|
ΞΑΝΑΜΟΙΡΑΣΜΑ
ΤΗΣ ΠΙΤΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΧΥΡΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΜΜΕ
ΑΣ ΜΗ ΓΕΛΙΟΜΑΣΤΕ: ΤΟ ΝΕΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ» ΘΑ
ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΝΕΑ, ΓΑΛΑΖΙΑ ΔΙΑΠΛΟΚΗ.
Χτυπά συγκεκριμένους ομίλους.
Αναδιανομή, έλεγχος και ρύθμιση του
ανταγωνισμού. Δεν πρόκειται να
αντιμετωπίσει τη «διαπλοκή», αλλά στη
θέση της παλιάς, πράσινης θα γεννήσει νέα, γαλάζια διαπλοκή. Δεν αλλάζει ο ληστρικός
χαρακτήρας ανάθεσης των δημόσιων έργων,
ελέγχου των ΜΜΕ, ούτε η κυρίαρχη
πολιτική και οι υπόγειες σχέσεις που
διατηρεί με τα μεγάλα συμφέροντα.
Την προηγούμενη Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου,
η κυβέρνηση, με κοινή συνέντευξη Τύπου,
στο Ζάππειο των υπουργών Θ. Ρουσόπουλου,
Πρ. Παυλόπουλου και Αν. Παπαληγούρα,
παρουσίασε τις βασικές κατευθύνσεις
του νομοσχεδίου «κατά της διαπλοκής» ή,
όπως καθιερώθηκε να λέγεται, του «βασικού
μετόχου». Το κείμενο, σύμφωνα με τα
ανακοινωθέντα, θα κατατεθεί μέσα στην
ερχόμενη εβδομάδα. Την επομένη της
συνέντευξης «κατατέθηκαν γραπτά» οι
απόψεις των εμπλεκομένων. Από αυτές
συμπεραίνει κανείς ποιοι θίγονται
άμεσα και ανεπανόρθωτα, ποιοι έμμεσα
και σημαντικά και ποιοι είναι αυτοί που
τους ευνοεί άμεσα ή έμμεσα. Φανατικά
εναντίον των προθέσεων της κυβέρνησης
στράφηκαν κατ’ αρχήν τα μεγαλύτερα
τηλεοπτικά συγκροτήματα. Μέσα από τα
κεντρικά δελτία ειδήσεων, που
μετατράπηκαν σε αφιερώματα για το «βασικό
μέτοχο» με ολίγον από ειδήσεις,
επιστράτευσαν «αναλυτές» και «σχολιαστές»
που ξιφουλκούσαν κατά των ρυθμίσεων.
Ιδιαίτερα σφοδρή ήταν η επίθεση που
εξαπέλυσε το Μέγκα.
Ο μεγαλύτερος μέτοχός του, το
συγκρότημα Μπόμπολα (με 22,46%) επιτέθηκε
και ξεχωριστά με την ίδια και
μεγαλύτερη σφοδρότητα από την κύρια
εφημερίδα του, το Έθνος. Κύριο
επιχείρημα: Η κυβέρνηση “επιχειρεί να
βάλει φίμωτρο στα ΜΜΕ”, “να τα θέσει
κάτω από έναν ασφυκτικό οικονομικό
έλεγχο”. Σε χαμηλότερους τόνους η
διαφωνία στις δύο εφημερίδες του ΔΟΛ
Βήμα και Νέα, υπενθυμίζουν ότι το
συγκρότημα (που κατέχει 10,76% του Μέγκα)
δεν έχει πλέον δοσοληψίες με το δημόσιο.
Ακόμη χαμηλότεροι οι τόνοι διαφωνίας
του συγκροτήματος Τεγόπουλου (συμμετέχει
στο Μέγκα με 12,81%), με την Ελευθεροτυπία
να αναρωτιέται εάν ο νόμος θα είναι «εφαρμόσιμος».
Στον αντίποδα, ο Ελεύθερος Τύπος την
Τρίτη είχε πρωτοσέλιδο «Τολμηρό
χτύπημα στη διαπλοκή», η Απογευματινή
του Αλαφούζου «Μάχη κυβέρνησης –
διαπλοκής». Η τελευταία εκτιμά ότι το
νομοσχέδιο «εξοργίζει τα θιγόμενα
συμφέροντα» και δίνει εμφυλιοπολεμικό
περιεχόμενο στη διαμάχη. “Ο
πόλεμος αυτός δεν πρόκειται να
κερδηθεί χωρίς μάχες. Μάχες θα υπάρξουν
και θα είναι σκληρές. Τα “διαπλεκόμενα”
θα αμυνθούν με νύχια και με δόντια”. Δεκεμβριανά
του 2004…
Πάντως, η κυβέρνηση περνά
αποφασιστικά στην επίθεση,
επιταχύνοντας τις εξελίξεις. Οι
βασικές κατευθύνσεις που παρουσίασε
είναι σαφείς, τη δεσμεύουν και δεν
μπορεί να κάνει πίσω. Η κατάσταση είναι
χωρίς επιστροφή, προοιωνίζεται
σύγκρουση και από αυτήν κάποιος θα βγει
ηγεμονικός νικητής. Ωστόσο, τα μέτρα
κατά της διαπλοκής, το μόνο που θα
πετύχουν είναι την αλλαγή του χρώματός
της, τη διαχυσή της και κυρίως την
καταδίκη των ΜΜΕ σε μόνιμη κατοχή τους
από το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι σε αυτά
και γενικά, παραμένουν ο μεγάλος «βασικός
αμέτοχος». Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει ένα άρθρο για το ζήτημα
αυτό, του συνεργάτη μας ΚΩΣΤΑ ΜΑΡΚΟΥ.
|
Το νομοσχέδιο της
κυβέρνησης για τη «Διασφάλιση
της διαφάνειας και
την αποτροπή καταστρατηγήσεων κατά
τη διαδικασία σύναψης δημόσιων
συμβάσεων» επιχειρεί να
θεσμοθετήσει πολύ αυστηρότερες
διατάξεις από τον προηγούμενο νόμο
3021/2002 (το «νόμο Βενιζέλου»), που
υποτίθεται πως υλοποιούσε το
συνταγματικό άρθρο 14 παρ. 9, για το «ασυμβίβαστο»
κατόχων ΜΜΕ και προμηθευτών του
δημοσίου. |
Αυτή είναι η ποιότητα των Ειδήσεών τους! |
Οι βασικότερες
κατευθύνσεις του είναι μια σειρά από
μέτρα ελέγχου και απαγορεύσεων των
μετόχων μέσων ενημέρωσης. Τι
ανακοινώθηκε από τους τρεις υπουργούς;
Καταρχήν, μειώνεται το
ποσοστό του θεωρούμενου ως «βασικού
μετόχου» μέσων ενημέρωσης από το 5% του
προηγούμενου νόμου, στο 1%, ο οποίος δεν
έχει δικαίωμα να παίρνει δημόσια έργα
από το δημόσιο. Παράλληλα, ορίζονται ως
¨διευθυντικά στελέχη» και όσοι «ασκούν
εκτελεστικές αρμοδιότητες που
επηρεάζουν στοιχειωδώς τους σκοπούς ή
τη λειτουργία της επιχείρησης» και
άρα δεν μπορούν να έχουν δοσοληψίες με
το δημόσιο. Ως «παρένθετα πρόσωπα»,
κοινώς ¨αχυράνθρωποι», οι οποίοι είναι
«βιτρίνα» κατόχων ΜΜΕ που παίρνουν
προμήθειες ή έργα του δημοσίου,
θεωρούνται οι «σύζυγοι
και οι συγγενείς σε ευθεία γραμμή
απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι
τρίτου βαθμού», χωρίς να είναι δυνατή
η επίκληση της «οικονομικής
αυτοτέλειας». Ως «παρένθετα
πρόσωπα» θεωρούνται και τα «οικονομικώς
εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες», καθώς
και τα «φυσικά ή
νομικά πρόσωπα που ενεργούν βάσει
γενικής ή ειδικής συμφωνίας, για
λογαριασμό ή καθ’ υπόδειξη ή εντολή». Στο
«ασυμβίβαστο» προστίθενται
και μέτοχοι ή επιχειρήσεις ή νομικά
πρόσωπα που διεκδικούν δημόσιες
συμβάσεις. Απαγορεύεται η σύναψη
συμβάσεων από «εξωχώριες εταιρείες» (οφ σόρ ή
υπεράκτιες) που εδρεύουν στους
γνωστούς «φορολογικούς
παράδεισους». Στις «επιχειρήσεις
ΜΜΕ» προστίθενται και οι
επιχειρήσεις διανομής Τύπου (κατέχουν
και ο Μπόμπολας και ο Λαμπράκης). Τέλος,
ο έλεγχος των «ασυμβίβαστων
ιδιοτήτων» και των απαγορεύσεων του
νόμου ασκείται από το Εθνικό
Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ) που
αναβαθμίζεται ουσιαστικά σε ρόλο και
μέσα. Το ΕΣΡ εκδίδει τα «πιστοποιητικά
διαφάνειας» μέσα σε 30 ημέρες από την
υποβολή της αίτησης.
Επιβάλλεται η «ονομαστικοποίηση μετοχών μέχρι
φυσικού προσώπου» στις επιχειρήσεις
ΜΜΕ, δηλαδή η γνωστοποίηση των ονομάτων
των κατόχων των μετοχών. Επίσης,
επιβάλλεται το ίδιο στις επιχειρήσεις,
ελληνικές και ξένες, οι οποίες
συμμετέχουν σε διαγωνιστικές
διαδικασίες ανάληψης δημόσιων έργων,
προμηθειών ή υπηρεσιών. Εδώ, επίσης,
αλλάζει το ύψος και από 250 χιλιάδες ευρώ
ανεβαίνει στο ένα εκατομμύριο ευρώ. Με
το σχέδιο νόμου προβλέπεται μεταβατική
περίοδος τεσσάρων μηνών για τη «συμμόρφωση»
των επιχειρήσεων ΜΜΕ και ανάληψης
δημόσιων έργων προς τις νέες διατάξεις
του νόμου.
Όπως εύκολα
συμπεραίνεται, η κατεύθυνση του
νομοσχεδίου είναι εξαιρετικά πιο
αυστηρή από τις διατάξεις του νόμου
Βενιζέλου. Τα πιο βασικά σημεία του
είναι τα εξής: Πρώτο, ότι ακόμη και με
κατοχή 1% των μετοχών επιχείρησης ΜΜΕ
δεν μπορεί κάποιος να αναλαμβάνει
δουλειές του δημόσιου. Δεύτερο, ότι
μπαίνουν πρόσθετα εμπόδια για τη
χρησιμοποίηση πλάγιων μέσων, είτε με
την επέκταση του όρου «παρένθετα
πρόσωπα», είτε με τον έλεγχο των
υπεράκτιων εταιρειών. Τρίτον, μπαίνουν
εμπόδια και σε ξένες επιχειρήσεις.
Ωστόσο, μια σημαντική αλλαγή που «ξέφυγε»
από την κριτική του Τύπου είναι η
ανύψωση του ορίου ανάληψης δημόσιων
έργων ή υπηρεσιών στο ένα εκατ. Ευρώ.
Αυτό σημαίνει, ότι η κυβέρνηση στρέφει
την προσοχή της στα πολύ μεγάλα έργα
και αφήνει ανεξέλεγκτα τα μικρότερα.
Αναμφίβολα, τα μέτρα
κατευθύνονται κατά κύριο λόγο ενάντια
σε δύο-τρεις ομίλους. Πρωτίστως,
εναντίον του ομίλου Μπόμπολα, ο οποίος
θίγεται άμεσα από τις διατάξεις για το
«βασικό μέτοχο», τα «παρένθετα πρόσωπα»
και την «οικονομική αυτοτέλεια. (Βλέπε
άρθρο Κώστα Μάρκου ΤΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΑΚΕΤΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΠΛΟΚΗ ).
Θίγεται, επίσης, και ο όμιλος Κόκκαλη,
το ίδιο και το συγκρότημα Λαμπράκη.
Θίγονται και οι όμιλοι Λιακουνάκου και
Σαραντόπουλου. Όλοι τους, βέβαια, θα
επηρεαστούν από τις διατάξεις για τις
υπεράκτιες εταιρείες.
Η κυβέρνηση εμφανίστηκε
αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι «οι
επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης δεν θα
χρησιμοποιούνται ως πολιορκητικοί
κριοί για την απόσπαση ανταλλαγμάτων
από την κρατική μηχανή εις βάρος των
συμφερόντων των πολιτών», όπως είπε ο
Θ. Ρουσόπουλος. Από την άλλη
εμφανίστηκε ως υπερασπιστής της
ανεξάρτητης ενημέρωσης. Μάλιστα, ο Πρ.
Παυλόπουλος είπε ότι «τα ΜΜΕ λειτουργούν ως δημόσιες
υπηρεσίες κατά παραχώρηση», εννοώντας
ότι το κράτος τους έχει παραχωρήσει τις
συχνότητες που είναι «δημόσιο αγαθό».
Με αυτά τα δύο επιχειρήματα, η
κυβέρνηση προσπαθεί να συμμαχήσει με
τις λαϊκές ανάγκες και απαιτήσεις.
Τι πρόκειται να αλλάξει,
όμως, με τις διατάξεις του νομοσχεδίου,
όσον αφορά το χαρακτήρα των δημόσιων
έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, τον
χαρακτήρα των ΜΜΕ και τις σχέσεις «οικονομίας-πολιτικής;».
Ουσιαστικά, τίποτε. Όσον αφορά το πρώτο,
το κεφάλαιο θα συνεχίσει να λυμαίνεται
και να θησαυρίζει από την αξιοποίηση
των κρατικών παραγγελιών, ενώ ο
προσανατολισμός, η δομή και το
περιεχόμενο των δημόσιων έργων θα
συνεχίσει να είναι υπέρ του κεφαλαίου
και σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων.
Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα από τη λογική της «αυτοχρηματοδότησης»,
δηλαδή της ιδιωτικοποίησης των κερδών
από την ιδιωτική χρήση των δημόσιων
έργων. Το ίδιο, τα ΜΜΕ θα συνεχίσουν να
είναι κάτω από τη δικτατορία των
βαρόνων, που θα καθορίζουν το
περιεχόμενο της ενημέρωσης, δηλαδή τη
χειραγώγησή της, ενώ θα συνεχίσουν να
ευτελίζουν το περιεχόμενο των «πολιτιστικών»
εκπομπών.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται
ότι θα χτυπήσει τη διαφθορά και θα
ενισχύσει τη διαφάνεια. Το αντίθετο
ακριβώς θα γίνει. Οι νέες διατάξεις δεν
πρόκειται να σταματήσουν την οργανική
διαπλοκή των ιδιοκτητών ΜΜΕ με το
κράτος, τους πολιτικούς και το δημόσιο
χρήμα. Ο κυκεώνας των ελέγχων θα
οδηγήσει σε κυκεώνα «αχυρανθρώπων»,
πιο περίτεχνες μεθόδους απόκρυψης των
«παρένθετων προσώπων», της κατοχής
μετοχών, της ιδιοκτησίας των
υπεράκτιων εταιρειών.
Επίσης, με τις διατάξεις
του νομοσχεδίου δεν χτυπιούνται οι
άλλες μορφές επιρροής, επίδρασης και
διαπλοκής των ιδιοκτητών επιχειρήσεων
που αναλαμβάνουν δημόσια έργα με το
κράτος, ή των ομίλων που δεν κατέχουν
ΜΜΕ με τα δημόσια έργα κλπ.
Παραδείγματα: Ένας κατασκευαστικός
όμιλος μπορεί να μη φαίνεται ή και να
μην είναι «βασικός μέτοχος», αλλά
μπορεί κάλλιστα να συμμαχεί με έναν ή
περισσότερους ιδιοκτήτες ΜΜΕ. Μπορεί,
ακόμη, μέσω των «πέι ρόλ» (λίστες
χρηματοδότησης δημοσιογράφων) να
εξαγοράζει διευθυντές, αρχισυντάκτες
και δημοσιογράφους. Με τον ίδιο τρόπο,
μπορεί να εξαγοράζει κρατικούς
λειτουργούς ή βουλευτές ή ακόμη και
υπουργούς. Για το λεγόμενο «πολιτικό
χρήμα» οι παλιοί νόμοι για το «πόθεν
έσχες» δεν λειτούργησαν ποτέ, ούτε
πρόκειται να λειτουργήσουν με το νέο
νομοσχέδιο όπως υπόσχεται η κυβέρνηση.
Ο ρόλος των τραπεζών ως μετόχων των ΜΜΕ
μπορεί να μειωθεί οριακά, αλλά η
επιρροή τους ως δανειστών δεν μπορεί να
μειωθεί, το αντίθετο. Μέσω του νέου
νομοσχεδίου, οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ,
για να γίνουν κερδοφόρες από
ζημιογόνες που είναι σήμερα, θα πρέπει
να αναζητήσουν νέους δανεισμούς ώστε
να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις
του ανταγωνισμού της αγοράς και στις
υπέρογκες επενδύσεις εκσυγχρονισμού
τους. Αλλά, ας μην ξεχνάμε, ότι η κύρια
πηγή εσόδων των ΜΜΕ είναι η ιδιωτική
και κρατική διαφήμιση. Αναγκαστικά, οι
ιδιοκτήτες ΜΜΕ είναι πολύ εξαρτημένοι
από τους ιδιοκτήτες των άλλων κλάδων
και την κυβέρνηση. Και εδώ ισχύει το
δούναι και λαβείν. Ο Χρ. Πασαλάρης
γράφει στον Ελεύθερο
Τύπο της περασμένης Τετάρτης, ότι οι
επιχειρήσεις ΜΜΕ «θα
αφεθούν να στηριχθούν στα δικά τους
μέσα» και «τότε
οι 24 αθηναϊκές πολιτικές εφημερίδες θα
περιοριστούν σε πέντε-έξι αυτοδύναμες,
τα δε 100 κανάλια και οι χίλιοι περίπου
ραδιοσταθμοί θα περιοριστούν σε…διψήφιο
αριθμό». Πολύ σωστά όλα, εάν
αφαιρέσουμε το «αυτοδύναμες». Στις
νέες συνθήκες, θα πρέπει, μετά από ένα
μεσοδιάστημα να αναμένεται μεγαλύτερη
συγκέντρωση των ΜΜΕ σε λιγότερα χέρια.
Και όλα αυτά παρά το άρθρο 14 του
Συντάγματος, που ορίζει ότι: «Απαγορεύεται
η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων
μέσων ενημέρωσης της αυτής ή της άλλης
μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η
συγκέντρωση περισσότερων του ενός
ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της
αυτής μορφής, όπως ο νόμος ορίζει». Πρόκειται
για «αντιμονοπωλιακές» διατάξεις, που
έχουν ξεφτιλιστεί στην πράξη, αλλά
κανείς δεν μιλά για αυτό.
Συνολικά, η δικτατορία
του κεφαλαίου πάνω στα ΜΜΕ και η
καθοριστική επίδρασή του πάνω στο
κράτος και την πολιτική, όχι μόνο θα
συνεχίσουν να υφίστανται, αλλά θα
δυναμώσουν και άλλο. Κι ενώ το κεφάλαιο
ως «βασικός μέτοχος» θα καταδυναστεύει
τα ΜΜΕ, οι δημιουργοί του πλούτου τους,
οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία των ΜΜΕ,
θα συνεχίσουν να είναι ο «βασικός
αμέτοχος» στα όσα διαδραματίζονται σε
αυτά, χωρίς να έχουν λόγο, ζώντας υπό
καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας.
ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΠΙΤΑΣ ΚΑΙ ΓΑΛΑΖΙΑ ΤΖΑΚΙΑ
Εκείνο που θα αλλάξει θα
είναι η αναδιανομή ισχύος μεταξύ των
ηγεμονικών ομίλων του κεφαλαίου. Είναι
φανερό, ότι μέσω του νομοσχεδίου, η
κυβέρνηση επιχειρεί να ελέγξει και να
μειώσει την επιρροή και την οικονομική
δύναμη συγκεκριμένων ομίλων (Μπόμπολα,
Κόκκαλη, Λαμπράκη, Λιακουνάκου κατά
κύριο λόγο). Από αυτή τη μείωση δύναμης
θα επωφεληθούν άλλοι όμιλοι. Επίσης,
μπαίνουν αυστηρότεροι όροι στον
ανταγωνισμό των ομίλων, που θα
λειτουργήσουν σε όφελος του συνολικού
κεφαλαίου. Στα μεγαλύτερα κομμάτια της
πίτας θα συμμετέχουν λιγότεροι, αλλά με
περισσότερη ισοτιμία. Στα μικρότερα
κομμάτια θα συμμετέχουν περισσότεροι,
αλλά με μικρότερη ισοτιμία, γεγονός που
θα ωθήσει τη συγκέντρωση. Ταυτόχρονα,
όλες οι επιχειρήσεις θα αναγκαστούν να
εκσυγχρονίσουν το πλαίσιο διοίκησης
και λειτουργίας σε βάρος της
προσωποπαγούς, οικογενειακής δομής και
σε όφελος πιο σύγχρονων μορφών
διοίκησης. Το κυριότερο, όμως, είναι η
προσπάθεια της κυβέρνησης να στηριχτεί
είτε σε παλιά αλλά ενισχυμένα τζάκια,
είτε σε νέα αναδυόμενα.
Φυσικά, καμία κυβέρνηση
δεν είναι δυνατόν να στηριχτεί σε
κουτσά άλογα. Πρέπει να απορρίψει τα
γερασμένα και να εντοπίσει τα γκανιάν.
Ο Α. Παπανδρέου στηρίχτηκε στα «νέα
τζάκια» της αναδυόμενης βιομηχανίας
των ΜΜΕ και των νέων τεχνολογιών. Ο Κ.
Σημίτης συνέχισε να στηρίζεται στα
προηγούμενα, αλλά και στο δυναμικό
κλάδο των υπηρεσιών (ασφάλειες, υγεία
κλπ), ενώ, λόγω Ολυμπιακών Αγώνων και
μεγάλων έργων επιδοτούμενων από την ΕΕ,
αναδείχτηκε δυναμικά ο κλάδος των
κατασκευών. Η κρίση της «Νέας
Οικονομίας» κλόνισε τους αντίστοιχους
κλάδους, ενώ λόγω γεωοικονομικών
αιτιών, η πετρελαϊκή και εν γένει
ενεργειακή βιομηχανία κυρίως, όπως και
οι ναυτιλιακές μεταφορές, ενίσχυσαν
τις θέσεις τους. Το ίδιο ενίσχυσαν τη
θέση τους και συγκεκριμένες ιδιωτικές
χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, μετά
την «απελευθέρωση» του τομέα. Είναι
φανερό, ότι όλα αυτά δεν γίνονται με
αυτοματισμούς, όπως και ότι η πολιτική
αντεπιδρά στην οικονομία, ενισχύει
προνομιακά κλάδους και συγκεκριμένες
επιχειρήσεις. Ήδη, το ναυτιλιακό
κεφάλαιο κάνει περισσότερο από ποτέ
αισθητή την παρουσία του, με ενισχυμένη
διεθνή αυτοπεποίθηση, ελέγχει ΜΜΕ (Αλαφούζος),
ενώ τραπεζικοί όμιλοι συνδέονται
στενότερα με την ενέργεια (Λάτσης). Το
ποιοι και πως θα αναδειχτούν σε νέες
ηγεμονικές δυνάμεις, με τι
συσχετισμούς και με ποιους επικεφαλής,
είναι θέμα χρόνου. Τότε θα δούμε και το
νέο παιχνίδι της γαλάζιας διαπλοκής.
Κανένας κανόνας δεν μπορεί να άρει την
οργανική σύνδεση κεφαλαίου, κράτους
και πολιτικού προσωπικού.
ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΜΜΕ
ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ
Η κυρίαρχη γραμμή της
κυβέρνησης επιχειρεί να τραβήξει μια
ψευδά διαχωριστική γραμμή: «Υπέρ ή κατά
των διαπλεκομένων». Το ΠΑΣΟΚ
ταλαντεύεται – για λόγους
αντιπολιτευτικούς είναι πιθανόν να
καταψηφίσει – ενώ έχει αποδεχτεί το
πρόβλημα σε μια κατεύθυνση αποστάσεων
από την αντιδημοφιλή κυβέρνηση Σημίτη.
Δεν μπορεί να ορθώσει αντίσταση.
Τμήματα της Αριστεράς, με το Συνασπισμό
επικεφαλή αποδέχονται αυτή τη
διαχωριστική γραμμή και συμμαχούν με
την κυβέρνηση Καραμανλή. Ο Ν.
Κωνσταντόπουλος συμφώνησε (πριν
αποχωρήσει από την αρχηγία του
κόμματος) επί της ουσίας με τα μέτρα,
ισχυρίστηκε ότι αποτελούν προτάσεις
του Συνασπισμού εδώ και χρόνια και
εντόπισε το πρόβλημα στη συνέπεια της
κυβέρνησης. Το ΚΚΕ κάνει κριτική,
αναδεικνύει την αναποτελεσματικότητα
των μέτρων, αλλά, με την ανακοίνωση του
Π.Γ., παραπέμπει τη λύση του προβλήματος
στο επίπεδο μιας αόριστης προοπτικής
εξουσίας. Και όμως, οι εργαζόμενοι, ο «βασικός
μέτοχος», μπορούν να συμμετέχουν
αποτελεσματικά στον αγώνα με μια
αντικαπιταλιστική κριτική των ΜΜΕ, του
κράτους, της αστικής πολιτικής και των
σχέσεών τους. Θεωρούμε χρήσιμο εδώ, να
επαναλάβουμε ένα πλαίσιο αιτημάτων,
που παραθέσαμε ήδη σε προηγούμενο
άρθρο μας. http://www.anatolikos.com/politika/fileta091104.htm
Τα βασικά αιτήματα, ενός
τέτοιου προγράμματος που πρέπει να
αναδείξει η αντικαπιταλιστική και
επαναστατική Αριστερά ξεκινούν από την
ανάδειξη του ταξικού και όχι του
επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Οι
εργαζόμενοι πρέπει να απαιτήσουν τη
μείωση έως την πλήρη εξάλειψη της
δικτατορίας των μονοπωλιακών
επιχειρηματικών ομίλων πάνω στην
ενημέρωση και στα ΜΜΕ. Σε αντίθεση,
πρέπει να αγωνιστούν για το βαθύτερο
και ουσιαστικό κοινωνικό έλεγχο των
ΜΜΕ, της ενημέρωσης και του
προγράμματός τους, μέχρι την πλήρη
κοινωνικοποίησή τους. Για αυτό πρέπει
να καταργηθούν οι νόμοι που εξέθρεψαν
τη «διαπλοκή», όπως οι 1866/89 και 3021/02 και
να ψηφιστούν νέοι, στην παραπάνω
κατεύθυνση: Εδώ πρέπει να προσθέσουμε:
Σε αντίθεση με το νομοσχέδιο της
κυβέρνησης. Στο βαθμό που οι
εργαζόμενοι δεν μπορούν ακόμα να
επιβάλουν το δημόσιο χαρακτήρα στην
ενημέρωση, πρέπει να αγωνιστούν για το
δημόσιο έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών
σταθμών, μέσω αιρετών και ανακλητών,
αληθινά ανεξάρτητων αρχών από τους
εργαζόμενους στα ΜΜΕ, τα συνδικάτα και
τους μαζικούς φορείς του λαϊκού
κινήματος. Χτύπημα της μονοπωλιακής
συγκέντρωσης στα ΜΜΕ και γενικά.
Αληθινός πλουραλισμός στην ενημέρωση.
Διεκδίκηση κρατικών κονδυλίων,
επιδοτήσεων, φοροαπαλλαγών κλπ., για
την ίδρυση και λειτουργία ΜΜΕ από τους
μαζικούς φορείς του λαϊκού κινήματος.
Πλήρη διαφάνεια σε όλα τα οικονομικά
πεπραγμένα των ΜΜΕ. Οι όμιλοι, όπως
αποδεικνύεται από τα δημοσιεύματα
(πχ Καθημερινής,
Έθνους, Ελευθεροτυπίας), γνωρίζουν τα
πάντα για τους αντιπάλους τους. Το ίδιο
και οι κυβερνήσεις. Ο καθένας
χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση για ίδιον
όφελος. Η συνολική εικόνα, όμως, όλων
των επιχειρήσεων αποκρύβεται από τους
εργαζόμενους.
Ανάδειξη του ρόλου των
δημοσιογράφων και γενικά των
εργαζόμενων στα ΜΜΕ, ενάντια στη
δικτατορία των ιδιοκτητών. Ακόμη και σε
μεγάλα αστικά έντυπα, όπως στις
γαλλικές Λε Μοντ και Λιμπερασιόν,
οι εργαζόμενοι έχουν λόγο στην
ανάδειξη του διευθυντή. Οι εργαζόμενοι
και ειδικά οι δημοσιογράφοι έχουν κάθε
δικαίωμα να εκλέγουν τη διεύθυνση και
τους αρχισυντάκτες, να έχουν λόγο για
το περιεχόμενο και την ποιότητα των
προγραμμάτων των ραδιοτηλεοπτικών
σταθμών και των βασικών κειμένων.
Αποδοχές σύμφωνα με τις σύγχρονες
ανάγκες, αξιοπρεπή εργασία,
σταθερότητα και πλήρη ασφάλιση για
όλους. Δημοσιοποίηση των «πέι ρολ»,
δηλαδή της εξαγοράς δημοσιογράφων από
τις επιχειρήσεις και τους κρατικούς
μηχανισμούς.
Όλα αυτά σημαίνουν, καμία
συμφωνία με τη συναίνεση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και
Συνασπισμού που αναπτύσσεται στο όνομα
του «πολέμου κατά της διαπλοκής».
|