Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

Η αισθητική της ισχυρής Ελλάδας

Πουλάμε και πουλιόμαστε, στην αγκαλιά της Αγοράς κυλιόμαστε και χαριεντιζόμαστε, αφού όλα είναι για πούλημα

Η «πίστα» ήταν παρούσα και στις δύο γιορτές, η ιστορία στο πιάτο, η ιστορία σε επεισόδια, σε παράθεση κυκλική. Η τέχνη που αντιστέκεται, αλλά και η μοντέρνα διεθνιστική τέχνη έλαμπαν με την απουσία τους. Κινητήρια δύναμη της Μεγάλης Ιστορίας, ο Έρωτας και όχι η σύγκρουση, η αντίσταση, η συντριβή, η ταλάντευση, η πάλη των τάξεων, των αντιθέσεων, των συμφερόντων, η πάλη του καλλιτεχνικού βλέμματος, η πάλη και στο επίπεδο της αισθητικής.

Ένα χρονογράφημα της φίλης ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗ.

Αν πιστέψουμε τα όσα λέγονται και γράφονται τις τελευταίες ημέρες, η Ελλάδα είναι η χώρα της πλέον υψηλής αισθητικής και οι Έλληνες είναι ο λαός με τα πιο εκλεπτυσμένα μουσικά και εικαστικά γούστα σε όλη την Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Αναγνωρίζουμε την ποιότητα και εκστασιαζόμαστε μπροστά της (βλ. θριαμβευτική υποδοχή της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων), όμως μην τολμήσει κανείς να μας σερβίρει έστω και μια μικρή φέτα υποκουλτούρας! Θεριά γινόμαστε να τον φάμε, όπως συνέβη με τις αποδοκιμασίες που ακολούθησαν την τελετή λήξης.

Υπήρξαν όμως και πολλοί που αποδοκίμασαν αυτούς που αποδοκίμασαν, επικρίνοντάς τους για μικροψυχία και υποκρισία. Υποτίθεται ότι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, στη δεύτερη γιορτή, δημιούργησε έναν τεράστιο καθρέφτη όπου η σύγχρονη Ελλάδα είδε το πρόσωπό της: και παράδοση ποιοτική (Χρόνης Αηδόνης, Δόμνα Σαμίου), αλλά και σύγχρονη πραγματικότητα: Ντάτσουν με καρπούζια, εύζωνας ποδηλάτης, λαμέ και ολίγον σκυλάδικο. Και όλα αυτά, μας είπαν, μέσα σε μια ατμόσφαιρα διονυσιακού κεφιού, τρανή απόδειξη η κ. Γιάννα Αγγελοπούλου, που χόρευε μόνη στην άδεια κερκίδα των επισήμων. 

Η αισθητική της ισχυρής Ελλάδας των αφεντικών

Ένα βουβό «τα δικά μας» διέτρεχε και τις δύο τελετές. Δική μας η Λερναία Ύδρα, τα ναυτάκια του Τσαρούχη, οι Κούροι και ο εικονογραφημένος Σεφέρης, δικές μας οι ωραίες στολές, οι πτυχωτές των αγαλμάτων και οι φανταχτερές των πολεμιστών – τα κοστούμια που φορούσαν τους ανθρώπους, αντί να συμβαίνει το αντίθετο. Και κινητήρια δύναμη των πάντων, ο μπλε αιωρούμενος Έρωτας, όχι κινητήρια δύναμη των προσωπικών μας ιστοριών, αλλά της Μεγάλης Ιστορίας. Όλα δικά μας, όλα σε ευθεία γραμμή από τον Μινώταυρο και το λαμπρό Βυζάντιο μέχρι το λαϊκό πάλκο με τα λαμπιόνια. Αντίστοιχα, στο δεύτερο μέρος, όλα δικά μας: και τα πλαστικά στάχυα και οι αλιείς με τις ριγέ ναυτικές μπλούζες (τους οποίους ποτέ δεν έχουμε δει στην Ελλάδα, μόνο στα χολιγουντιανά μιούζικαλ) και οι γυμνόστηθοι αγρότες του γυμναστηρίου που πατούν τα σταφύλια φορώντας αθλητικά παπούτσια, και ο Χατζιδάκις και ο Zorba thw Greek. Και ο Νίκος Γκάτσος και ο Καρβέλας. Όλα δικά μας, όλα στοιχεία της ταυτότητάς μας, όχι όμως σε ευθεία γραμμή, αλλά σε γραμμές που διασταυρώνονται, που τέμνονται χαρωπά. Το δάκρυ μας γίνεται χαρά γιατί ξέρουμε να ζήσουμε (όχι κατ’ ανάγκη να σκεφτούμε και να δημιουργήσουμε), γιατί ερχόμαστε από μακριά.

Και όμως η Ιστορία, η μεγάλη Ιστορία (όπως και οι μικρές μας ιστορίες) είναι σύγκρουση, αντίσταση, συντριβή, ταλάντευση, πάλη των τάξεων, των αντιθέσεων, των συμφερόντων, η πάλη του καλλιτεχνικού βλέμματος, η πάλη και στο επίπεδο της αισθητικής. Αν στην τελετή έναρξης κυριάρχησαν τα ακίνητα ταμπλό βιβάν, στην τελετή λήξης τα ταμπλό ζωντάνεψαν και χόρεψαν, επιχειρώντας να δώσουν μια ρηχή και τουριστική εικόνα της Ελλάδας. Όμως αυτό που ήταν πρωτότυπο και δροσερό πριν από 50 χρόνια (π.χ., Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο ή οι ωραίες ανθοστολισμένες ανδρικές μορφές του Γιάννη Τσαρούχη) γίνεται σήμερα μουσειακή, γλυκερή αναπαράσταση.

Το «κιτς» βρίσκεται στα χείλη πολλών. «Μας άρεσε η πρώτη γιορτή, δεν ήταν καθόλου κιτς, αλλά η δεύτερη…πολύ κιτς, παιδάκι μου. Δεν λέω, ωραία τα ποντιακά, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά αυτή την πίστα, τι την ήθελε;». Και όμως η «πίστα» ήταν παρούσα και στις δύο γιορτές, η ιστορία στο πιάτο, η ιστορία σε επεισόδια, σε παράθεση κυκλική, παρά τα αιωρούμενα και αποδομούμενα αγάλματα, τα λέιζερ και τον ερυθροκένταυρο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε την τιμητική του στη διάρκεια των Αγώνων. Όχι όμως ο Επιτάφιος ή το Κάντο Χενεράλ και το Αξιον εστί, αλλά το syrtaki του Ζορμπά, που όπως έγραψε μια αμερικανική εφημερίδα «ακούστηκε περισσότερες φορές από τον αμερικανικό εθνικό ύμνο». Η τέχνη που αντιστέκεται, αλλά και η μοντέρνα διεθνιστική τέχνη έλαμπαν με την απουσία τους από το λουσμένο στα βεγγαλικά στάδιο, όπως έλαμπε και η πιο λαμπερή γυναικεία φωνή των τελευταίων δεκαετιών, η φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, η οποία έχει «γεμίσει», έχει δονήσει εκατοντάδες στάδια (και εκατομμύρια καρδιές) στην Ελλάδα και στο εξωτερικό…

Ωστόσο, και ο Αντώνης Ρέμος και η Άννα Βίσση και ο Σάκης Ρουβάς ταίριαζαν ακόμα περισσότερο, με την έννοια ότι εκπροσωπούν την κυρίαρχη αισθητική της ισχυρής Ελλάδας, της Ελλάδας που «ξέρει να οργανώνει», «να πετυχαίνει», να «πουλάει». Η επιτυχία τρέχει από τα μπατζάκια αυτών των καλλιτεχνών, είναι αποτυπωμένη στο πρόσωπο, στην έκφραση, στην κίνησή τους, όπως είναι αποτυπωμένη στο πρόσωπο, στην αισθητική, στο ύφος και στη στάση της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης. Πουλάμε και αρέσουμε, αρέσουμε και γι’ αυτό πουλάμε, πουλάμε και πουλιόμαστε, στην αγκαλιά της Αγοράς κυλιόμαστε και χαριεντιζόμαστε, αφού όλα είναι για πούλημα.

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

 Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  W.D.G

 17/09/2004