|
ΖΗΤΕΙΤΑΙ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Το δίλημμα
καλλιτέχνες χορτασμένοι, ταϊσμένοι και
εφησυχασμένοι ή πεινασμένοι, ανήσυχοι
και δημιουργικοί, δεν είναι πραγματικό
και βολεύει την εξουσία αφού
παρακάμπτει τις δικές της ευθύνες για
την αθλιότητα της αισθητικής παιδείας
που παρέχεται.
Μια παρέμβαση της φίλης ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗ που αξίζει να συζητηθεί.
Οι στατιστικές ευημερούν,
οι άνθρωποι δυστυχούν, λέει ο γνωστός
αφορισμός. Οι στατιστικές της
πολιτιστικής παραγωγής και
κατανάλωσης στην Ελλάδα είναι
εντυπωσιακές: Κάθε χρόνο η
βιβλιοπαραγωγή αυξάνεται, οι θεατρικές
σκηνές πολλαπλασιάζονται, όπως και οι
χώροι-πολυχώροι τέχνης και πολιτισμού.
Και όμως, όλο και περισσότεροι μαθητές
της τρίτης λυκείου βαθμολογούνται κάτω
από τη βάση στις απολυτήριες εξετάσεις,
όλο και περισσότερο η τέχνη ταυτίζεται
με το «θέαμα», τη σκηνική και κοσμική
παρουσία.
«Πιο δυνατά, πιο ψηλά, πιο
γρήγορα», λέει το ολυμπιακό σύνθημα, «πιο
εύπεπτος, πιο φτηνός, πιο εφήμερος» ο
πολιτισμός που προσφέρεται για μαζική
κατανάλωση, πιο “exclusive”, πιο
ελιτίστικος, πιο ακριβός ο πολιτισμός
που προορίζεται για τους λίγους, για
τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.
Πριν από τρεις εβδομάδες, ο υφυπουργός
Πολιτισμού μίλησε για τους «κρατικοδίαιτους»
δημιουργούς, ανοίγοντας μια συζήτηση
περί της σχέσης ανάμεσα στους
καλλιτέχνες, το κράτος και την αγορά.
Καλλιτέχνες χορτάτοι, ταϊσμένοι και
εφησυχασμένοι ή πεινασμένοι, ανήσυχοι
και δημιουργικοί; Δίλημμα που βολεύει
την εξουσία, αφού παρακάμπτει το
ερώτημα του τι είδους αισθητική
παιδεία προσφέρει στο λαό το δημόσιο
σχολείο και η δημόσια τηλεόραση και τις
είδους πολιτιστικές υποδομές
δημιουργούνται για να υλοποιηθεί αυτή
η παιδεία.
Το πρόγραμμα για την
εισαγωγή της θεατρικής παιδείας στη
μέση εκπαίδευση έχει εγκαταλειφθεί –
ουδέποτε υπογράφτηκε το σχετικό
προεδρικό διάταγμα, ενώ όλα τα κόμματα
που εκπροσωπούνταν στη Βουλή είχαν
συμφωνήσει στην εφαρμογή του. Στη
δημόσια τηλεόραση δεν υπάρχει ούτε μία
μόνιμη εκπομπή για το θέατρο, ούτε μία
για το βιβλίο (εξαίρεση το Αξιον
εστί στην ΕΤ 3). Το σχολείο δεν είναι
κυψέλη πολιτισμού, αλλά μια
υποχρεωτική ενδιάμεση στάση ανάμεσα
στο σπίτι και το φροντιστήριο και
όποιες αξιόλογες πολιτιστικές
προσπάθειες γίνονται αυτές οφείλονται
στο μεράκι κάποιων μεμονωμένων
εκπαιδευτικών…
Οι καλλιτέχνες δεν είναι
τα μοναδικά τρωκτικά του δημοσίου.
Τρωκτικά των ευρωπαϊκών προγραμμάτων
είναι και πολλοί πανεπιστημιακοί, ενώ
και πολλοί φίλτατοι δημοσιογράφοι
κατέχουν θέσεις αργομισθίας σε
δημόσιους οργανισμούς, τράπεζες ή
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Ταυτόχρονα, πολλοί καλλιτέχνες έχουν
υποτυπώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη,
μικρή ή καθόλου σύνταξη ή
ετεροαπασχολούνται. Οι μουσικοί που
διδάσκουν στα Ωδεία πληρώνονται με
ψίχουλα και για να ζήσουν αξιοπρεπώς
είτε θα πρέπει να κυνηγούν με το
τουφέκι τα ιδιαίτερα μαθήματα είτε να
καταφύγουν στο δίσκο της επαιτείας, ενώ
βαρύ και ανθυγιεινό έχει γίνει το
επάγγελμα του μουσικού που παίζει στα
νυχτερινά κέντρα. Συχνά – και σιωπηρά
– το ταμείο αρωγής του Συλλόγου
Ελλήνων Ηθοποιών δίνει οικονομική
ενίσχυση στην οικογένεια κάποιου
εκλιπόντος μέλους του, επειδή δεν
υπάρχουν χρήματα ούτε για την κηδεία.
Δηλαδή ανάμεσα στο λαομίσητο και
δαχτυλοδεικτούμενο «κρατικοδίαιτο»
και το ξέγνοιαστο μποέμ καλλιτέχνη
υπάρχει μια ανώνυμη στρατιά εργατών
της τέχνης που ακροβατούν ανάμεσα στην
επιβίωση και στην εξαθλίωση.
Πρόσφατα η κοινή γνώμη
υπέστη ισχυρό σοκ, όταν δόθηκε στη
δημοσιότητα το συνολικό κόστος της «Πολιτιστικής
Ολυμπιάδας», της τετραετίας 2001-2004, όταν
υπουργός Πολιτισμού ήταν ο Ευάγγελος
Βενιζέλος (150 εκατ. Ευρώ ή 50 δις. δρχ,). «Κάποιοι
φάγανε καλά», σκέφτεται ο μέσος πολίτης
και με το δίκιο του. Μετά από αυτό το
όργιο της σπατάλης, τα ζωνάρια σφίγγουν,
έρχεται η εποχή της «σεμνότητας και της
ταπεινότητας», έρχεται η εποχή των
δικών μας παιδιών.
Η πολιτιστική ευθύνη του
κράτους δεν είναι να χρηματοδοτεί «φαραωνικές»,
όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκαν,
πολιτιστικές εκδηλώσεις. Είναι να
προσφέρει υψηλής στάθμης και ισόβια «ενισχυτική
πολιτιστική διδασκαλία» ώστε ο
ακροατής, ο θεατής, ο αναγνώστης να
διαμορφώνει μόνος του σύνθετα και όχι
απλοϊκά και ετοιμοπαράδοτα κριτήρια
για την εκτίμηση του έργου τέχνης. Πάνω
από μισό εκατομμύριο Έλληνες πλήρωσαν
για να δουν τις Νύφες
του Βούλγαρη και πολλές δεκάδες
χιλιάδες έκαναν το ίδιο για να δουν τα
ντοκιμαντέρ του Μάϊκλ Μουρ – και αυτό
σημαίνει ότι ο λαός δεν θέλει δωρεάν
άρτο και θεάματα, αλλά είναι πρόθυμος
να πληρώσει για τον καλό άρτο, για το
καλό θέαμα, σημαίνει ότι μας αξίζει
κάτι παραπάνω από το Φέιμ
Στόρι, τους Ρουβάδες και τους
Τσαλίκηδες.
Ναι, η λέξη «διδασκαλία»
σοκάρει, αφού θυμίζει καθοδήγηση,
ποδηγέτηση, όμως η ιδιωτική τηλεόραση
ολημερίς μας διδάσκει να
συμβιβαζόμαστε με την ευτέλεια, ενώ η
κρατική συχνά προσφέρει πολιτισμό σε
συσκευασία πλήξης. Όμως η μουσική, η
θεατρική, η ποιητική παιδεία είναι
απαραίτητες για να μπορούμε να
κρίνουμε, να επιλέξουμε, να
επιβραβεύσουμε κι εδώ το κράτος δεν
μπορεί να νίπτει τας χείρας του. Και δεν
μιλάμε για από καθέδρας διδασκαλία,
αλλά για αμφίδρομη, για το δάσκαλο που
διδάσκεται από τους μαθητές μέσα από
μια ζωντανή σχέση και όχι από το box office, τα νούμερα της AGB ή τον αριθμό των
αντιτύπων των βιβλίων, των δίσκων, των
τευχών.
Η έννοια της αποξένωσης,
της αλλοτρίωσης δεν κατοικεί στους
τόμους του Μαρξ και των επιγόνων του,
αλλά στην ίδια τη ζωή, της
καλλιτεχνικής παραγωγής
συγκαταλεγομένης. Το θέμα δεν είναι
περισσότερο ή λιγότερο κράτος στον
πολιτισμό, αλλά αγώνας για την
ελευθερία και την αξιοπρέπεια της
τέχνης και του ανθρώπου.
|