Πολιτικό καφενείο

"Ο Μεγάλος Ανατολικός"

Πρόσθεση στα Αγαπημένα

Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

Forum

Βιβλίο επισκεπτών

Επικοινωνία

   Αποστολή άρθρων στην: Συντακτική επιτροπή                                                        Οργάνωση θεμάτων: Βήχος Παναγιώτης

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

 


Αρχείο

 

Κεντρική Σελίδα

 

 

 

To έργο Minority Report σε κινηματογραφική ταινία με τον Τομ Κρουζ


 

 

 

 

 

 

 

 

Minority Report

To ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα κείμενο του συνεργάτη μας ΠΑΝΟΥ ΒΑΛΑΒΑΝΗ με τον τίτλο: Minority Report. Ο Πάνος Βαλαβάνης είναι ψυχίατρος στο Δρομοκαϊτειο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής. Το "Minority Report" είναι ένα ψυχολογικό, μελλοντολογικό θρίλερ, βασισμένο σε μια πικρά προφητική νουβέλα του Φίλιπ Ντικ (Philip K. Dick) που δημοσιεύτηκε το 1956 στο περιοδικό «Fantastic Universe». Ο Ντικ γεννήθηκε το 1928 στο Σικάγο (41 μέρες μετά τη γέννησή του πέθανε η δίδυμη αδελφή του), έζησε τον περισσότερο καιρό στην Καλιφόρνια και πέθανε το 1982. Θεωρείται ως ένας απ τους σημαντικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας του εικοστού αιώνα, ένας μεταφυσικός φιλόσοφος ο οποίος μέσα από την επιστημονική φαντασία εκφράζει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του.

O Στίβεν Σπίλμπεργκ (Steven Spielberg), ο μεγαλύτερος σύγχρονος παραμυθάς, είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους πλέον πετυχημένους σκηνοθέτες στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Κατά τη διάρκεια της κινηματογραφικής του πορείας, αρκετές φορές αδίκησε τις εμπνεύσεις του εξαιτίας της επιδίωξης για εύκολη ευχαρίστηση του κοινού και ταμιακή επιτυχία. Ανησυχώντας για το γεγονός αυτό είπε μετά το «Jurassic Park» πως «ένα κομμάτι του εαυτού μου τρέμει ότι θα με θυμούνται για τα λεφτά που έβγαλαν οι ταινίες μου και όχι για τις ίδιες τις ταινίες». Τελικά όμως ο πρωταρχικά ανθρωποκεντρικός αυτός δημιουργός κατόρθωσε να ισορροπήσει αξιοθαύμαστα ανάμεσα στον εισπρακτικό θρίαμβο και στην τέχνη και σήμερα ελάχιστοι πια αμφιβάλλουν για το μέγεθος του ταλέντου του, τη δημιουργική δύναμη, τη ζηλευτή επινοητικότητα και την τόλμη του.

Πρόσφατα παρουσίασε την ταινία «A.I.: Τεχνητή Νοημοσύνη» («A.I. Artificial Intelligence»), βασισμένη σ ένα όραμα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (Stanley Kubrick) ο οποίος ήθελε να σκηνοθετήσει το έργο ο Σπίλμπεργκ, γιατί πίστευε ότι θα μπορούσε να αναδείξει καλύτερα απ όλους το σχετικό θέμα. Ωστόσο το φουτουριστικό μελλοντολογικό θρίλερ «Minority Report» («Μειοψηφικό Πόρισμα» ή «Αναφορά της Μειοψηφίας») είναι αυτό που περισσότερο απ όλα τα έργα του Σπίλμπεργκ θυμίζει τον αξέχαστο δημιουργό. Πρόκειται για ένα όντως συναρπαστικό φιλμ, γεμάτο ανατροπές και οδυνηρά ξαφνιάσματα το οποίο αναφέρεται σε ένα ζοφερό αύριο τεχνολογικού ολοκληρωτισμού. Ο Σπίλμπεργκ δείχνει μια σκοτεινή, εφιαλτική τοιχογραφία του μέλλοντος με αναφορές στην τεχνολογία, στην ανθρώπινη μοίρα, στην καθολική παρακολούθηση και στο «Μεγάλο Αδελφό» του Όργουελ, στην προχρονολογημένη καταστολή. Όλα αυτά προβάλλονται σ ένα κοινό με ανοιχτές ακόμα πληγές από το χτύπημα της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου, σε μια εποχή ανασφάλειας, φόβου και καχυποψίας, όπου συνεχώς αναζητούνται και κατασκευάζονται ένοχοι.

Στο «1984» ο Τζορτζ Όργουελ (George Orwell) προεκτείνει στο μέλλον το παρόν (σταλινισμό) και το πρόσφατο παρελθόν (ναζισμό) της εποχής του κι απεικονίζει διαχρονικά την αδυσώπητη απειλή του ολοκληρωτισμού. Στο προφητικό αυτό έργο ο εμπνευσμένος Άγγλος συγγραφέας δείχνει πως η επιθυμία για δύναμη, έλεγχο και κυριαρχία φτάνει στην ακραία έκφρασή της, με την αδιάλειπτη αστυνόμευση των ατόμων, στη δημιουργία μιας απολυταρχικής κοινωνίας, ενός παντοδύναμου, κατασταλτικού κράτους. Ενός τυραννικού κράτους το οποίο στοχεύει στην εξάλειψη οιασδήποτε πνευματικής ή ψυχικής δύναμης και καταπνίγει κάθε αντίσταση του ατόμου ώστε να το «αναμορφώσει» για να υποταχτεί πλήρως στα κελεύσματα του ηγέτη του Κόμματος, του «Μεγάλου Αδελφού». Η ιστορία διδάσκει πως η τυραννία, στις ποικίλες εκφάνσεις της, είναι διαχρονική, έστω κι αν αλλάζουν οι τύραννοι. Ένα εύλογο λοιπόν ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό και μορφή υπάρχουν σήμερα το πανίσχυρο, καταπιεστικό κράτος και ο απόλυτος δικτάτορας, κατά πόσο απειλείται ο ιδιωτικός κόσμος του καθενός. Ο Σπίλμπεργκ, στα έργα του οποίου αντανακλάται συχνά η ταραγμένη εποχή μας, λέει πως «Η προφητεία του Όργουελ πραγματοποιείται όχι στον εικοστό αιώνα, αλλά στον εικοστό πρώτο. Ο Μεγάλος Αδελφός ήδη μας παρακολουθεί και η οποιαδήποτε προσωπική ζωή μας απέμεινε θα εξανεμιστεί πλήρως σε είκοσι ή τριάντα χρόνια, γιατί η τεχνολογία θα έχει τη δυνατότητα να βλέπει μέσα από τοίχους, μέσα από στέγες, κατευθείαν στην προσωπική ζωή, στο άδυτο της οικογένειάς μας». Πάντως σε αρκετές ταινίες του Σπίλμπεργκ διαφαίνεται ότι ο άνθρωπος δεν απειλείται από την ίδια την τεχνολογία, αλλά απ τη χωρίς περίσκεψη χρήση της.

Το «Minority Report» είναι ένα ψυχολογικό, μελλοντολογικό θρίλερ, βασισμένο σε μια πικρά προφητική νουβέλα του Φίλιπ Ντικ (Philip K. Dick) που δημοσιεύτηκε το 1956 στο περιοδικό «Fantastic Universe». Ο Ντικ γεννήθηκε το 1928 στο Σικάγο (41 μέρες μετά τη γέννησή του πέθανε η δίδυμη αδελφή του), έζησε τον περισσότερο καιρό στην Καλιφόρνια και πέθανε το 1982. Θεωρείται ως ένας απ τους σημαντικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας του εικοστού αιώνα, ένας μεταφυσικός φιλόσοφος ο οποίος μέσα από την επιστημονική φαντασία εκφράζει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του. Άρχισε να γράφει σε ηλικία 13 χρόνων, εκτός όμως απ το γράψιμο αγαπούσε ιδιαίτερα και τη μουσική, προπάντων την κλασική. Εργάστηκε σε κατάστημα δίσκων και ως παραγωγός εκπομπής κλασικής μουσικής σ ένα ραδιοφωνικό σταθμό της Καλιφόρνιας. Στις αρχές της δεκαετίας του 50 διέκοψε την επαγγελματική του απασχόληση με τη μουσική για ν αφοσιωθεί στο γράψιμο, μια επιλογή που αργότερα χαρακτήρισε ως «αυτοκαταστροφική πράξη». Το 1951 πούλησε το πρώτο του διήγημα στο περιοδικό «Fantasy and Science Fiction» και το 1954 κυκλοφόρησε την πρώτη του νουβέλα, το «Solar Lottery». Το 1963 κέρδισε το βραβείο Hugo για το κλασικό του έργο «Ο Άνθρωπος στο Ψηλό Κάστρο» («The Man in the High Castle») και το 1975 πήρε το βραβείο John Campbell για το «Κυλήστε Δάκρυά μου είπε ο Αστυνόμος» («Flow my Tears, the Policeman Said»). Στο διάστημα της συγγραφικής του καριέρας έγραψε πάνω από 150 διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το κινηματογραφικό κοινό τον γνωρίζει απ το αριστουργηματικό φουτουριστικό φιλμ νουάρ του Ρίντλεϊ Σκοτ (Ridley Scott) «Μπλέιντ Ράνερ: Ομάδες Εξόντωσης» («Blade Runner») που κυκλοφόρησε το 1982 και βασίζεται στην περίφημη νουβέλα του Ντικ «Do Androids Dream of Electric Sleep?». Πρόκειται για ένα έργο αναφοράς σε σχέση με την επιστημονική φαντασία, πάντοτε επίκαιρο, στο οποίο ο ντετέκτιβ Ρικ Ντέκαρντ (Χάρισον Φορντ) προσπαθεί να εξοντώσει πέντε ανθρώπινες ρεπλίκες σ ένα σκοτεινό κόσμο όπου ο άνθρωπος αντιμάχεται τη μηχανή και δεν μπορείς εύκολα να διακρίνεις τους ανθρώπους απ τις ρεπλίκες. Σ ένα άλλο διήγημά του, το «We Can Remember it for you Wholesale», βασίστηκε, το 1990, η ταινία «Ολική Επαναφορά» («Total Recall») του Πολ Βερχόφεν (Paul Verhoeven) μια πετυχημένη εικονογράφηση των φιλοσοφικών προβληματισμών του Ντικ.

Άλλα φιλμ που έχουν βασιστεί στις εικόνες του μέλλοντος και στο σύμπαν το οποίο περιγράφει ο Φίλιπ Ντικ είναι το «Confessions d un Barjo» (1992) του Ζερόμ Μποναβάν (απ το διήγημα «Confessions of a Crap Artist»), το «Screamers» («Μεταλλικές Κραυγές», 1996) του Κριστιάν Ντουγκονάι (απ το διήγημα «Second Variety») και το «Impostor» (2002) του Γκάρι Φλέντερ (απ το ομώνυμο διήγημα).

Ο Ντικ έζησε μια δύσκολη, τρικυμιώδη ζωή σ ένα συγκεχυμένο κόσμο με μεγάλες περιόδους στερήσεων, χρήση ουσιών με τις επακόλουθες αρνητικές συνέπειες, αποτυχημένους γάμους (παντρεύτηκε πέντε φορές κι απόκτησε τρία παιδιά) κλπ. Όλα αυτά επηρέασαν τις απόψεις του για την πραγματικότητα και τη φαντασία και σημάδεψαν τα έργα του στα οποία κυριαρχούν η φιλοσοφική αναζήτηση και η υπέρβαση της συμβατικότητας. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από λιτά εκφραστικά μέσα, γρήγορους και νευρώδεις διαλόγους, συμβολισμούς και περιεχόμενο που όχι σπάνια υπονοείται από λίγες φράσεις ή εικόνες. Στην αφήγησή του προβάλλει συχνά την ιστορία μέσα απ τα μάτια διάφορων χαρακτήρων της κι όχι μονάχα ενός, εναλλάσσοντας συνθετικά και ουσιωδώς τις απόψεις τους (τεχνική της πολλαπλής οπτικής γωνίας). Στα έργα του Ντικ η παραδοξότητα αναμειγνύεται έντεχνα με την καθημερινότητα, η σκοτεινάδα, ο φόβος κι η απελπισία σμίγουν με το χιούμορ και την ειρωνεία. Οι ήρωές του, απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι, προσπαθούν ν αντιληφθούν αυτό που συμβαίνει ή αγωνίζονται να επιβιώσουν σ έναν αδιάφορο ή εχθρικό κόσμο. Ο Φίλιπ Ντικ, μεταφυσικός συγγραφέας και ταυτόχρονα βαθιά ανθρωπιστής, επηρεασμένος από τη φτώχεια και τις δοκιμασίες της ζωής του, θεωρεί την καλοσύνη βασικό χαρακτηριστικό του αυθεντικού ανθρώπινου όντος λέγοντας ότι «Δεν έχει σημασία η εμφάνισή σου ούτε ο πλανήτης όπου γεννήθηκες, αλλά το πόσο καλός είσαι. Η καλοσύνη, κατά τη γνώμη μου, είναι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τις πέτρες, τα ξύλα και το μέταλλο κι έτσι θα είναι πάντα, όποια μορφή κι αν πάρουμε, οτιδήποτε κι αν γίνουμε, οπουδήποτε κι αν βρεθούμε». Επιχειρώντας να προσδιορίσει την πραγματικότητα αναφέρει πως «Η μόνη απάντηση που μπόρεσα να βρω είναι ένα μείγμα από μυστικιστικές εμπειρίες, λογική και πίστη». Σχετικά με την επιστημονική φαντασία πιστεύει πως «Η διέξοδος από μια ζωή εγκλωβισμένη σ έναν κόσμο ελάχιστης φαντασίας είναι το να έρθεις σ επαφή, νοερά, με άλλους υποθετικούς πολιτισμούς του μέλλοντος. Ό,τι κάνω εγώ γράφοντας επιστημονική φαντασία, το ίδιο ακριβώς κάνετε κι εσείς διαβάζοντάς την».

Ο Φίλιπ Ντικ υπήρξε δύσπιστος προς οποιαδήποτε εξουσία και κατηγορηματικά αντίθετος σ όλες τις εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού. Σε μια εποχή όπου στις ΗΠΑ επικρατούσαν ο μακαρθισμός, το ψυχροπολεμικό κλίμα, ο στραγγαλισμός του δικαίου και ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών από κατευθυνόμενες μάζες ή άτεγκτους κρατικούς μηχανισμούς, ο Ντικ στηλίτευσε με το έργο του τον παραλογισμό της αμερικανικής κοινωνίας, τον τυφλό εθνικισμό, την καταπολέμηση κάθε ξένου και διαφορετικού, την ανασφάλεια και το φόβο. Άλλωστε, στις ιστορίες του, όχι σπάνια, οι φόβοι και οι εφιάλτες των ηρώων του αποκτούν υλική υπόσταση. Στα παραπάνω ο χαρισματικός αυτός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας δεν αντιπαρέθεσε επαναστατικές πολιτικές λύσεις, αλλά μικρές ατομικές επαναστάσεις, όπως έναν ανθρώπινο ηρωισμό, αγάπη και καλοσύνη. Τα λόγια του «Διδάχτηκα πως η μεγαλύτερη οδύνη δεν έρχεται σαν αστραπή από τα βάθη του διαστήματος, αλλά απ τα βάθη της καρδιάς» ηχούν πάντοτε επίκαιρα.

Στο φιλμ «Minority Report» η επαναστατική επιστημονική φαντασία του Φίλιπ Ντικ συναντιέται με τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Όπως ήδη αναφέρθηκε οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ο Σπίλμπεργκ είναι ένας σημαντικός δημιουργός. Σίγουρα ορισμένες ταινίες του στόχευαν πρωταρχικά στην εμπορική επιτυχία κι είναι πιο επιφανειακές, έχει όμως δημιουργήσει και μερικά απ τα αριστουργήματα του σύγχρονου κινηματογράφου. Τολμηρός, ριψοκίνδυνος και ταυτόχρονα με σεβασμό στο παραδοσιακό Χόλλυγουντ ο Σπίλμπεργκ ξέρει ν αμφισβητεί κλασικούς κινηματογραφικούς κανόνες, αλλά και να τους υπακούει όταν χρειάζεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το συγκερασμό της καθαυτό κινηματογραφικής και της εισπρακτικής επιτυχίας. Έτσι το «Minority Report», αναμφίβολα ένα κινηματογραφικό διαμάντι στην κατηγορία των ταινιών επιστημονικής φαντασίας, συνδυάστηκε και με ταμιακό θρίαμβο όπως δείχνουν οι εισπράξεις του (35,6 εκατομμύρια δολάρια τις τρεις πρώτες μέρες προβολής). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κορυφαίο έργο επιστημονικής φαντασίας του Ρίντλεϊ Σκοτ «Μπλέιντ Ράνερ», ένα φιλμ για το οποίο ο Ντικ θα ένιωθε οπωσδήποτε περήφανος, με παραπλήσιο μελλοντολογικό θέμα και την ίδια ζοφερή, συχνά εφιαλτική ατμόσφαιρα υπήρξε ένα κινηματογραφικό αριστούργημα και συνάμα μια μεγάλη εμπορική αποτυχία.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ γεννήθηκε το 1947 στο Σινσινάτι του Οχάιο. Η έλλειψη στενής σχέσης με τον ηλεκτρολόγο μηχανικό πατέρα του τον επηρέασε κι αυτό διαφαίνεται αρκετές φορές στα έργα του. Ασχολήθηκε νωρίς με τον κινηματογράφο, δημιουργώντας σε ηλικία 12 χρόνων την πρώτη του, ερασιτεχνική φυσικά, ταινία, το «The Last Gun». Στα 14 του, όντας ένα παιδί θαύμα κέρδισε σ έναν τοπικό διαγωνισμό με τη σαραντάλεπτη ταινία του «Escape to Nowhere». 16 χρόνων γύρισε το πρώτο του φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το «Firelight» δείχνοντας μια ιστορία για εξωγήινους, γραμμένη από την αδελφή του Νάνσυ (έχει τρεις αδελφές). Λίγο αργότερα, ο νεαρός Σπίλμπεργκ κατάφερε να υπογράψει ένα συμβόλαιο με τη Γιουνιβέρσαλ (Universal) και στη συνέχεια βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Ταινιών της Ατλάντας με το έργο του «Amblin» ένα φιλμ 26 λεπτών το οποίο ασχολείται μ ένα ζευγάρι που γνωρίζεται ταξιδεύοντας με οτοστόπ. Μετά από διάφορες σειρές και τηλεταινίες παρουσίασε το 1971 το τηλεοπτικό ψυχολογικό θρίλερ «Duel» («Μονομαχία»), μια απ τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ για την τηλεόραση, κλασική στο είδος της και η οποία αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο της μεγάλης του καριέρας. Στο «Duel», που ύστερα από κάποιες προσθήκες προωθήθηκε στη μεγάλη οθόνη και προβλήθηκε στους ευρωπαϊκούς κινηματογράφους, ένας μοναχικός πλανόδιος πωλητής απειλείται από ένα βυτιοφόρο γεμάτο βενζίνη, σ ένα κυνηγητό θανάτου, πλημμυρισμένο αγωνία.

Το 1974 σκηνοθέτησε την πρώτη, γνωστή στο ευρύ κοινό ταινία του «Το Εξπρές του Σούγκαρλαντ» («The Sugarland Express») η οποία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, κερδίζοντας το βραβείο καλύτερου σεναρίου. Ακολούθησε την επόμενη χρονιά, το 1975, η υπερπαραγωγή «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» («Jaws»), ένα περιπετειώδες θρίλερ γύρω απ το κυνήγι ενός πελώριου καρχαρία, που σάρωσε τα ταμεία. Η ταινία προβάλλει τους αρχέγονους φόβους του ανθρώπου για τον ωκεανό, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν πως αναφέρεται έμμεσα στο Γουοτεργκέιτ και στη διαφθορά. Στο έργο αυτό υπάρχουν μερικά απ τα βασικότερα στοιχεία της κινηματογραφικής έκφρασης του Σπίλμπεργκ. Μια απλή ιστορία, σκηνοθετημένη αριστοτεχνικά, με υποδειγματική αφήγηση, κυριαρχείται από την ιδέα του αγνώστου, εκπέμπει ανθρώπινα συναισθήματα και είναι εμπλουτισμένη με τεράστιες δόσεις αγωνίας και έξαψης. Και βέβαια υπάρχει η έξοχη μουσική του Τζον Γουίλιαμς (John Williams) που τιμήθηκε με Όσκαρ.

Το 1977 παρουσίασε το «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» («Close Encounters of the Third Kind»), μια κλασική πλέον ταινία επιστημονικής φαντασίας η οποία εξιστορεί την προσμονή των ανθρώπων για ένα άγνωστο αύριο καλύτερο απ το γνώριμο παρόν τους, την επαφή τους με φιλικά (κόντρα στην τότε ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα) εξωγήινα όντα ανώτερης νοημοσύνης, τις ελπίδες τους για φυγή. Το έργο κέρδισε δύο Όσκαρ, το 1978, προτάθηκε για άλλα εφτά (ανάμεσά τους κι αυτό της καλύτερης σκηνοθεσίας για το Σπίλμπεργκ), ενώ έχει μείνει αξέχαστη η μουσική του Τζον Γουίλιαμς. Η επιτυχία του φιλμ έδωσε την άνεση στο Σπίλμπεργκ να το επεξεργαστεί καλύτερα και να το κυκλοφορήσει όπως αυτός ήθελε το 1980 ως «Special Edition». Το 1979 προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το «Από πού πάνε στο Χόλλυγουντ παρακαλώ;» («1941»).

Η γνωριμία του Σπίλμπεργκ με τον πρώην βοηθό του Κόπολα Τζορτζ Λούκας (George Lucas), παραγωγό, σκηνοθέτη και συγγραφέα, έναν απ τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς των Αμερικανών κινηματογραφιστών, είχε ως επακόλουθο μια άκρως πετυχημένη συνεργασία. Έτσι, το 1981 δημιουργήθηκε ο περίφημος τυχοδιώκτης Ιντιάνα Τζόουνς (Indiana Jones) και το αξεπέραστο στο είδος του «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» («Raiders of the Lost Ark»), μια φαντασμαγορική, απολαυστική περιπέτεια με καταιγιστική δράση και χιούμορ, ψυχαγωγική για όλες τις ηλικίες. Το φιλμ αυτό χάρισε στο Σπίλμπεργκ τη δεύτερη υποψηφιότητά του για Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας. Αργότερα, σε παραγωγή του Λούκας και σκηνοθεσία του Σπίλμπεργκ γυρίστηκαν δύο εξίσου πετυχημένες συνέχειες, το «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και ο Ναός του Χαμένου Θησαυρού» («Indiana Jones and the Temple of Doom») το 1984 και το «Ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία» («Indiana Jones and the Last Cruisade») το 1989.

Το 1982 ο Σπίλμπεργκ ίδρυσε δικό του στούντιο παραγωγής ταινιών. Το ονόμασε Amblin, από τον τίτλο του πρώτου του έργου που είχε γυρίσει παλιά για τη Γιουνιβέρσαλ. Η πρώτη παραγωγή της Amblin Entertainment ήταν, το 1982, η μεγαλύτερη μέχρι τότε εισπρακτική κινηματογραφική επιτυχία όλων των εποχών, ο πασίγνωστος «Ε.Τ. ο Εξωγήινος» («Ε.Τ. the Extra-Terrestrial»), με πρωταγωνίστρια την εφτάχρονη βαφτισιμιά του Ντριου Μπάριμορ (Drew Burrymore), ένα φιλμ που του εξασφάλισε μια ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ. Πρόκειται για μια απ τις σημαντικότερες ταινίες επιστημονικής φαντασίας στην ιστορία του κινηματογράφου που ταξίδεψε, μαζί με τον Ε.Τ., εκατομμύρια θεατές στους ουρανούς της φαντασίας, της παιδικότητας, της μελαγχολίας, αλλά και της αισιοδοξίας του Σπίλμπεργκ. Το 1893 παρουσίασε ένα επεισόδιο στη σπονδυλωτή ταινία «Επόμενος Σταθμός η Ζώνη του Λυκόφωτος» («Τhe Twilight Zone»). Το 1985 μετέφερε στην οθόνη το βραβευμένο με Πούλιτζερ βιβλίο της Άλις Γουόκερ (Αlice Walker) «Το Πορφυρό Χρώμα» («The Color Purple»). Μολονότι το έργο του κέρδισε έντεκα υποψηφιότητες για Όσκαρ αγνοήθηκε παντελώς στις απονομές του 1986. Την επόμενη χρονιά, ίσως σε μια απόπειρα εξισορρόπησης, τα μέλη της Ακαδημίας απένειμαν στο Σπίλμπεργκ το τιμητικό βραβείο Irving G. Thalberg. Ακολούθησαν το 1987 το «Η Αυτοκρατορία του Ήλιου» («Empire of the Sun»), το 1989 το «Για Πάντα» («Always») και το 1991 το «Κάπταιν Χουκ» («Hook»), μια αλληγορική αναπαράσταση της διείσδυσης των ονείρων, της μαγείας και της αθωότητας της παιδικής ηλικίας στον αγωνιώδη και καταθλιπτικό κόσμο των ενηλίκων.

Το 1993 ο Σπίλμπεργκ έφτασε στην κορύφωση της καριέρας του με το συγκλονιστικό έργο «Η Λίστα του Σίντλερ» («Schindlers List»), ένα επικό ασπρόμαυρο αριστούργημα που αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα, στην αιματόβρεχτη ωμότητα και στην τρέλα του πολέμου και το οποίο τον καθιέρωσε πλέον ως έναν από τους μεγάλους δημιουργούς του κινηματογράφου. Οι κριτικοί που συχνά μέχρι τότε μιλούσαν για επιφανειακές και συναισθηματικά αδύναμες ταινίες αναγνώρισαν τελεσίδικα τις σκηνοθετικές ικανότητες και τη δημιουργική ωριμότητα του Σπίλμπεργκ, ενώ πήρε το Όσκαρ σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίες (ως παραγωγός). Το φιλμ τιμήθηκε με άλλα πέντε Όσκαρ, μεταξύ των οποίων αυτά της φωτογραφίας, για τις εξαίσιες ασπρόμαυρες ζωγραφιές του Γιάνους Καμίνσκι και της μουσικής για τον αγαπημένο μουσικοσυνθέτη του Σπίλμπεργκ Τζον Γουίλιαμς. Το 1993, χρησιμοποιώντας εκπληκτικά την ψηφιακή τεχνολογία γύρισε το «Τζουράσικ Παρκ» («Jurassic Park»), μια ακόμα μεγάλη εμπορική επιτυχία, με περισσότερες εισπράξεις από το «Ε.Τ. ο Εξωγήινος» και λίγα χρόνια αργότερα, το 1997, τη συνέχειά του «Χαμένος Κόσμος: Τζουράσικ Παρκ» («The Lost World: Jurassic Park»). Το 1994, ο πάντοτε ανήσυχος Σπίλμπεργκ δημιούργησε μαζί με άλλους την εταιρία Dreamworks, στοχεύοντας στην παραγωγή ταινιών δράσης και κινούμενων σχεδίων, τηλεοπτικών προγραμμάτων και μουσικής. Το 1995 τιμήθηκε από το American Film Institute (AFI) για το συνολικό κινηματογραφικό του έργο.

Το 1997 παρουσίασε το «Amistad», μια βαθιά ανθρωπιστική ταινία με θέμα (όπως και στο φιλμ «Το Πορφυρό Χρώμα») τις φυλετικές διακρίσεις που εντυπωσίασε και κέρδισε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Το 1998 δημιούργησε το αριστουργηματικό «Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» («Saving Private Ryan») που το 1999 προτάθηκε για έντεκα Όσκαρ και κέρδισε πέντε ανάμεσα στα οποία ήταν και το δεύτερο Όσκαρ σκηνοθεσίας για το Σπίλμπεργκ. Πρόκειται για ένα «απόλυτο» πολεμικό φιλμ με θέμα την απόβαση στη Νορμανδία, πλημμυρισμένο αντιπολεμικά μηνύματα, το οποίο απεικονίζει με αβάσταχτο ρεαλισμό κι ένα ρηξικέλευθο για τα χολλυγουντιανά δεδομένα τρόπο τη βία, την αγριότητα και τον παραλογισμό του πολέμου. Στη συνέχεια ο Σπίλμπεργκ σκηνοθέτησε το «Α.Ι. Τεχνητή Νοημοσύνη» («A.I. Artificial Intelligence»), μια μελαγχολική, πλημμυρισμένη απ την αναζήτηση της αγάπης, ανθρώπινη, φουτουριστική ταινία απ τις καλύτερες μέχρι σήμερα κινηματογραφικές απεικονίσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

Στα έργα του Σπίλμπεργκ υπάρχουν περιπετειώδης δράση, φαντασία, ένταση, αγωνία και φόβος, χιούμορ, συγκίνηση, ανθρωπισμός. Το πετυχημένο μοντάζ, η φωτογραφία που συμβάλλει στην ατμόσφαιρα κι είναι αρμονικά δεμένη με την υπόθεση της ταινίας, η μουσική η οποία ταιριάζει ιδανικά με το σενάριο και την κεντρική ιδέα του έργου και άλλα στοιχεία της κατασκευής του φιλμ συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός συνόλου που γοητεύει το κοινό. Τα πλούσια και πρωτοποριακά ειδικά εφέ και ορισμένα στοιχεία της αφηγηματικής τεχνικής του χαρακτηρίζουν μια νέα εποχή του Χόλλυγουντ. Ενός Χόλλυγουντ το οποίο ξέρει να υπακούει στους χρυσούς κανόνες της ανανέωσης, δίχως να διαφοροποιεί ριζικά την ουσία των πραγμάτων κι επιπλέον γνωρίζει να συνδυάζει την τόλμη εμπνευσμένων δημιουργών με την επιθυμία των παραγωγών που στοχεύουν πρωταρχικά στην ταμιακή δόξα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πέρα απ τις σκηνοθετικές του ικανότητες ο Σπίλμπεργκ, ένας πολυπράγμονας εραστής της έβδομης τέχνης, έχει διακριθεί και ως παραγωγός επιτυχιών άλλων σκηνοθετών όπως του Τομ Χούπερ στο φιλμ «Το Πνεύμα του Κακού» («Poltergeist»), του Τζο Ντάντε στο έργο «Φανταστική Καταδίωξη» («Innerspace») και του Ρόμπερτ Ζεμέκις στα «Επιστροφή στο Μέλλον» («Back to the Future») και «Ποιος παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ;» («Who Framed Roger Rabit?»). Γενικά, όλοι σχεδόν αναγνωρίζουν πως ο Σπίλμπεργκ διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, έχοντας την ικανότητα να μετατρέπει σε χρυσό ό,τι καταπιάνεται.

Το «Minority Report» ως ταινία οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στον Τομ Κρουζ (Tom Cruise) ο οποίος διάβασε ένα πρόχειρο σενάριό του την εποχή που γυριζόταν το «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» του Κιούμπρικ και το έστειλε εντυπωσιασμένος στο Σπίλμπεργκ. Αυτός το διάβασε μέσα σε μια νύχτα και την επόμενη μέρα αγόρασε τα δικαιώματα του έργου. Πέρασε όμως αρκετός καιρός έως ότου να το μεταφέρει, με τεράστια ομολογουμένως επιτυχία, στη μεγάλη οθόνη. Σε συνεργασία με τους σεναριογράφους Σκοτ Φρανκ («Εκτός Ελέγχου») και Τζον Κοέν απεικόνισε δεξιοτεχνικά την εμπνευσμένη νουβέλα του Φίλιπ Ντικ με αρκετές αλλαγές που όμως δεν αλλοιώνουν το περιεχόμενο και τις ιδέες του αρχικού κειμένου. Το βασικό θέμα είναι ο έλεγχος του μέλλοντος και οι θετικές ή αρνητικές συνέπειες. Μέσα σε μια εφιαλτική, οργουελιανή ατμόσφαιρα, με φόντο την Ουάσιγκτον (μια πόλη των ΗΠΑ που σήμερα είναι απ τις χειρότερες σε εγκληματικότητα) του 2054, η αστυνομία (θυμίζοντας την Αστυνομία της Σκέψης του «1984») μαθαίνει τα εγκλήματα τα οποία πρόκειται να συμβούν και συλλαμβάνει τους υποψήφιους δολοφόνους, εμποδίζοντάς τους να τα διαπράξουν. Έτσι οι μελλοντικοί ένοχοι συλλαμβάνονται προκαταβολικά, κατηγορούνται όχι για εγκλήματα τα οποία διέπραξαν, αλλά γι αυτά που θα διέπρατταν και στη συνέχεια, ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες, τιμωρούνται με απάνθρωπη σκληρότητα, καθώς τους τοποθετούν αναισθητοποιημένους σε ειδικά γυάλινα κουβούκλια. Δηλαδή, το άτομο τιμωρείται για ένα έγκλημα που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει, με άλλα λόγια επιβάλλεται ποινή όχι σε μια κολάσιμη πράξη, αλλά στην πρόθεση. Υπάρχει λοιπόν ένα θεμελιώδες νομικό μειονέκτημα το οποίο έγκειται στο γεγονός ότι καταδικάζονται άτομα που δεν έχουν παραβεί το νόμο αλλά πρόκειται να το κάνουν. Όμως οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να ισχυριστούν πως είναι αθώοι αφού ένοχος είναι ο δράστης ή έστω ο συμμέτοχος μιας αξιόποινης ή επιλήψιμης πράξης. Επιπλέον κάποιος είναι δυνατόν να υποστηρίξει πως η απόκτηση, μέσα από την πρόγνωση, μιας πληροφορίας για εγκληματική πράξη συνδέεται αυτόματα με τη δυνατότητα αυτοαναίρεσής της. Πιθανόν μόλις το άτομο μάθει ότι θα εγκληματήσει και πως το γεγονός αυτός είναι ήδη γνωστό στην αστυνομία, θ αλλάξει γνώμη και δε θα φτάσει στο έγκλημα, έστω γιατί φοβάται τη σύλληψη και καταδίκη του. Στην περίπτωση αυτή η πρόγνωση του φόνου αυτόματα τον ματαιώνει, δηλαδή η ενημέρωση αρκεί για να υπάρξει πρόληψη.

Ορισμένοι ενδεχομένως να ρωτήσουν αν είναι σωστό να επιτρέπεται στους εγκληματίες να δρουν ανενόχλητοι ώστε να τιμωρηθούν στη συνέχεια. Δηλαδή αν είναι προτιμότερο να υπάρχει έγκλημα και τιμωρία παρά τιμωρία χωρίς έγκλημα. Κι ίσως αναφερθούν στα λόγια του Σενέκα πως «όποιος δεν προλαβαίνει ένα έγκλημα όταν μπορεί να το κάνει ενθαρρύνει τη διάπραξή του». Οι σκέψεις αυτές είναι ευεξήγητες, η προσχηματική όμως επίκλησή τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αποστέρηση βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων, τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, την τυραννία. Υπάρχουν όρια όσον αφορά στην εξουσία και μέτρο για τις ενέργειες της. Τίποτα δεν είναι δυνατόν να δώσει άλλοθι στην ύπαρξη ενός απρόσωπου, πανταχού παρόντος, εξουθενωτικού μηχανισμού καταπίεσης κι εκμηδενισμού της προσωπικής ζωής.

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, μιλώντας για την ταινία, είπε ότι «όλοι θα θέλαμε να γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, τι πρόκειται να συμβεί μετά στον κόσμο, στη ζωή μας. Η ιστορία παίζει με την ιδέα του τι θα κάναμε αν είχαμε την ευκαιρία να μάθουμε μερικά πράγματα για το μέλλον, ιδιαίτερα ορισμένα πράγματα που βρίσκονται κάτω απ το κεφάλαιο ζωή και θάνατος». Στο «Minority Report», η ομάδα Pre Crime, μια κατά κάποιο τρόπο πειραματική κρατική υπηρεσία πρόληψης του εγκλήματος, έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα, εξαλείφοντας τα εγκλήματα χάρη σε τρεις μεταλλαγμένους ανθρώπους με ξεχωριστές μεταφυσικές ικανότητες, τους Pre-Cogs. Αυτοί, στην ταινία κι όχι στη νουβέλα του Φίλιπ Ντικ, έχουν πάρει τα ονόματά τους από τρεις διάσημους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, την ʼγκαθα Κρίστι (Agatha Christie), τον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ (Arthur Conan Doyle) και τον Ντάσιελ Χάμετ (Dashiell Hammett). Οι προγνώστες δεν είναι πλέον «κανονικοί» άνθρωποι, αλλά έχουν διαμορφωθεί έτσι, ώστε να εκπέμπουν εφιαλτικά μελλοντολογικά οράματα τα οποία αποτελούν τη μαγιά του τεχνολογικού συστήματος πρόληψης των εγκλημάτων. Αποκλεισμένοι ερμητικά από τον κόσμο, οραματίζονται εγκλήματα που πρόκειται να διαπραχτούν και μεταδίδουν εικόνες οι οποίες διοχετεύονται μέσα από υπολογιστές και προβάλλονται με διαφορές όσον αφορά στην ταχύτητά τους, γεγονός που δικαιολογείται εφόσον αντιπροσωπεύουν προβλέψεις διαφορετικών ταχυτήτων. Τα οράματα των Pre-Cogs συντονίζονται και με αυτό τον τρόπο συμπληρώνεται το παζλ κάθε μελλοντικού εγκλήματος. Οι προβαλλόμενες εικόνες ελέγχονται από πράκτορες της ομάδας επιχειρήσεων της Pre Crime και δύο δικαστές. Αυτοί, με βάση τις προβλέψεις των Pre-Cogs αποφασίζουν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα για την τύχη του υποψήφιου δολοφόνου. Κρίνοντας με ακαμψία, σκληρότητα και στοχεύοντας πρωταρχικά στην προληπτική καταστολή της εγκληματικότητας τον καταδικάζουν. Ο επικεφαλής της ομάδας επιχειρήσεων Τζον Άντερτον (ο Τομ Κρουζ στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του) και οι συνεργάτες του έχουν ένα μικρό σχετικά χρονικό περιθώριο, ώστε να συλλάβουν το μελλοντικό ένοχο πριν αυτός προχωρήσει στο φόνο. Δρώντας άμεσα συλλαμβάνουν τον «προ-εγκληματία», εμποδίζοντάς τον να πραγματοποιήσει το μελλοντικό έγκλημα. Το «τέλειο» αυτό σύστημα λειτουργεί ήδη με απόλυτη επιτυχία πέντε χρόνια δίχως να έχει συμβεί ούτε μια δολοφονία.

Ο Άντερτον, ιδιαίτερα πετυχημένος στη δουλειά του, είναι ένας ευάλωτος, ρημαγμένος άνθρωπος, γεμάτος ενοχές για την απώλεια του γιου του η οποία φόρτωσε μ ερήμωση και σκοτεινιά τη ζωή του. Παίρνει ναρκωτικά (όπως έπαιρνε κάποτε και ο Ντικ) κι αγωνίζεται να ξεπεράσει την προσωπική του τραγωδία. Περνάει τις ελεύθερες ώρες του βυθισμένος στις σκέψεις, στις αναμνήσεις, στις αναπολήσεις των ονείρων της άλλοτε ευτυχισμένης οικογένειάς του την οποία βλέπει σε ολογραφικές προβολές που έχει στο αρχείο του. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που βλέπει την προβολή του γιου του και συνομιλεί μαζί του με τη φωνή του ν ακούγεται από το παρελθόν και το παρόν. Όπως στη νουβέλα του Ντικ, έτσι και στο φιλμ του Σπίλμπεργκ, παρ όλα τα εντυπωσιακά ειδικά εφέ, ο άνθρωπος και η ψυχοκοινωνική του υπόσταση είναι το κέντρο κι ο βασικότερος στόχος του έργου.

Ενόσω η ταινία εξελίσσεται οι προγνώστες οραματίζονται ένα φόνο που πρόκειται να διαπράξει μέσα σε 36 ώρες ο ίδιος ο Τζον Άντερτον. Τον βλέπουν σ έναν άγνωστο χώρο να πυροβολεί κάποιον άνθρωπο που δεν ξέρει. Έτσι ο διώκτης γίνεται πλέον διωκόμενος, ο κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα, παγιδευμένος ασφυκτικά στο «τέλειο» σύστημα το οποίο μέχρι τώρα υπηρετούσε πιστά. Το «αλάνθαστο» αυτό σύστημα τον θεωρεί, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, υποψήφιο δολοφόνο και στρέφεται αμείλικτο εναντίον του. Σύμφωνα με το Σπίλμπεργκ, καθώς ο Άντερτον αντιμετωπίζει το σύστημα που υπηρετούσε, θυμίζει κατά κάποιο τρόπο το αλλοτριωμένο κι απελπισμένο επαρχιωτόπουλο στη «Ζούγκλα της Ασφάλτου». Πιστεύει με απόλυτη βεβαιότητα ότι πρόκειται για μια σκευωρία που στοχεύει στην ενοχοποίησή του. Προσπαθώντας να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει ανακαλύπτει ότι στις αναφορές των Pre-Cogs σχετικά με τους «προ-εγκληματίες» δεν υπάρχει πάντοτε απόλυτη ομοφωνία. Μερικές φορές προβάλλονται δύο πορίσματα, ένα πλειοψηφικό από δύο προγνώστες που συμφωνούν κι ένα μειοψηφικό απ τον τρίτο το οποίο εμφανίζει διαφορές. Όπως γράφει ο Ντικ «Όλα αυτά συμφωνούν με τη θεωρία που μιλάει για τα πολλαπλά μέλλοντα. Εάν ο χρόνος ακολουθούσε μια και μόνο αυστηρή πορεία, η πρόγνωση δε θα βοηθούσε σε τίποτα, εφόσον δε θα υπήρχε η πιθανότητα ν αλλάξουμε το μέλλον με χρήση της πρόγνωσης». Από τα δύο εναλλακτικά πορίσματα επιλέγεται το πλειοψηφικό, με το σκεπτικό πως είναι μάλλον απίθανο (δίχως όμως και να μπορεί ν αποκλειστεί εντελώς) δύο προγνώστες να καταλήξουν στην ίδια λαθεμένη εκτίμηση, ενώ το μειοψηφικό πόρισμα δεν παρουσιάζεται καν. Άρα πιθανολογείται πως ίσως κάποιοι, ελάχιστοι άνθρωποι, οι οποίοι φυσικά δεν είχαν δυνατότητα πρόσβασης στο μειοψηφικό πόρισμα, ενοχοποιήθηκαν και καταδικάστηκαν άδικα. Αν λοιπόν το σύστημα αποκρύβει ένα μέρος της αλήθειας κι έστω πολύ σπάνια καταδικάζει αθώους ανθρώπους τότε του αξίζει να καταδικαστεί. Είναι προτιμότερο να σώζονται οι ένοχοι παρά να καταδικάζονται οι αθώοι. Η ελευθερία και η ζωή κάθε ανθρώπινου πλάσματος είναι ιερές, σημαντικότερες από φιλόδοξους πειραματισμούς και συστήματα.

Ο Σπίλμπεργκ συνδυάζει επιστημονική φαντασία και ατμόσφαιρα αγωνίας σ ένα φουτουριστικό κόσμο όπου τα οχήματα κινούνται με αστραπιαία ταχύτητα, μεγάλες οθόνες παντού πληροφορούν ή προειδοποιούν τους περαστικούς, ηλεκτρονικές αφίσες χαιρετίζουν ονομαστικά τον Τζον Άντερτον, στα βαγόνια των τρένων του απευθύνεται προσωπικό καλωσόρισμα, με άλλα λόγια ο Μεγάλος Αδελφός βρίσκεται σε όλα τα μέρη και παρακολουθεί τα πάντα. Χρησιμοποιώντας υπαρκτούς χώρους και προσθέτοντας φουτουριστικές πινελιές ο Σπίλμπεργκ προβάλλει μια εικόνα του κόσμου 50 χρόνια μετά, με κυρίαρχα στοιχεία το στραγγαλισμό της προσωπικής ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων, την ανυπαρξία της ιδιωτικής ζωής, έναν πολυποίκιλο κυνισμό και την απελπισία του ανθρώπου που νιώθει να εξουσιάζεται και να ξεπερνιέται από μια καλπάζουσα τεχνολογία. Τα ειδικά εφέ δένουν εντυπωσιακά με την αφήγηση του έργου και συντελούν στη δημιουργία ενός κλειστοφοβικού κλίματος και μιας περιρρέουσας σκοτεινάδας που παραπέμπουν στο «Μπλέιντ Ράνερ» και σ άλλα έργα του Φίλιπ Ντικ. Στο φιλμ παρουσιάζονται με μοναδικό τρόπο διάφορα γεγονότα, όπως π.χ. η σκηνή της εναέριας καταδίωξης του Άντερτον από τους διώκτες του.

Κυνηγημένος από τους πρώην συντρόφους του, βουτηγμένος στη θλίψη και στους εφιάλτες για το χαμένο παιδί και τη διαλυμένη οικογένειά του, ο Άντερτον δεν αμφιβάλλει ούτε στιγμή για την αθωότητά του. Πιστεύει ότι δεν έχει κανένα λόγο να σκοτώσει κάποιον που δε γνωρίζει και για τον οποίο δεν έχει καν ακούσει ποτέ κάτι. Προσπαθεί εναγωνίως να μάθει τι συμβαίνει. Θέλοντας να διαφύγει από τους άλλοτε συνεργάτες του ζητάει τη βοήθεια ενός παράνομου χειρούργου κι αλλάζει τα μάτια του. Με αυτόν τον τρόπο δεν αναγνωρίζεται πλέον απ τους διώκτες του ή από τις απειλητικές αράχνες ρομπότ που τον ψάχνουν στα διαμερίσματα ενός κτιρίου, ανιχνεύοντας τις ίριδες των ενοίκων, ώστε να εντοπίσουν τον καταζητούμενο. Καθώς οι μηχανικές αράχνες εισβάλλουν στους πλέον προσωπικούς χώρους κι ανιχνεύουν με τις κεραίες τους τα μάτια των ανθρώπων για ν ανακαλύψουν φυγάδες, ο Σπίλμπεργκ και ο Ντικ σμίγουν με τον Όργουελ και τον Άντονι Μπέρτζες (Antony Burgess) σ έναν τρομαχτικό και αποτρόπαιο κόσμο του μέλλοντος με ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Στην ταινία υπάρχουν αναφορές και στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» («A Clockwork Orange», 1971), το διάσημο φιλμ του Κιούμπρικ που βασίστηκε στο γνωστό βιβλίο του Μπέρτζες κι απεικονίζει εκπληκτικά ένα μελλοντικό βίαιο κόσμο. Ο Σπίλμπεργκ έχει προβλέψει πως «ίσως στο μέλλον τα ανοιχτά μας μάτια θα είναι το φακέλωμά μας, καθώς το βλέμμα μας θα σκανάρεται από ειδικά τοποθετημένα φωτοκύτταρα και όλες οι πληροφορίες για μας θα ανασύρονται αυτόματα».

Ο Άντερτον, έχοντας κερδίσει τον απαραίτητο χρόνο με την αλλαγή των ματιών του, ψάχνει να βρει τι ακριβώς γίνεται. Απαγάγει την Αγκάθα, τη σημαντικότερη απ τους Pre-Cogs και σιγά-σιγά συμπληρώνει τα κομμάτια του παζλ ενός εγκλήματος που συνδέεται με το μέλλον, αλλά και τις ενοχές του παρελθόντος του. Παράλληλα αμφισβητείται όλο και περισσότερο το πρόγραμμα πρόληψης του εγκλήματος κι επισημαίνονται εμφαντικά οι κίνδυνοι οι οποίοι ελλοχεύουν ενόσω εξελίσσεται η τεχνολογία. Καθώς το έργο τελειώνει, ο πάντοτε ουμανιστής Σπίλμπεργκ προσπαθεί ν απαλύνει τον κυνισμό και την απελπισία, να φωτίσει τη σκοτεινιά, γιατί όπως δηλώνει «Δεν ήθελα ένα μαύρο φινάλε. Πιστεύω πάντα στο θαύμα». Άλλωστε σ όλες τις ταινίες του, ακόμα κι όταν δείχνει τη σκοτεινή πλευρά της ζωής αφήνει να διαφαίνεται η ελπίδα για την έλευση της φωτεινής. Όπως λέει ο 'Αγγλος συγγραφέας και μουσικός Άντονι Μπέρτζες «Ο κόσμος μπορεί να φαίνεται άθλιος και σκοτεινός, αλλά η ζωή νικάει στο τέλος κάθε καταστροφική προσπάθεια του ανθρώπου».

Το επιδέξιο μοντάζ της ταινίας είναι του Μάικλ Καν (Michael Kahn), συνεργάτη του Σπίλμπεργκ από το «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου». Η υπέροχη φωτογραφία του Γιάνους Καμίνσκι, μόνιμου συνεργάτη του μετά το «Η Λίστα του Σίντλερ», συνταιριάζει αρμονικά με την υπόθεση του έργου και τα μελλοντολογικά οράματα του Σπίλμπεργκ (αλλά και του Ντικ) και παραπέμπει στα φιλμ νουάρ. Ο Καμίνσκι χειρίζεται εξαιρετικά τα χρώματα, το φως και το σκοτάδι. Επιλέγει την ύπαρξη έντονου κοντράστ, δημιουργώντας σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα φωτεινά και σκοτεινά σημεία του πλάνου, παίζει με την έλλειψη των χρωμάτων. Μολονότι τα περισσότερα γεγονότα συμβαίνουν στη διάρκεια της ημέρας δεν υπάρχουν εικόνες γαλάζιου ουρανού. Ο Καμίνσκι κατασκευάζει παγερές, θαμπές, σκοτεινές, σκληρές, επιθετικές εικόνες που συντείνουν στη δημιουργία ενός κλίματος επικείμενου κινδύνου κι εγκλωβισμού του ατόμου σ έναν εντυπωσιακό και συνάμα απειλητικό αυριανό κόσμο. Η σκηνογραφία του Άλεξ Μακ Ντάουελ («Fight Club») συμβάλλει επίσης στη δημιουργία μιας σκοτεινής ατμόσφαιρας απειλής. Η μουσική του πολυβραβευμένου Τζον Γουίλιαμς, ενός ακόμα διαχρονικού συνεργάτη του μετά «Τα Σαγόνια του Καρχαρία», δένει θαυμαστά με την ιστορία του Ντικ και τη δημιουργική δύναμη του Σπίλμπεργκ. Τα ευρηματικά ειδικά εφέ, που οπωσδήποτε ενθουσιάζουν τους θεατές, στοχεύουν περισσότερο στην αληθοφάνεια και πιο λίγο στην πρόκληση αισθημάτων έκπληξης. Για παράδειγμα, ο Σπίλμπεργκ χρησιμοποίησε ειδικά συρματόσκοινα, τα οποία μετά εξάλειψε απ τις εικόνες, ώστε να κρέμονται οι αστυνομικοί που πετούν με τους αερόσακους, πιστεύοντας ότι το σώμα που κρέμεται είναι πιο ζωντανό, περισσότερο αληθινό έτσι, παρά στην περίπτωση που ο ηθοποιός ξαπλώνει σε μια οθόνη ειδικών εφέ.

Στην ταινία, εκτός απ τον Τομ Κρουζ, παίζουν ακόμα η Σαμάνθα Μόρτον (Samantha Morton) η οποία υποδύεται θαυμάσια μια κουρεμένη, τρομαγμένη Αγκάθα, ο Μαξ φον Σίντοφ (Max von Sydow) που προσθέτει άλλη μια επαγγελματική ερμηνεία στην πλούσια καριέρα του, ο Πίτερ Στόρμαρ (Peter Stormare), εξαιρετικός στο ρόλο του χειρούργου και οι Κόλιν Φαρέλ (Colin Farell), Νιλ ΜακΝτόναχ (Neal McDonough), Τζέσικα Κάπσοου (Jessica Capshaw) κ.α.

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση

 

 


 

Έναρξη Μάιος 2002

 

Webmaster- Σχεδιαμός  και επιμέλεια σελίδας:  Δημήτρης

Ανάλυση οθόνης 800Χ600- Μεγιστοποίηση παραθύρου και μεσαίο μέγεθος κειμένου για καλύτερη εμφάνιση

 30/05/2003