Η Λογοτεχνία και οι Έλληνες Συγγραφείς της Διασποράς
ΒΑΙΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ
«Οι Έλληνες πήραν τον άνθρωπο και τον έστησαν στα πόδια του». «...Για χιλιάδες χρόνια παλαιότεροι πολιτισμοί, όπως αυτοί των Περσών, των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, έβλεπαν τον άνθρωπο ως ένα απεχθές ον που σέρνονταν μπροστά σε θεότητες και δυνάστες. Οι
Έλληνες όμως πήραν τον άνθρωπο και τον έστησαν στα πόδια του. Τον δίδαξαν να είναι υπερήφανος. Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, έλεγε ο Σοφοκλής, αλλά τίποτα δεν είναι πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο. Οι Έλληνες έπεισαν τον άνθρωπο, όπως τοποθετήθηκε ο Περικλής, σε ότι ήταν
δικαιωματικά ο κάτοχος και ο κύριος του εαυτού του και δημιούργησαν νόμους για να περιφρουρήσουν τις προσωπικές τους ελευθερίες. Οι αρχαίοι Έλληνες ενθάρρυναν την περιέργεια που είχε ο άνθρωπος για τον εαυτόν του και για τον κόσμο που τον περιτριγύριζε, διακηρύττοντας μαζί με
τον Σωκράτη ότι μια ζωή χωρίς έρευνα δεν αξίζει τον κόπο να την ζούμε. Οι Έλληνες πίστευαν στην τελειότητα σε όλα τα πράγματα, γι αυτό μας κληροδότησαν την ομορφιά, που φτάνει από τον Παρθενώνα και τα ελληνικά αγάλματα, τις τραγωδίες του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή, την
ποίηση του Ησίοδου και του Όμηρου, μέχρι τα ζωγραφισμένα αγγεία ενός απλού νοικοκυριού. Χωρίς τους Έλληνες μπορεί ποτέ να μην είχαμε αντιληφθεί τι είναι αυτοδιοίκηση. Αλλά, πολύ περισσότερο ακόμα και από την γλώσσα μας, τους νόμους μας, τη λογική μας, τα πρότυπά μας της αλήθειας και
της ομορφιάς, χρωστάμε σε αυτούς την βαθιά αίσθηση για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Από τους Έλληνες μάθαμε να φιλοδοξούμε χωρίς περιορισμούς, να είμαστε, όπως είπε ο Αριστοτέλης, αθάνατοι μέχρι εκεί που μας είναι δυνατό...»
(www.kalami.net.-The New York Times)
«Ο ρόλος της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς, όπως αυτή εμφανίζεται στα κείμενα των Ελλήνων λογοτεχνών-συγγραφέων Β` και Γ` γενιάς στο παράδειγμα της Γερμανίας»
Αυτό είναι το θέμα που ο εξαίρετος φίλος, καθηγητής Β΄θμιας Εκπαίδευσης με ειδικότητα στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και πολυετή διδακτική πείρα, διανοούμενος και υπερασπιστής των γραμμάτων και του λόγου, κ. Γιώργος Τσακιρίδης, που από διακαή αγάπη για το αντικείμενό του εγγράφηκε στο
Λουδοβίκειο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (L.U.M.) ως φοιτητής Μεταπτυχιακού (Magister),και το οποίο ακούραστα επεξεργάζεται. Στην αξιόλογη και επίπονη προσπάθειά του για το ρόλο της λογοτεχνίας ζήτησε από Έλληνες συγγραφείς της Γερμανίας τις απόψεις τους καθώς και τις δικές μου τις οποίες
θα εκθέσω. Έτσι ας μου επιτραπεί να γενικεύσω το θέμα και από τη δική μου σκοπιά να αναφερθώ στο έργο της λογοτεχνίας, πώς την καταλαβαίνω, γιατί γράφω, τι περίμενα και τι περιμένω από τους ταγούς της Μητρόπολης.
Επικαλέστηκα ένα απόσπασμα άρθρου των (The New York Times) για να δοθεί η πρέπουσα διάσταση στο χώρο αυτό και δεν είναι το μοναδικό. Πολλοί επιστήμονες και διανοούμενοι του κόσμου ασχολήθηκαν και δε θα πάψουν να ασχολούνται με το θαύμα της λογοτεχνίας και γενικότερα του Ελληνικού
Πολιτισμού. Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι η ελληνική Λογοτεχνία αποτελεί «μονοπώλιο» για την ελληνική πραγματικότητα και ότι άλλες χώρες και λαοί έμειναν στο περιθώριο. Θα ήμουν άδικος και εκτός πραγμάτων αν υποστήριζα κάτι τέτοιο.
Ωστόσο μια από τις μεγάλες αξίες του Ελληνικού Πολιτισμού είναι και η λογοτεχνία-ποίηση που διαδραμάτισε υπεράνθρωπους ρόλους στην πορεία των αιώνων και των λαών. Στη πατρίδα μας θα δούμε το Λόγο καθοδηγητή και οδηγητή, εμπνευστή, διαμορφωτή και υπερασπιστή και ως Έλληνες έχουμε
να δώσουμε πολλά δείγματα γραφής στην ανθρωπότητα: και σε έργα και σε λόγια.
Και άλλωστε αυτός είναι, πρέπει να είναι, ο σκοπός του Λόγου. Να «περπατά» στην οικουμένη όπως ο ήλιος, να απλώνεται όπως η θάλασσα, να βροντά όπως ο κεραυνός και να δημιουργεί με τη θέρμη, τη δροσιά, τη φύλαξη και τα αναρίθμητα Κάλλη του, όχι μόνο θαυμαστές-αναγνώστες, αλλά και μιμητές.
Εδώ είναι και η γοητεία της τέχνης. Και εδώ ακριβώς, όπως προανέφερα, κατάλαβα την αξία του λόγου, που χάρη του εξελίχτηκα σε εραστής των Μουσών και προσπάθησα και προσπαθώ να γίνω μιμητής. Γι αυτό άρχισα να γράφω.
Θεωρώ ότι το Λόγο ο Έλληνας τον έχει μέσα του. Τα χαρακτηριστικά του όπως η σοφία και ο στοχασμός, η ψυχική και κοινωνική ανατομία και η ποίηση, το θέατρο και το τραγούδι, όσο και αν οι κοινωνίες μεταβάλλονται από οάσεις ανάπαυλας, πνευματικής ανάτασης και ηρεμίας σε αποξηραντικούς
λάκκους περιτριγυρισμένοι από άγριους του σήμερα, είναι και μένουν ζωντανά σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα μου κόστισε αυτός ο αγώνας με τις Μούσες, σκληρός και επίπονος δίχως τέλος, εγκλωβισμένος σε αντίξοες συνθήκες των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών συμπληγάδων, κρατώντας στην ψυχή μου την Ελλάδα και με παραδομένο το κορμί σε μια άλλη πατρίδα (τη
Γερμανία) κατάφερα να βγω στο παρόν αγναντεύοντας το μέλλον και αφήνοντας πίσω το παρελθόν, το οποίο κόστισε πολλά. Απολογισμός σ΄ ό,τι με αφορά: οι σελίδες μου σε πεζό και ποιητικό λόγο αριθμούν μερικές χιλιάδες, εκτός τις συνεργασίες μου στο φιλόξενο τρικαλινό τύπο και πρόσφατα
στο επίσης φιλόξενο «Καλάμι».
Λοιπόν για το ρόλο της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς, για μας τους συγγραφείς της Γερμανίας (είμαστε μερικές δεκάδες και με έργο δεκαετιών, έχουμε και το σύλλογό μας) απ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, ήταν και είναι ένα μείζον θέμα σ
ό,τι μας αφορά. Βέβαια δε γνωρίζω πως λειτουργούν οι συνάδελφοι, τι περιμένουν απ τη δημιουργία τους κ.α., γι αυτό και ο περιορισμός στις προσωπικές μου απόψεις.
Το θέμα που μπαίνει και που παράλληλα μετατράπηκε σε πρόβλημα πολυδιάστατο, είναι η γενική στασιμότητα της ελληνικής λογοτεχνίας, ο περιορισμός της στους κλασικούς συγγραφείς (δεν αμφισβητείται το έργο τους, τους προτιμώ απ τα μεγάλα παζάρια, αλλά εδώ πρόκειται για κέρδη!
) και η αδιαφορία της πολιτείας-κράτους και των κυκλωμάτων της σ ό,τι αφορά τους νέους (άγνωστους) Έλληνες συγγραφείς της διασποράς ως προς την αναγνώρισή τους. Μάλιστα τολμώ να πω ότι υπάρχουν αξιόλογα έργα που θα μπορούσαν να εισαχθούν στα ελληνικά σχολεία.
Σε μια εποχή που η πνευματική τροφή της λογοτεχνίας καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ στην παγκόσμια ιστορία και οφείλει να αντιπαρατεθεί στις αντίξοες καταστάσεις της καταναλωτικής μας κοινωνίας και ιδιαίτερα το ελληνικό στοιχειό, δυστυχώς, δε γίνεται τίποτα. Στο δικό μας χώρο, η
Μητρόπολη στηριζόμενη στα μόνιμα πόδια της αδιαφορίας και της εγκατάλειψης είναι στερεότυπη και αδιάφορη και φτάνει στο σημείο να γίνεται αποκρουστική. Παρόλο που ακούγονται διάφορα πολιτιστικά προγράμματα από διά-φορους οργανισμούς και παράγοντες (Υπ. Πολιτισμού, Γ.Γ.Α.Ε, ΣΑΕ,
κλπ.) δεν έχω ακούσει ποτέ λέξη για μας. Πού τέλος πάντων ανήκει ο δικός μας χώρος; Και παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς έχω στείλει σε Έλληνες αρμόδιους υπουργούς κάποια μου έργα, (και δεν είμαι ο μοναδικός), δυστυχώς δεν καταδέχτηκαν να απαντήσουν ούτε ότι τα έλαβαν. Αχαριστία,
αδιαφορία, αγένεια, μικροπρέπεια ή ανειλημμένες υποχρεώσεις; Αναρωτιέμαι τι να ναι από αυτά;
Πώς μπορεί να γίνει εφικτή η παρουσία των Ελλήνων συγγραφέων της Γερμανίας όταν η Μητρόπολη όχι μόνο αδιαφορεί, αλλά δεν έχει ούτε άποψη, ούτε εικόνα αν υπάρχουμε κι ας είμαστε πρέσβεις, όπως μας λένε. Και ιδιαίτερα ως Ελλάδα με τεράστια πολιτιστική κληρονομιά που τη ζηλεύουν όλοι,
δεν της επιτρέπεται να μένει ούτε αδιάφορη, ούτε ξένη. Ως απόδημος Έλληνας ντρέπομαι και ως συγγραφέας λυπάμαι. Για μερικούς ταγούς, που ίσως σκεφτούν και πουν, τι να κάνει η Ελλάδα τον καθένα που λέει ότι είναι συγγραφέας, θα πρέπει εμείς να τον κάνουμε τι; Πολλές θα μπορούσαν να ήταν
οι απαντήσεις. Ας σπάσει πρώτα τον πάγο της αδιαφορίας η Μητρόπολη, ας επικοινωνήσει με τους συγγραφείς της διασποράς και από κει και μετά κρίνονται τα έργα όλων, που λένε πως είναι συγγραφείς με μόρφωση ή αυτοδίδακτοι. Ένας Αληθινός Πρέσβεις του Λόγου δεν αντιπαραθέτει ποτέ τα Κάλη
της ψυχής του με τα αντίστοιχα κάλλη της ύλης
Σίγουρα η πτώση της λογοτεχνίας εκτός της μητροπολιτικής αδιαφορίας οφείλεται και σε άλλους αρνητικούς και κατασταλτικούς παράγοντες που ξεκινούν από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, την οποία τραυμάτισαν θανάσιμα με «τεχνολογικά» όπλα της «νέας εποχής» ,έτσι ώστε η παρουσία της
στον 21ο αιώνα να καθίσταται αμφίβολη ή και αδύνατη ενώ παράλληλα η αντικατάστασή της από διάφορες εμπορικές σαχλότητες δεδομένη. Τα Κάλλη του Λόγου αντικαθίστανται απ τη «μοντέρνα» εποχή. Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται χρήση του λόγου με τρόπο άγριο, πρόστυχο και επιπόλαιο, έτσι
που η παγίδευση του αναγνωστικού κοινού σε συμπληγάδες αντικοινωνικών αποπροσανατολισμών, συν τις ατέρμονες πολιτικές των πολιτειών που αποτελούν και τον κύριο μοχλό, μοιραία οδηγούν την λογοτεχνία καθώς και την ποίηση στους τάφους τους και το αναγνωστικό κοινό στη μεθοδευμένη
απομάκρυνση. Προσωπικά δεν πτοούμαι. Στη σημερινή συγκυρία, δύσκολη και επικίνδυνη από κάθε άποψη, κ α ν ε ί ς Έλληνας δεν έχει δικαίωμα να πτοηθεί.
Και ο λ ό γ ο ς μέσα από πεζά και ποιητικά κείμενα πρέπει να πρωτοστατεί. Και όχι μόνο. Η επιβαλλόμενη έξοδός του από το συγγραφικό «καβούκι» του και η παρέμβασή του, -ανάλογα με τις περιστάσεις των κακών κειμένων του καιρού μας- με ποικιλόμορφες μορφές καθίσταται αναγκαία και
την οφείλει. Μέσα από εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς πρέπει να προβάλλονται οι απόψεις του, έτσι που να καταστεί μπορετό, αν όχι η αλλαγή στον ρου των πραγμάτων, τουλάχιστον το φρενάρισμά τους. Γιατί εκτός από συγγραφείς είμαστε και πολίτες. Και σ ό,τι
με αφορά, έτσι σκέφτομαι και έτσι λειτουργώ. Και επί τη ευκαιρία μια και αναφέρθηκα στα Μ.Μ.Ε., κρατικά και ιδιωτικά, σ ότι αφορά τον ημερήσιο τύπο της γενέτειράς μου, Τρίκαλα-Θεσσαλίας, τους ευχαριστώ θερμά για τις συχνές προβολές τόσο σε προσωπικά μου έργα όσο και σε θέματα που
άπτονται με τα κακώς κείμενα του καιρού μας καθώς και την «Ομογένεια-Καλάμι»-Αμερική. Όσο αφορά τα Μ.Μ.Ε. Αθηνών, θεωρώ ότι και αυτά πρέπει να δείξουν κατά πόσο τους ενδιαφέρουν οι συγγραφείς Έλληνες της διασποράς και κατά πόσο φιλόξενα είναι.
Θα μπορούσα να μεταφέρω πολλές απόψεις ανθρώπων-κάθε ηλικίας και κοινωνικής-επαγγελματικής θέσης- από συζητήσεις για τη λογοτεχνία. Ο σημερινός νέος λέει: «Υπάρχει ενδιαφέρον για λογοτεχνία, δεν υπάρχει όμως χρόνος. Τα ενδιαφέροντα είναι πια αλλού: Στην τηλεόραση, computer, Internet, καθώς
και σε βιβλία με πόρνο και έγκλημα. Δε γνωρίζω παρά έναν, δυο Έλληνες συγγραφείς της Γερμανίας, Δεν είναι η εποχή του βιβλίου. Αυτοί που διαβάζουν είναι αυτοί που ήταν και δε γίνονται περισσότεροι» Και η σημερινή ελληνίδα νοικοκυρά επισημαίνει: «Πού να βρεις το χρόνο. Οι εξελίξεις
τρέχουν, οι δυσκολίες μεγαλώνουν, τα οικονομικά χειροτερεύουν. Λίγος χρόνος για ειδήσεις, άντε να δεις και λίγο τηλεόραση, βάλε και τη διαφήμιση που μας βομβαρδίζει, πάει ο χρόνος. Πού ο παλιός καλός καιρός! Ευτυχώς έχω λίγα αποθεμένα μέσα μου μυθιστορήματα. Και άλλωστε τι να
διαβάσεις»
Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας είναι και η εμπορευματοποίηση του βιβλίου. Όσο η ποιότητα ενός λογοτεχνικού έργου κρίνεται από οικονομικά συμφέροντα και όχι από την αξία του, η δε-δομένη εμπορευματοποίηση του βιβλίου έχει ως επακόλουθα τη «σύγκρουση» με την εσκεμμένη ή
μεθοδευμένη απομόνωσή του από τη μια και από την άλλη το σχηματισμό άλλων νοοτροπιών στην αναγνωστική νοημοσύνη του κοινού, οι οποίες τον απομακρύνουν και τον μεταβάλλουν σε επιλογέα άλλων «πνευματικών» υλών, όπως η ανάγνωση ενός εγκληματικού κειμένου, ενός «ερωτικού» ή «σεξ»,
ενός έργου που σε κάποιες περιπτώσεις δείχνει την ασχήμια του, όσο το χρησιμοποιημένο λεξιλόγιο (σθεναρά πρόστυχο) για λόγους εντυπώσεων αμαυρώνουν τη λογοτεχνία και πολύ περισσότερο διαμορφώνουν την ψυχική υπόσταση και ακόμα τον εξωτερικό χαρακτήρα του αναγνώστη.
Στον πρόλογό μου «Στ αχνάρια της ζωής»1981, έλεγα τότε: «Κάτι μπόρεσα και βρήκα να διαβάσω. Άλλα μου άρεσαν και μου φερναν δάκρυ και χτυποκάρδι, κι άλλα πάλι μ αντράλιζαν το νου, μου φερναν τέτοια αηδία και σιχασιά που έφτανα να κάνω εμετό» Σήμερα μετά τόσα χρόνια αυτή η άποψή μου δεν
επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση. Ευτύχημα είναι που αυτό το μικρόβιο είναι μειοψηφία κι αυτό με παρηγορεί και αντίστοιχα με τρομάζει.
Πώς λοιπόν θα αναδειχτεί ο ρόλος της ελληνικής λογοτεχνίας ελλήνων συγγραφέων στη Γερμανία; Υλικό υπάρχει αρκετό. Η μήτρα της Ελλάδας δεν έχει σύνορα. Παρόλα αυτά μέσα από τα ακούσματα της καμπάνας που θυμίζει Μεγαλοβδόμαδο, καλείται και οφείλει να παίξει το ρόλο της και η
λογοτεχνία της διασποράς, μήπως και προλάβει να σώσει κάτι. Πρέπει να γίνει πρωτοπόρος. Και για να το πετύχει αυτό χρειάζεται την υλική συμπαράσταση από τη Μητρόπολη. Θέλει τη Μητρόπολη χορηγό, προπαγανδιστή, προβολέα, διακινητή. Και η Μητρόπολη διαθέτει όλα τα μέσα. Έτσι θα μπορέσει
ο ρόλος της λογοτεχνίας στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς, όπως αυτή εμφανίζεται στα κείμενα των Ελλήνων λογοτεχνών-συγγραφέων Β` και Γ` γενιάς να σταθεί στα πόδια της, να παράγει έργο και να το παραδώσει στα ανθρώπινα πλήθη. Και, απ όσο γνωρίζω, οι
Έλληνες της Γερμανίας έχουν να παρουσιάσουν έργο εμπνεόμενοι από το ελληνικό πνεύμα. Και αυτή τη φράση που πολλοί επικαλούνται θα πρέπει και να την εννοήσουν.
Και μια και μιλούμε για τους Έλληνες συγγραφείς της Γερμανίας, απ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, άλλοτε μεγαλύτερο και άλλοτε μικρότερο το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και συνάδελφοι-άγνωστοι Γερμανοί λογοτέχνες, ποιητές κλπ. Ο καθένας γνωρίζει ότι ο πολιτισμός δεν έχει σύνορα και
στις δια-μορφούμενες πολυπολιτισμικές κοινωνίες του σήμερα (πέρα από το ότι είμαστε φορολογούμενοι πολίτες) οποιαδήποτε μορφή αδιαφορίας των κρατών-κυβερνήσεων καθίσταται απαράδεκτη.
Για το μέλλον της λογοτεχνίας ο αξιόλογος φίλος μου και καθηγητής Μαθηματικών κ. Παναγιώτης Γιωτάκης έχει την άποψη ότι: « Η άνοιξη της Ελληνικής λογοτεχνίας-από Έλληνες λογοτέχνες της διασποράς-δεν έχει κάνει ακόμα την εμφάνισή της. Και κατά τα φαινόμενα θα αργήσει πολύ.
Λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα από ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών που ζουν και δραστηριοποιούνται στη Γερμανία κυκλοφορούνε ελάχιστα. Κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Και πρέπει να πω ότι οι Έλληνες της διασποράς για ευνόητους λόγους έχουν
περισσότερη ανάγκη το καλό λογοτεχνικό βιβλίο απ ότι οι συμπατριώτες μας που ζουν στην Ελλάδα. Πρώτο ζητούμενο λοιπόν είναι: να γραφτούν(από Έλληνες του εξωτερικού)και να κυκλοφορήσουν αρκετά λογοτεχνικά έργα (μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες κλπ.) Δεύτερο και εξίσου σημαντικό (αν
όχι σημαντικότερο): να βρεθούν τρόποι ώστε το καλό βιβλίο να φτάσει στο παιδί, στον συνταξιούχο, στον εργάτη, στη γυναίκα και γενικά σε όσους ζουν και εργάζονται εδώ. Για να ανέβει το επίπεδό μας λίγο ψηλότερα. Για να φωτίσουμε λίγο τα σκοτεινά μερόνυχτα της ξενιτιάς. Για να γεμίσουμε
δημιουργικά τις άδειες ώρες. Για να αλλάξει τελικά-προς το καλλίτερο- η ζωή μας. -Νυρεμβέργη 23.03.2001 Π. Γ.
Ο επίσης αξιόλογος φίλος μου, Δόκτωρ Ευθύμιος Παπαχρήστος, επισημαίνει ότι: Ο Έλληνας λογοτέχνης στη Γερμανία ως κριτικός παρατηρητής της ζωής, προσεκτικός αφουγκριστής των ανησυχιών του κόσμου δε θα πρεπε να επεξεργάζεται πλέον καλαισθητικά αποκλειστικά ή κυρίως τον ξεριζωμό
των ελλήνων μεταναστών πριν μερικές δεκαετίες, την μεμψιμοιρία για την ξενιτιά και την ελπίδα για παλιννόστηση. Θαρρώ πως κατά κόρον έγινε. Τουναντίον φαντάζομαι τη λογοτεχνία στο κατώφλι του 21ου αιώνα να έχει στο επίκεντρο τα σύγχρονα θέματα, προβλήματα παρουσιαζόμενα με όλα τα
καλλιτεχνικά εργαλεία που διαθέτει ο συγγραφέας. Αναμένω συγγραφή κειμένων που ν΄ αγγίζουν από νέους και με τη θεματολογία και με τη γλώσσα. Όχι γλώσσα ενός ρεπόρτερ-αναμεταδότη ειδήσεων ή συλλογισμών, αλλά γλώσσα υψηλότερου επιπέδου. Ο λογοτέχνης δε χειρίζεται μόνο το λόγο, αλλά
και παράγει λόγο» -Νυρεμβέργη 23.03.2001.
Παρεμπιπτόντως ας μου επιτραπεί να εισάγω στο θέμα μας και μια άλλη διάσταση. Με όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, έχω την άποψη ότι η Μητροπολιτική Ελλάδα έχει περιοριστεί στο αθηναϊκό της «όστρακο» και από κει μέσα προσπαθεί να συμμετάσχει στα παγκόσμια οικονομικά γίγνεσθαι, «ξεχνώντας»
τις υποχρεώσεις της, τις αποστολές και τους θησαυρούς της. Στη σημερινή εποχή που η αφετηρία της βρίσκεται αρκετές δεκαετίες πίσω μας οι σημερινές κοινωνίες ιδιαίτερα της Δύσης καθώς εγκλωβίζονται στην τεχνολογία, η συνέπεια που προκύπτει είναι η συνεχής αποσάθρωση των κοινωνιών
του κόσμου και η άλλοτε Πρωτοπόρος και Μήτρα του Φωτός και του Πνεύματος Ελλάδα πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα. Και αυτό διαπιστώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της εφήμερης ζωής μας.
Από τη μια έχουμε μια κατηγορία ξένων διανοούμενων και επιστημόνων, εξαίρετοι από κάθε άποψη και υμνητές του Ελληνικού Πολιτισμού. Και από την άλλη επίσης μια κατηγορία «πολεμιστών» και ανήθικων που αμφισβητούν ή παραβλέπουν τον Ελληνικό Πολιτισμό, όπως πρόσφατα παρατηρήθηκε ναι
μεν η επικείμενη ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Μουσείου, χωρίς τη συμμετοχή του Ελληνικού, Βυζαντινού και Ρωμαϊκού Πολιτισμού. Με ελάχιστες εξαιρέσεις προσώπων των γραμμάτων και της τέχνης, ο αγώνας της επίσημης πολιτείας (Ελλάδας) είναι μηδαμινός έως ανύπαρκτος. Επί πλέον τα μάρμαρα του
Παρθενώνα αποτελούν μια μαρτυρία, όσο εξακολουθούν να «φιλοξενούνται» στο Βρετανικό Μουσείο του οποίου ο σεβασμός σ ό,τι αφορά τα Μάρμαρα δεν είναι ο ανάλογος και ο χώρος μεταβάλλεται σε εμπορικό «παζάρι» ή δυτική τρώγλη. Μια μαρτυρία και παράλληλα ένα αμείλικτο κατηγορώ για την
αδυναμία των Ελλήνων. Να γιατί υποστηρίζω την άποψη ότι οι έλληνες συγγραφείς της διασποράς πρέπει να είναι ακμαίοι, υπερασπιστές των Μουσών και του πνεύματος και διαμορφωτές ενάντια στα κακώς κείμενα του καιρού μας.
Εν κατακλείδι θα ήθελα να συμπεριλάβω και μια άλλη διάσταση - «άποψη» ενός ..πρόσφυγα που λέει: «Ο Ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι αυτό θα πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετιστεί. Εννοώ δηλαδή να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα
πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή την νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας,
για την πολιτική των Η.Π.Α.» (Χένρυ Κίσινγκερ επί των ημερών του)
Θα ήμουν ευτυχής αν αντί του Αμερικανού διπλωμάτη που η ελληνική τηλεόραση τον παρουσιάζει ως πρόσφυγα σε αδιανόητες συχνότητες, έβλεπα το μεγάλο Οραματιστή Ρήγα Βελεστινλή. Τι γνώμη έχουν άραγε οι Έλληνες συγγραφείς της Γερμανίας και της διασποράς γενικότερα;
Ποιος ή ποιοι θα προστατέψουν τους πολιτισμούς του κόσμου, τον δικό μας και τη λογοτεχνία; Ποιος ή ποιοι θα προστατέψουν τους νέους του πλανήτη μας που μεταβάλλονται σε κλέφτες και πόρνες, που εξελίσσονται σε χρήστες και καταλήγουν σε εγκληματίες; Ποιος ή ποιοι θα κρατήσουν τις
κοινωνίες, που εν ονόματι τάχα της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τις μεταβάλλουν σε ρατσιστικές και τους λαούς σε «όχλο»; Ποιος ή ποιοι θα αποτρέψουν τους πολέμους και θα προστατέψουν την ειρήνη; Ποιος ή ποιοι θα φροντίσουν τα 800 εκατομμύρια πεινασμένων συνανθρώπων
μας στον πλανήτη με τα 180 εκατομμύρια παιδιά, και ποιος θα νοιαστεί για τη σωτηρία της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη; Οι στρατοί, τα πάθη και τα μίση ή η πολιτικές των πολιτικών; Όσο κι αν είναι αρνητικές και αντίξοες οι κοι-νωνίες μας, πιστεύω πως για το χώρο της λογοτεχνίας
προσφέρονται. Μέσα από τους αντικοινωνικούς λαβυρίνθους, δυσκολίες και αδιέξοδα μπορεί να αναδειχτεί ο ρόλος της λογοτεχνίας για τη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς. Ο καθένας από το μετερίζι του και όλοι μαζί οφείλουμε αυτή τη διαμόρφωση, που
πέραν των άλλων που θα προκύψουν, θα πρυτανεύσει και το χα-μένο απαύγασμα του ΛΟΓΟΥ. Του δικού μας Λόγου.
- Νυρεμβέργη-Γερμανία -
ΒΑΙΟΣ ΦΑΣΟΥΛΑΣ
Μάρτης του 2001
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση
Έναρξη Μάιος 2002
Webmaster- Σχεδιαμός και επιμέλεια σελίδας: Δημήτρης
Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση