά ευφυής, χωρίς ίχνος
επιτηδευμένης διανόησης, ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν
έδινε με μια λέξη την ουσία των
πραγμάτων. Ακριβώς όπως με μια κίνηση
του χεριού του έκλεινε στη φωτογραφία
του την ουσία του κόσμου.
Είχαμε την ευκαιρία να το
διαπιστώσουμε στην έκθεσή του «Οι
Ευρωπαίοι», που οργάνωσε το Μουσείο
Μπενάκη πέρυσι το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Εικόνες που αποτελούν σήμερα τεκμήρια
ιστορικής μνήμης. Στιγμιότυπα απλά,
καθημερινά και όμως μοναδικά που ο
κορυφαίος φωτογράφος του 20ού αιώνα
τράβηξε από το 1932 έως το 1970 σε μια
Γηραιά Ήπειρο που άλλαζε και
μεταμορφωνόταν. Φωτογραφίες που
διακρίνονται για την αυστηρή γεωμετρία,
τη συνοχή φόρμας και περιεχομένου, τον
πλαστικό χειρισμό του φωτός.
Να τι είχε πει τότε ο Μπρεσόν σε
συνέντευξή του στην Κάτια Αρφαρά, που
δημοσιεύτηκε στο «7» στις 29/6/2003:
* Η φωτογραφία: «Είναι για μένα
ένα άμεσο σχέδιο. Από εκεί και πέρα όσο
είμαστε ζωντανοί δρούμε με τον έναν ή
με τον άλλο τρόπο μέσα στον κόσμο».
* Το αποφασιστικό «κλικ»: «Είναι
η στιγμή που στο στόχαστρο μπαίνουν
μαζί το μυαλό, το βλέμμα και η καρδιά».
* Ο τρόπος που ζούσε: «Να ζεις
στην αναρχία, είναι ένα είδος ηθικής».
* Τα θέματά του: «Δεν χαράζω ποτέ
διαδρομές. Τις διαλέγω στην τύχη.
Ακολουθώ τη διαίσθησή μου. Αυτό που
νιώθω, αυτό που μαντεύω».
* Η σχέση του με τον χρόνο: «Πρέπει
να ανατρέξετε στο "Αναζητώντας τον
χαμένο χρόνο'' του Προυστ. Η απάντηση
για μένα βρίσκεται εκεί. Την ανακάλυψα
στην εφηβεία μου».
* Το φως: «Εκτός από την
περίπτωση των επιστημόνων, ένας
ζωγράφος, ένας σχεδιαστής, ένας
φωτογράφος, δεν μπορούν να ξεχωρίσουν
το φως από τη φόρμα».
Τα τελευταία χρόνια ο
φημισμένος καλλιτέχνης φωτογράφιζε
ελάχιστα. Προτιμούσε να σχεδιάζει και
να πηγαίνει σε εκθέσεις ζωγραφικής. Στο
σπίτι του στο Παρίσι δεν υπήρχε ούτε
μία δική του φωτογραφία κρεμασμένη
στον τοίχο. Ξεφύλλιζε όμως τα λευκώματά
του και μπορούσε να αφηγηθεί
εκπληκτικές λεπτομέρειες. «Οι εικόνες
φυλάσσουν τη μνήμη του», είχε τονίσει η
σύζυγός του, επίσης φωτογράφος, Μαρτίν
Φρανκ. «Είναι σαν ένα είδος ημερολογίου.
Θυμάται τη στιγμή που τράβηξε μια
φωτογραφία. Τον αποκαλούν συχνά "μνήμη
του αιώνα" κι είναι αλήθεια».
Το χρώμα της ασπρόμαυρης
Ο Ανρί Καρτιέ - Μπρεσόν ζούσε
μοναδικά την κάθε στιγμή κι όταν σήκωνε
τη φωτογραφική μηχανή, την «πυροβολούσε»,
με τον ακαριαίο τρόπο του σκοποβόλου.
Άλλωστε, ο ίδιος είχε πει: «Φωτογραφία
είναι ένα στιγμιαίο σχέδιο, χωρίς να
σκέφτεσαι τη μηχανή» ή «Τι χρειάζεται
ένας καλός φωτογράφος; Ένα μάτι κι ένα
δάχτυλο».
|
Φωτογραφία του Ανρί Καρτιέ -
Μπρεσόν από το γαλλικό Μάη του '68
|
Ένα όνομα -
σύμβολο και σημείο αναφοράς στην τέχνη
της φωτογραφίας του εικοστού αιώνα.
Φωτογράφιζε πάντα σε άσπρο και μαύρο,
υπακούοντας στην αυστηρή γεωμετρία,
στη συνοχή μορφής και περιεχομένου και
στον πλαστικό χειρισμό του φωτός. Ο
Γάλλος αναρχικός και αντιδιανοούμενος
καλλιτέχνης, ο οποίος είχε σπίτι του
την ήπειρο, έστρεψε το φακό του προς τον
Άδη, χωρίς επιστροφή. Ήταν την
περασμένη Δευτέρα, σε ηλικία 96 ετών. Η
κηδεία του έγινε στην πόλη Ιζλ - σιρ - λα-
Σοργκ.
Μνημειακές φωτογραφίες της Ελλάδας
του '50, βυθισμένες στο φως της ελληνικής
γεωγραφίας, φέρνουν την υπογραφή του. Η
Ήπειρος και η Σίφνος του Μπρεσόν, επί
παραδείγματι, περνούν στο ασυνείδητο
της εικόνας που έχουν οι ξένοι για τον
τόπο μας ανέκαθεν, όσο για τη φερώνυμη
φωτογραφία που έκανε το γύρο του κόσμου,
«Το σπίτι με τις Καρυάτιδες» του 1954,
είναι το αρχέτυπο της νεοκλασικής
Ελλάδας, πριν την ανοικοδόμηση που
σάρωσε την Αθήνα του χαμηλού ύψους. Το
νεοκλασικό της οδού Αγίων Ασωμάτων 45,
που δεν γκρεμίστηκε, εξακολουθεί να μας
θυμίζει ότι ο Μπρεσόν είναι και δική
μας υπόθεση.
Μην ξεχνάμε και την έκθεση 110
φωτογραφιών του, υπό τον τίτλο «Οι
Ευρωπαίοι», το περσινό καλοκαίρι, στο
Μουσείο Μπενάκη.
Στις στιγμές που έλαμπε ή σκοτείνιαζε
το πρόσωπό τους, φωτισμένο από το
εσωτερικό φως της προσωπικότητάς τους,
συνέλαβε θωπευτικά και τρυφερά ο φακός
του τους Μέριλιν Μονρόε, Εζρα Πάουντ,
Τσε Γκεβάρα, Ζαν - Πολ Σαρτρ, Τζον
Χιούστον, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Αλμπέρτο
Τζιακομέτι, Κοκό Σανέλ, Δαλάι Λάμα,
Αλμπέρ Καμί, Τρούμαν Καπότε.
|
Ο Μπρεσόν
φωτογραφημένος τον Ιανουάριο του 2000
|
Όμως, προσοχή! Δεν
ήταν κυνηγός προσωπικοτήτων. Πάντα
αισθανόταν άνθρωπος και καλλιτέχνης
του δρόμου, των κοινωνικών κινημάτων
και δεν απομακρυνόταν ποτέ από τον
θησαυρό του απρόσμενου και του τυχαίου,
τους ανώνυμους: «Είτε είμαστε
περαστικοί είτε είμαστε
εγκατεστημένοι κάπου, για να
εκφράσουμε μια χώρα ή μια κατάσταση
πρέπει να μας στηρίζει μια χώρα ή μια
κατάσταση, πρέπει να μας στηρίζει μια
κοινότητα· το να ζεις παίρνει χρόνο, οι
ρίζες σχηματίζονται αργά. Κι έτσι η
στιγμή μπορεί να είναι ο καρπός μιας
μακράς εμπειρίας ή μιας έκπληξης», είχε
πει.
Δεν έχει σαρανταρίσει, κι αφού έχει
ζήσει τη φρίκη του δεύτερου μεγάλου
πολέμου, ιδρύει τη δεκαετία του '40, με
τους Ρόμπερτ Κάπα και Ντέιβιντ Σέιμουρ,
το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο «Μάγκνουμ»,
στο οποίο παρέμεινε μέλος του ως το 1966.
Σκεφτείτε ότι η απόφασή του αυτή δεν
πάρθηκε σε χρόνια ειρήνης, αλλά μετά
την αιχμαλωσία του από τους Γερμανούς
και χωρίς να έχει σύμμαχο καλλιτεχνικά
τη χώρα του, τη Γαλλία. Πάντα δήλωνε ότι
χρωστά περισσότερο στην πέραν του
Ατλαντικού Αμερική, η οποία το 1947 τον
τίμησε με αναδρομική έκθεση στο
Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας
Υόρκης. Πάντως μία από τις μεγαλύτερες
χαρές του πρέπει να ήταν πέρυσι όταν
γιόρτασε τα 95χρονά του με μια
αναδρομική έκθεση στο Παρίσι, αλλά και
με τα εγκαίνια του ιδρύματος που φέρει
το όνομά του.
Αλλά πώς διαμορφώθηκε το φωτογραφικό
φαινόμενο Ανρί Καρτιέ - Μπρεσόν; Όσο κι
αν ακούγεται κοινότοπο, από την παιδική
του ηλικία είχε κλίση στις τέχνες.
Γόνος μεσοαστικής οικογένειας,
επηρεάστηκε από τον πατέρα και το θείο
του και διάβαζε πολύ παρά πολύ:
Ντοστογέφσκι, Ρεμπό, Προυστ και Τζόις.
Συνδέθηκε στα πρώιμα βήματά του με τον
Αντρέ Μπρετόν και έγινε φίλος με τον
Ρενέ Κρεβέλ, ώσπου τον συναντάμε το 1928
να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του
Κέιμπριτζ λογοτεχνία, εικαστικά,
κινηματογράφο και φωτογραφία.
Από κει και πέρα έζησε το παραμύθι του
ταξιδιού σε όλο τον πλανήτη, με αφηγητή
τη φωτογραφική του μηχανή, κυρίως
κρατώντας την αγαπημένη του «Λάικα».
Και με όπλο την ευφυΐα του αυτονόητου,
δεν δείλιασε να βρεθεί με την ιδιότητα
του αυτόπτη μάρτυρα, σε γεγονότα που
επρόκειτο ν' αλλάξουν άρδην το
ιδεολογικό και γεωπολιτικό χάρτη:
παρών στο Πεκίνο, πριν από την
εγκαθίδρυση του κομμουνισμού από τον
Μάο Τσε Τούγκ, στην ανεξαρτησία της
Ινδονησίας, στην Ινδία των τελευταίων
λεπτών ζωής του Μαχάτμα Γκάντι, στην
Κούβα του Τσε, στους παρισινούς δρόμους
του γαλλικού Μάη του '68.
|
Ο Ανρί Ματίς φωτογραφημένος από
τον Καρτιέ - Μπρεσόν το 1944
|
Από περσινή του συνέντευξη
στην Κάτια Αρφαρά, στο ένθετο «Επτά»
της «Κυριακάτικης» (29-6-2003), ορισμένες
χαρακτηριστικές απαντήσεις του:
Η επιλογή του θέματός του: «Δεν χαράζω
ποτέ διαδρομές. Τις διαλέγω στην τύχη. Ακολουθώ
τη διαίσθησή μου.
Αυτό που νιώθω, αυτό μαντεύω».
Η σχέση του με το χρόνο: «Πρέπει
να ανατρέξετε στο "Αναζητώντας το
χαμένο χρόνο" του Προυστ. Η απάντηση
για μένα βρίσκεται εκεί. Την ανακάλυψα
στην εφηβεία μου».
Η εμμονή του στην ασπρόμαυρη
φωτογραφία: «Έχω πάθος με το χρώμα. Στη
φωτογραφία το θεωρώ επιχρωματισμό».
Ο τρόπος ζωής του:
«Να ζεις στην αναρχία είναι ένα είδος
ηθικής».
ΒΑΣΙΛΗΣ
ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ
|