|
Η
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΟΥΡΙΤΑΝΙΣΜΟΥ
Ωραίες μου κυρίες… απ’ τα αλώνια,
στα σαλόνια
Στις πρόσφατες εκλογές, ο νεποτισμός,
που φάνταζε εξόφθαλμος ακόμα και έναν
αόμματο, ήταν από τα βασικά θέματα
συζήτησης. «Ποιον προτιμάτε, τον ανιψιό, το γιο ή
έναν από εσάς;» ήταν το σύνθημα του
τηλε-πρόβλητου αρχηγού της λαϊκής
εθνικιστικής Δεξιάς. Τελικά ο
κυρίαρχος λαός ψήφισε τον ανιψιό γιατί
ο γιος δεν του γέμιζε καθόλου το μάτι,
όπως όλοι μια οικογένεια είμαστε, και
αφού η νέα Δεξιά κρατά συναίνεση μέχρι
την Ολυμπιάδα. Τώρα άλλες οικογένειες
έχουν πάρει το πάνω χέρι στην
καθημερινότητά μας: Η οικογένεια του
Μίστερ Γκέι, που τη μάνα του την καίει
αν το παιδί της είναι ή όχι γκέι, οι
οικογένειες που στέλνουν τα παιδιά
τους στα ριάλιτι, και εξανίστανται με
τις αλβανικές οικογένειες που θα φάνε
το ριαλιτο-ψωμί των ελληνόπουλων, οι
οικογένειες που κάνουν τράμπα συζύγους
στο σκουπίδι του ΑΝΤ1 Γυναίκες σε Δράση.
Οι οικογένειες σε διάλυση, οι
οικογένειες σε ανασύνθεση, στα
σπάργανα, στην εκκλησιά, στο δικηγόρο,
στο σεξολόγο, στο «σύμβουλο
σχέσης», οι πετυχημένες οικογένειες
στα εξώφυλλα, οι νοικοκυρεμένες
οικογένειες στο ΙΚΕΑ, οι εποχούμενες
στο 4 επί 4 με ευκολίες πληρωμής, οι
σφιχτοχέρες στο ράφι με τα ληγμένα
τρόφιμα, οι απελπισμένες στον
Ευαγγελάτο ή στους πέντε δρόμους, πάντα
όμως οι άγιες ή καταραμένες
οικογένειες. Αν η οικογένεια δεν υπήρχε,
η σύγχρονη Δεξιά (που εδώ εκφράζεται
τόσο από την προσωρινά χαμηλοβλεπούσα
ΝΔ όσο κι από το αμερικανοθρεμμένο giorgo-Pasok) θα έπρεπε να την εφεύρει.
Παγκοσμίως βιώνουμε μια καμπάνια
επανεφεύρεσης, επανίδρυσης,
σοβαντίσματος της σταφιδιασμένης
εικόνας της οικογένειας. Μια καμπάνια
που με το νέο-πουριτανισμό από τη μια
και τον σκανδαλοθηρικό ψευδο-ηδονισμό
από την άλλη, προσπαθεί να
εξισορροπήσει τα δύο καρπούζια που θα
κρατήσουν τους πληβείους ζεμένους στο
αλέτρι. Ότι το καρπούζι εξακολουθεί να
είναι μάπα, εκατέρωθεν, ότι ούτε το
όνειρο της «χαρούμενης
οικογένειας» τραβάει, ούτε η
πλαστική απελευθέρωση του σεξουαλικού
εμπορίου καλύπτει τα κενά, είναι επίσης
γνωστό. Ο ατομικός νέο-συντηρητισμός,
όποια μορφή και να παίρνει – και η
σεξολογία – περιαυτολογία από το
Κοσμοπόλιταν ως τον Πάουλο Κοέλιο
είναι μία από αυτές – δεν είναι απλά
μόδα. Είναι το κυρίαρχο ρεύμα της
εποχής μας, και τα όποια αντίπαλα
ρεύματα, δεν μπορούν να μην ασχοληθούν
μαζί του.
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα πολύ
ενδιαφέρον άρθρο με θέμα την επιστροφή
του Πουριτανισμού,
της συνεργάτη μας ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΟΛΙΤΗ που πολύ μας άρεσε.
Διαβάζοντας κανείς τις
σελίδες «κοινωνικής κριτικής και
ανάλυσης» του σοβαρού αγγλόφωνου Τύπου
(σοβαρές θεωρούνται οι εφημερίδες που
δεν διαβάζει π.χ. ο μέσος αμερικανός)
παρατηρεί ότι πληθαίνουν τα άρθρα
αναφοράς στις οικογενειακές αξίες,
στην κρίση των αξιών αυτών και το
ξεπέρασμά της, στην επιστροφή σε ρίζες,
ιδανικά και αρχές που κρίνονται ως
αντίδοτα στο χάος του ύστερου
καπιταλισμού. Το «πουριτανικό – σικ»
επιστρέφει στη μόδα, στις σχέσεις, στη
χάραξη εθνικής πολιτικής, στην ακόμα
πιο άγρια συρρίκνωση του κράτους
πρόνοιας σε βαθμό εξαφάνισης, στην
ιδιωτικοποίηση κάθε μορφής ενέργειας,
υπηρεσίας και δικαιώματος που μέχρι
πρόσφατα θεωρείτο πολιτειακή
υποχρέωση, στο νέο εθνικισμό, στο φόβο
και τη μισαλλοδοξία, στο κυνήγι μελαψών
μαγισσών, στην παρακολούθηση των
πάντων παντού και πάντοτε. Το «πουριτανικό
– σικ» (έκφραση που κλέψαμε από άρθρο
των Νιου Γιουρκ Τάιμς που εκθειάζει
κριτικάροντας και κριτικάρει
εκθειάζοντας τα ανακαινισμένα ιδανικά
μιας Αμερικής που νοσταλγεί τον
Αϊζενχάουερ) λανσάρεται ως σωτήρας την
εποχή της οικονομικής κρίσης, της
ανασφάλειας, του διαρκούς πολέμου, του
παντοκράτορα τρόμου. Αν στα
πρωτοσέλιδα παρελαύνουν τα πτώματα από
τα τρομοκρατικά χτυπήματα, οι
πολιτικές δολοφονίες, το καζάνι της
Μέσης Ανατολής, το φλεγόμενο
ναρκοπέδιο του Κοσσυφοπεδίου, οι εκτός
ελέγχου καταστάσεις στο Ιράκ, τα
καλέσματα της ραμπο-διεθνούς για αρωγή
των εταίρων και οι εκκλήσεις του
παγκόσμιου αστυνόμου για
ασφυκτικότερο έλεγχο και πιο
πειθαρχημένους υπηκόους, στις μέσα
σελίδες γράφονται ελεγείες για τη
μητροπολιτική απελευθέρωση του Νέα
Γυναίκα Μόνη Ψάχνει και
καλωσορίσματα στην αναβαπτισμένη
αναδίπλωση στο οικογενειακό κουκούλι.
Μπορεί να θεωρούμε τηλεοπτικές σειρές
όπως το Sex and the City ή τα Φιλαράκια (Friends) υποκουλτούρα, όμως ας μην ξεχνάμε
ότι αυτή η λεγόμενη υποκουλτούρα είναι
που αντικατοπτρίζει – και σε μεγάλο
βαθμό καθορίζει – τις αξίες, τα πιστεύω
και τα θέλω (ή τα υποτιθέμενα θέλω)
εκατομμυρίων ανθρώπων που την
καταναλώνουν, την αναπαράγουν, την
κριτικάρουν αλλά και την
ενστερνίζονται, ως θεατές – αλλά και ως
πρωταγωνιστές της δικής τους μικρής
σαπουνόπερας.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι
μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτέμβρη
όλοι οι Αμερικανοί έβλεπαν με μανία Friends για να
πάρουν τζούρες οικογενειακής και
φιλικής ατμόσφαιρας και θαλπωρής, ή ότι
οι συλλεκτικές εκδόσεις τέτοιου είδους
σίριαλ σε dvd πωλούνται
σε τσουχτερές τιμές και γίνονται
ανάρπαστες, καταλαβαίνει την επιρροή
που έχει η «εικονική» οικογένεια και τα
ομοιώματά της στους πραγματικούς
ανθρώπους.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη
τηλεοπτική σειρά (για να μην μιλήσουμε
καν για κινηματογραφικό έργο ή για
λογοτεχνικό βιβλίο) για την οποία να
χύθηκε τόσο μελάνι, από έγκριτες
γραφίδες και διανοούμενους
δημοσιογράφους, όσο για το sex and The City. Το σίριαλ με τις τέσσερις
νεοϋορκέζες φιλενάδες, που έψαχναν στο
λαβύρινθο της πόλης για γκόμενο και
ακριβά παπούτσια και μιλούσαν για το
σεξ όπως ο μανάβης για τα αμπελοφάσουλα,
έφτασε αισίως στο τέλος του. Οι
πρωταγωνίστριές του στην πραγματική
ζωή παντρεύτηκαν και νοικοκυρεύτηκαν
και οι εφημερίδες και τα περιοδικά,
σοβαρά και λιγότερο σοβαρά, έσπευσαν να
το αποχαιρετήσουν, αποχαιρετώντας μαζί
του μια εποχή. Αντίο σεξουαλικό σαφάρι,
καλημέρα καρό ποδιά και ημέρα «της
συγχώρεσης» της γαλοπούλας. Είναι
γνωστό ότι οι δημοσιογράφοι, ιδιαίτερα
εκείνοι του λάιφ – στάιλ που μια ζωή
πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες,
ψοφάνε να δημιουργούν «τρεντ» (τάσεις)
από το τίποτα. Παντρεύεται μια μοντέλα;
Επιστροφή στην οικογένεια. Χωρίζει
ένας ροκ – σταρ; Επιστροφή στο μονήρη
βίο. Είναι ψιλολεσβία μια
τηλεπαρουσιάστρια; Επιστροφή στην
αμφισεξουαλικότητα. Φυσικά όλα αυτά
είναι βούτυρο στο ψωμί του καθένα που
πληρώνεται έστω και πενιχρά για να
αερολογεί. Όμως στη συγκεκριμένη
περίπτωση (μιλάμε πάντα για τους
δακρύβρεχτους αποχαιρετισμούς σε ένα
από τα πιο πετυχημένα και μακροβιότερα
σίριαλ όλων των εποχών) η πλημμυρίδα
άρθρων και κουτσομπολίστικων
αφιερωμάτων συνδυάζεται με ένα μπαράζ
θεωρητικοποίησης της νέας
οικογενειοκρατίας παράλληλα με μπαράζ
πολιτικών εξαγγελιών για μέτρα
προστασίας της οικογένειας. Ο Μπους ήδη
στηρίζει μεγάλο μέρος της προεκλογικής
του εκστρατείας στα προγράμματα
ενίσχυσης της υγιούς οικογένειας και
του γάμου, σε στενή και αρμονική
συνεργασία με την φονταμενταλιστική
χριστιανική Δεξιά. Αντίστοιχα, οι
όποιες προοδευτικές ευαισθησίες του «αντίπαλου
δέους» συνήθως εξαντλούνται σε «ομάδες
πίεσης» (έτσι μεταφράζεται το ευρέως
διαδεδομένο “lobbyng” – ως μέσο
πολιτικής διεκδίκησης) όπως οι
ομοφυλόφιλοι, οι λεσβίες, δημοκρατικοί
πάσης φύσεως και μειονότητες που όμως
διεκδικούν μια ομπρέλα προστασίας και
ζητάνε επίσης γάμους, κορδέλες, παπάδες
και θητεία στο στρατό. Οι δημοκρατικοί
ζητάνε ανοιχτή παρουσία των γκέι στο
στρατό και στα αξιώματα και ανάδειξη
στον άμβωνα της εκκλησίας, οι
ρεπουμπλικάνοι ζητάνε
αποκλειστικότητα των στρέιτ με παπά
και με κουμπάρο. Όσο για την καραμέλα
της πολυπολιτισμικότητας και της
ανοιχτής κοινωνίας, αυτή στην Αμερική
ζει και βασιλεύει μαζί με τον ρατσισμό,
όσο οι μαύροι είναι κρέας για τα
κανόνια και τρόφιμοι στις φυλακές, όσο
οι Μεξικανοί μπορούν να διαβούν τα
σύνορα για να γίνουν αναλώσιμοι
βιομηχανικοί εργάτες, και μετά να
απελαύνονται, όσο οι λατίνοι ψηφίζουν
ότι τους πουν, εκλέγουν δημάρχους,
αγοράζουν ναρκωτικά και υπηρετούν τις
λευκές κυρίες. Η ίδια
πολυπολιτισμικότητα και ανεκτικότητα
σε εισαγωγικά ζει και βασιλεύει στην
Ελλάδα, μαζί με τον ρατσισμό των
ελληναράδων: Η πολυπολιτισμικότητα των
καλών Χασάν, που βγαίνουν την 25η
Μαρτίου με τις ελληνικές σημαίες,
κυρίως γιατί φοβούνται ότι μετά την
Ολυμπιάδα θα τους μαγκώσει η σκούπα του
μπόγια. Η πολύ-πολιτισμικότητα που μας
φωνάζουν «γκέισες και γκέισες» (συγγνώμη,
αυτό το λέει ο Μητσικώστας) και μας
προκαλούν να «το
βγάλουμε από μέσα μας» αυτό που
έχουμε, αυτό που νιώθουμε, αυτό που
κάνουμε στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην
τουαλέτα, μόνοι μας μες στο σαλόνι μας.
Ο κιτρινισμός και η εθνική «λουγκροποίηση»
για να χρησιμοποιήσουμε μια χυδαία
έκφραση, με τη ρουβέικη γιουροβίζιον,
τις ναζιστικής αισθητικές τελετές αφής
της φλόγας, το μιλιταριστικό φετιχισμό
των αρμάτων μάχης και των νατοϊκών
ασκήσεων, όλα αυτά δεν μπορεί να είναι
παρά το ροζ κιλοτί παραπλήρωμα της
δημοκρατίας του γαλανού και του χακί,
υπό τη σκιά της αστερόεσσας. Αν όλα αυτά
δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως να
συνδέονται με την επιστροφή στην
οικογένεια, την όποια κολοβή,
τσουρομαδημένη, ασθμαίνουσα
καταχρεωμένη και αγχωμένη οικογένεια,
είναι ακριβώς επειδή το καλειδοσκόπιο
της φαινομενικότητας φροντίζει να
διαθλάται σε χίλιες ψηφίδες. Ο κόσμος
κοιτάει την οικογένειά του (κι ας μην
την γουστάρει) και τη δουλίτσα του (αυτή
κι αν δεν την γουστάρει, απλά εύχεται να
συνεχίσει να την έχει) όχι επειδή του το
είπε ο Μπους ή επειδή τελείωσε το Sex and the City και παντρεύτηκε η πρωταγωνίστρια.
Αριστεροί, δεξιοί και συγχυσμένοι,
βρίσκονται «χαμένοι στην κοσμάρα τους»
όπως ακούς όλο και πιο συχνά τον κόσμο
να σου λέει, όχι επειδή έτσι του αρέσει,
αλλά επειδή το αλλιώς δεν είναι εύκολο.
Άνθρωποι ουσιαστικά μόνοι, ανεξάρτητα
ταξικής θέσης και πολιτικής συνείδησης,
«του ζευγαριού την
ασήκωτη σφαίρα σπρώχνουν πιο πέρα
νύχτα και μέρα», όπως έλεγε και ο
Σαββόπουλος της εποχής του ιδιωτικού
οράματος, που είναι ξανά της μόδας, όχι
επειδή το ζευγάρι ή η πυρηνική
οικογένεια προσφέρουν κάποιο δίχτυ
ασφαλείας. Αλλά επειδή το άλλο, η
περιώνυμη συλλογικότητα για την οποία
μιλάει όχι μόνο η ρεφορμιστική
Αριστερά («βρεθήκαμε
στους δρόμους θα συναντηθούμε στις
κάλπες») αλλά και η καθεστωτική Δεξιά
(«όλοι οι Έλληνες
μαζί θα προκόψουμε») εξακολουθεί να
είναι χίμαιρα και αυταπάτη. Όσο για τη
συλλογικότητα που επικαλούμαστε, ως
ριζοσπαστική Αριστερά, ως πόλος της «άλλης
Αριστεράς», εξακολουθεί να μην έχει
μόνιμη παγιωμένη υλική υπόσταση (κάτι
το οποίο είναι θετικό, γιατί σημαίνει
ότι δεν είναι περιχαρακωμένη) παρά να
διαφαίνεται στις πιο ευγενείς στιγμές,
στις πιο γενναίες χειρονομίες, στις
αγωνιστικές διεκδικήσεις αλλά πάνω από
όλα στο συντροφικό πολιτισμό, όχι μόνο
του σήμερα και του χτες, αλλά κυρίως του
μέλλοντος.
Ωραίες μου κυρίες… απ’ τα αλώνια,
στα σαλόνια
Όλοι έχουν κουραστεί με
την «πάρ’ τα στα
μούτρα» σεξουαλικότητα. Στις μέρες
μας πλέον αυτό που εκτιμάται
περισσότερο είναι κάτι πιο σεμνό και
κομψό, με υπόνοιες να διαφαίνονται κάτω
από την επιφάνεια. Αυτή η ατάκα ανήκει
σε μια κυρία μάνατζερ της νέας
διαφημιστικής καμπάνιας της Levi’ s και η κυρία
τόσα λεφτά παίρνει, κάτι θα ξέρει
παραπάνω. Όπως δεν κουράζονται να
γράφουν τα περιοδικά και οι στήλες
μόδας των εφημερίδων, «το σεξ δεν πουλάει, η κυρία καθώς
πρέπει είναι πλέον ιν». Καιρός ήταν
να συμβεί και αυτό, θα αναφωνήσουν οι
περισσότεροι και ίσως έχουν δίκιο. Πόσα
περισσότερα ορθάνοιχτα σκέλια και
ξυρισμένα ανδρικά στήθη πρέπει να δει
κανείς για να μπουχτίσει με το
ιλουστρασιόν σεξ – απίλ και το
φουσκωμένο με τρόμπα ανδρισμό; Όμως η
μόδα της «μις παρθενοπιπίτσα» που αν
πιστέψουμε τους σχεδιαστές, φέρνει
ξανά στο προσκήνιο το συγκρατημένο
αισθησιασμό της εποχής του Breakfast at Tiffany’s, είναι βέβαια μια εποχική τάση, αλλά
και μόνο ότι υπαγορεύεται άνωθεν,
οφείλει να μας κάνει καχύποπτους. Μια
ματιά τόσο στα προχωρημένα έντυπα όπως
το εγγλέζικο Face – από τα περιοδικά που καθιέρωσαν
τους όρους λάιφ – στάιλ και brug culture (ναρκο-κουλτούρα) όσο και στα
κιτρινιάρικα ταμπλόιντ, πείθει και τον
πιο αδιάφορο στο οπτικό γαργάλημα, ότι
η έκθεση ωμοτήτων (μπούτι, στήθος, σπάλα,
νεφραμιά) έχει ξεπεράσει την πρόκληση
και έχει φτάσει στο βαθμό του
υπερκορεσμού. Ταλαίπωροι άνθρωποι στο
τρένο διαβάζουν για την καημένη τη
Χριστίνα Πάτσα που δεν μπορεί να βγει
από το σπίτι της επειδή την πολιορκεί ο
θαυμαστής ενώ μοντέρνα «τυπάκια» (τρέντιδες)
κιαλάρουν τις διαφημίσεις της Gucci με ένα
επώνυμο σορτς να αφήνει να διαφανεί
ένας ανώνυμος όρχις. Οπότε, μετά από
τόσο κρέας, καλό είναι και λίγο
κούμπωμα του γιακά και κατέβασμα του
ποδόγυρου, να αφήνουμε και τίποτα στη
φαντασία. Αυτό από μόνο του δεν χαλάει
κανέναν. Όμως η πλάκα και κυρίως η «επικινδυνότητα»
του νεοπουριτανικού λουκ έγκειται
αλλού. (Η λέξη επικινδυνότητα μπαίνει
σε πολλά εισαγωγικά, γιατί είναι γελοίο
να θεωρείς επικίνδυνα πράγματα του
αέρα όταν άλλα σε σκοτώνουν στ’
αλήθεια). Το αστείο και συνάμα τραγικό
είναι το πώς μια ξοφλημένη βιομηχανία,
ξοφλημένη στο περιεχόμενο, όχι στο πόσο
πουλάει, εφευρίσκει νέους τρόπους για
να εξακολουθήσει να πουλάει, αυτό που
κανονικά δίνεται σε κάθε άνθρωπο
δωρεάν με τη γέννησή του και με το που
καταλαβαίνει τον εαυτό του. Η μόδα και
τα συμπαρομαρτούντα της εξακολουθούν
να είναι σημαντικό κεφάλαιο της
παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Όσο
μάλιστα εντείνεται η φτώχεια, η
ανασφάλεια, το καθεστώς τρόμου,
γενικευμένου πολέμου και αιωρούμενης
απειλής, τόσο τα ευτελή, τα άχρηστα και
τα ευκαιριακά είναι τα αγαθά των ημερών.
Κιλότες από την Κίνα έχουν πλημμυρίσει
τις αγορές, που τις φτιάχνουν πιθανόν
ανήλικα κινεζάκια με μεροκάματα πείνας.
Η βιομηχανία σέξι εσωρούχων είναι από
τις πιο ακμαίες παγκοσμίως, ενώ στο
Ιράκ αμερικανικά καταστήματα «βοηθημάτων»
στέλνουν στις χαροκαμένες ιρακινές
δονητές (σε αυτό το σημείο δεν μπορούμε
να αντισταθούμε στον πειρασμό να
υποδείξουμε που πρέπει να βάλουν τους
δονητές τους οι Αμερικανοί και οι
Αμερικανίδες, κι ας είναι σεξιστικό).
Όπως και να έχει, ξοφλημένη ή όχι, η μόδα
του κοιτάτε αλλά μην αγγίζετε, αφού
έκανε την πορνογραφία είδος μαζικής
κατανάλωσης και μορφή δήθεν υψηλής
τέχνης, αφού έκανε και το τελευταίο
ρετάλι τουαλέτα υψηλής ραπτικής,
ξεσκίζει για νιοστή φορά τις σάρκες της
και ανακαλύπτει εκ νέου την κρυφή
γοητεία της μπουρζουαζίας, τον
ερωτισμό του πουριτανισμού, το
παιχνίδι της απόκρυψης. Η μόδα και το
ρούχο, φέρνουν σε αυτόν που τα φοράει (ή
μάλλον που τον φοράνε, τον καβαλάνε η
μόδα και το «τρεντ») επιβεβαίωση,
ταυτότητα, λόγο ύπαρξης, τρόπο να
πουληθεί ο ίδιος στο παζάρι δοσοληψιών
που είναι οι εργασιακές, ερωτικές και
κοινωνικές σχέσεις. Και επειδή κάθε
μοδάτος που σέβεται τον εαυτό του θέλει
και λίγο θεωρητικό υπόβαθρο για να
πουληθεί, λίγο Μποντριγιάρ και λίγο
τέχνη της σαγήνης, τα νεοσυντηρητικά
ρετάλια των ντεφιλέ κλείνουν τις
αναλυσάρες τους με ολίγον από
αισθητική: «Το να
γυμνώνεσαι δεν είναι πλέον κάτι οριακό»,
λέει ο κύριος Κόστενμπάουμ,
συγγραφέας περί αισθητικής σε άρθρο
συντάκτριας των Νιου
Γιορκ Τάιμς περί επιστροφής στον
πουριτανισμό. «Το
ζητούμενο είναι να φτάσεις στο κατώφλι
μιας ταξικής μετάβασης, να επιδείξεις
την κοινωνική σου θέση και όχι τη
σεξουαλικότητά σου. Πλέον αναζητούμε
πράγματα που πηγαίνουν πέρα από τη
γύμνια, ιστορίες που κατά κάποιο τρόπο
μιλάνε για την μύηση σε μια σέκτα
πατρικίων ή μια κάστα προνομιούχων. Ένα
απλοϊκό στριπτίζ δεν το καταφέρνει
πλέον αυτό».
Γι’ αυτό, για τον
προλετάριο και την προλετάρισσα δεν
αρκεί να δείξει μπούτι και στήθος,
πρέπει να έχει και ένα ημίπαλτο Cucci πρόχειρο, μπας και ανέβει καμιά τάξη
παραπάνω. Ο Μαζωνάκης το έπιασε το
νόημα, κι ας έφαγε χώμα από τον Πανταζή
– Τζουτζούκα. Γιατί όπως λέει και ένα
αυτοκόλλητο που προσφέρει ημι-εργασία
με «πολλά λεφτά» «δεν
έχουμε τίποτα άλλο να χάσουμε εκτός από
τα χρέη μας» - και ο νεοπουριτανισμός
στη μόδα υπόσχεται με τον τρόπο του
στις καταχρεωμένες υπαλλήλους και τους
άνεργους της καφετέριας, ένα καλύτερο
αύριο μέσω «μέσω
μιας διαφαινόμενης ταξικής μετάβασης» όπως
λέει και ο κ. Κόστενμπάουμ.
|