|
2005:
Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ (ΑΣΤΙΚΟΥ)
ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
«Ξενία»
και Πανεπιστήμιο «παρά θιν’
αλός»
ΝΙΚΟΣ ΤΖ. ΣΕΡΓΗΣ
Διδάκτωρ φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων
Αντι εισαγωγής : ΔΙΕΚΔΙΚΩΝΤΑΣ
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ
ΞΕΝΙΑ
Στα Ιωάννινα ο χώρος
που βρίσκεται το ξενοδοχείο του
ΞΕΝΙΑ , παραχωρήθηκε από την δημοτική αρχή
για 35 χρόνια στον επιχειρηματία
ΜΗΤΣΗ για την οικοδόμηση ενός
μοντέρνου ξενοδοχείου
πέντε ορόφων στην καρδιά της
πόλης . Γεγονός που θα οδηγήσει
στην κατεδάφιση του ΞΕΝΙΑ, ενός
σημαντικού
μνημείου της νεώτερης
αρχιτεκτονικής κληρονομιά μας.
Το κτήριο του ΞΕΝΙΑ είναι
δημιουργία του θ.ΒΩΚΟΥ υπό την επίβλεψη του πολύ
γνωστού έλληνα αρχιτέκτονα Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ.
Ταυτόχρονα η ενοικίαση αυτού του
χώρου θα
προκαλέσει την καταστροφή ενός
από τους ελάχιστους πνεύμονες
πράσινου, στο κέντρο της πόλης
και την οριστική αλλοίωση του
δημόσιου χαρακτήρα του κτηρίου
και του περιβάλλοντος χώρου.
Φυσικά ένας δημόσιος χώρος δεν
υπάρχει αφ’ εαυτού, «υπάρχει»
μόνο μέσα από την δράση των
πολιτών. Ένας δημόσιος χώρος
υπάρχει πραγματικά μόνο όταν οι
πολίτες οικειοποιούνται
αυτούς τους χώρους, ως περιοχές
κοινωνικής ζύμωσης, περιοχές
ανοικτές στο προβληματισμό και
στην αμφισβήτηση, περιοχές
συνάντησης και αναφοράς.
Διαφορετικά μιλάμε για μια «προσομοίωση»
δημόσιου χώρου όπου οι ιδιώτες
στο «ελεύθερο» χρόνο τους
καταναλώνουν και
αυτοκαταναλώνονται σαν
εμπορεύματα.
Με αλλά λόγια, ο ελεύθερος δημόσιος
χώρος του ΞΕΝΙΑ επανακτά τον
χαρακτήρα του μόνο μέσα από τις
παρεμβάσεις σαν αυτές που
πραγματοποιεί η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ
ΠΟΛΙΤΩΝ( όπως η πορεία και η
κατάληψη του χώρου στις 21
Μαρτίου), ή μέσα από κείμενα σαν
αυτό του φίλου μου ΝΙΚΟΥ ΣΕΡΓΗ. Ένα θαυμάσιο κείμενο
που μεταξύ άλλων,
μας κοινωνεί στην εμπειρία
του στην κατάληψη του ΞΕΝΙΑ
Ρεθύμνου, έχοντας σαν στόχο να
αναδείξει τις
ευθύνες της
πανεπιστημιακής κοινότητας των
Ιωαννίνων .
Η υπεράσπιση του ΞΕΝΙΑ , δεν είναι μια
μάχη χαρακωμάτων, δεν είναι μια
μάχη για την τιμή των οπλών. Η
υπεράσπιση του ΞΕΝΙΑ αποκτάει
μια σημαντική στρατηγική
σημασία, διότι η συγκεκριμένη
μάχη εάν χαθεί, αυτοί που
κερδοσκοπούν σε βάρος της
ανθρώπινης αξιοπρέπειας και
της φύσης θα γλεντήσουν μια
μεγάλη νίκη. Και οι μαχόμενοι
πολίτες θα διεξάγουν από κει
και ύστερα τις μάχες τους κάτω
από δυσμενέστερους όρους και
συνθήκες. Για
αυτό το λόγο , πάση θυσία , δεν
πρεπει να επιτρέψουμε να
γκρεμίσουν αυτό το
αρχιτεκτονικό δημιούργημα της
«σχολής» Α.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΑΡΓΥΡΟΣ
2005: Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ (ΑΣΤΙΚΟΥ)
ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ
«Ξενία» και Πανεπιστήμιο «παρά θιν’
αλός»
ΝΙΚΟΣ ΤΖ. ΣΕΡΓΗΣ
Διδάκτωρ φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων
Ι. Πολεοδομία,
καταστολή και η αυτονόμηση του
«έργου»
από το «δημιουργό»
|

ΞΕΝΙΑ
|
Φανταστείτε ότι είστε ένας
από τους επώνυμους «υψηλούς»
επισκέπτες ενός πολυτελούς
καταλύματος – «αρχετύπου» της
πολεοδομικής ανάπλασης στο
όνομα του «Ξενίου Διός», στην
ίδια την πατρίδα του Ολυμπίου
Θεού που ιχνηλατεί τις
προοπτικές τουριστικής «εκμετάλλευσης»
της Ιστορίας της. Φανταστείτε
ακόμα ότι ο τόπος παραμένει
σχεδόν αναλλοίωτος παρά την
έλευση αλλόθρησκων και
αλλόγλωσσων λαών, σε πείσμα της
«νεωτερικά» αναδομημένης
Ευρώπης που γεωγραφικά
εικάζεται ότι ανήκει. Τέλος,
ανακαλέστε την εποχή όπου το «παραδοσιακό»
-με ό,τι αγαθό ή δόλιο ο όρος
συνεπιφέρει- κυριαρχεί κατά
κράτος στο αποτέλεσμα της
ατέρμονης μάχης ανθρώπου και
φύσης, όπου τα όρια της πόλης
και του «πολιτισμού»
ταυτίζονται σχεδόν με τις
ακρώρειες του κτιρίου που
πλάστηκε για να περιποιεί τιμές
στο θεό της φιλοξενίας. Όμως,
προς αποφυγήν παρεξηγήσεων,
σημειώστε ότι το περί ου ο λόγος
αρχιτεκτόνημα δεν έχει την τύχη
να συμμετέχει «αιθέρια» στην
τζαμάλα των Λακκωμάτων, ούτε να
περιστοιχίζεται από την πυκνή
νησίδα χλωρίδας –και πανίδας;-
της ηπειρωτικής γης. Τουναντίον,
ανατολικά του εκτείνονται
μποστάνια, δυτικά απολαμβάνει
το δειλινό πίσω από το ενετικό
Κάστρο, ενώ από το βοριά δέχεται
την ευεργετική αύρα της
θάλασσας. Προσθέστε σε αυτό το
ειδυλλιακό τοπίο το βουνό που
διεκδικεί το λίκνο του Δία και
είστε αυτομάτως ένας νοητός
επισκέπτης τού «Ξενία»
Ρεθύμνου! Στη συνέχεια θα
αποπειραθώ να διηγηθώ μια
προσωπική ιστορία «διαμονής»
στο εν λόγω Ξενοδοχείο, όχι όμως
ως τουρίστας αλλά ως μέλος της
επιτροπής κατάληψης του χώρου
που οδήγησε –ή εξανάγκασε- το
Πανεπιστήμιο να οικειοποιηθεί
το κτίριο για τις ανάγκες της
ακαδημαϊκής κοινότητας της
πόλης. Η ιστορία αυτή ίσως έχει
κάτι να υποδείξει ως προς τα
όρια της φοιτητικής
διεκδίκησης και τις
δυνατότητες της πολεοδομικής
πλέον παρέμβασης του
Πανεπιστημίου στην πόλη –μάλλον
επίκαιρες συνιστώσες για τα
Γιάννινα σήμερα-, αλλά πρώτα θα
ήθελα να καταθέσω κάποιες
σκέψεις για την αισθητική που
μεταμορφώνεται αναπάντεχα σε
αυτόνομη συνιστώσα στην
ολότητα της ζωής μιας πόλης.
Είναι γεγονός ότι η
συμβολική του «εμφανούς μπετόν»
που επέβαλε η ομάδα του
αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη
επικρίθηκε σφόδρα για την
ασυμβατότητά της ως προς τις «παραδοσιακές»
και «νατουραλιστικές»
απεικονίσεις του ελληνικού
τοπίου, όμως η σχολή αυτή του
οικοδομείν κατάφερε να
περιέλθει στη ζώνη του «κλασικού»
στο περιβάλλον των πόλεων που
γιγαντώθηκε ασύμμετρα,
απομονώνοντας το πείραμα του «Ξενίου
Διός» ως παραφωνία στο βασίλειο
του «κερδώου Ερμή». Μάλλον ο
οραματιστής του (μετα)μοντέρνου
αστικού «διαστήματος» για την
Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν
μπορούσε να φανταστεί πόσο
κρίσιμη θα απέβαινε για την
τύχη των δημιουργημάτων του η
μαρξική «αντίφαση μεταξύ
παραγωγικών δυνάμεων και
παραγωγικών σχέσεων» -κάτι
παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει
και στις μέρες μας όπισθεν του
Κουραμπά-, αλλά το θέμα για τα
Γιάννινα είναι σαφώς ευρύτερο
μιας απλής αντιπαράθεσης
αρχιτεκτονικών τρόπων και των
σχέσεων που εξεικονίζουν.
Μολονότι η ευθύνη του επίσημου
φορέα της μείζονος «παραγωγικής
δύναμης» των φοιτητών που
καλείται Πανεπιστήμιο είναι
ιδιαιτέρως σημαντική για τα
Γιάννινα του Άρη Κωνσταντινίδη,
το ζήτημα δεν εξαντλείται σε
ένα προβληματικό έστω χώρο
τουριστικής εκμετάλλευσης˙ η
«πινελιά» του αρχιτέκτονα
άγγιξε συνολικά τον κυρίως
πολεοδομικό ιστό με μια «Όαση»
και ένα Μουσείο επιπλέον. Το
αίτημα χρήσης των δημόσιων
χώρων που αναδεικνύει η
παρέμβαση του «μάστορα»
δημιούργησε μια ζώνη
προβληματικών για τις «παραγωγικές
σχέσεις» τόπων, ενώ ταυτόχρονα
κατέδειξε λειτουργικά το
σταυροδρόμι της πολεοδομικής
εξέλιξης στη σύγκρουση
ιδιωτικού και δημοσίου. Μήπως
όμως τα παραπάνω δεν
αποδεικνύουν το ότι ο «δημιουργός»
απλώς απελευθέρωσε μια σειρά
δυνάμεων, βασισμένων στη «φιλοσοφία»
του μπετόν, που αυτονομήθηκαν
από το «όραμα» και διάγουν το
δικό τους, ενίοτε «πολεμικό»,
βίο;
Στην ακμή της κοινωνικής
κριτικής του γαλλικού Μάη, η
πολεοδομία συνδέθηκε άμεσα με
την κρατική καταστολή στο
ανατρεπτικό «καταστασιακό»
πρόγραμμα των Situationniste –με απτά
ελληνικά παραδείγματα το
σχολικό συγκρότημα της Γκράβας
Αθηνών και τα κτίρια της
Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου.
Ως φορέας της συνειδησιακής
αποξένωσης του αστικού «διαστήματος»,
η αρχιτεκτονική αυτονομήθηκε
στη σχεδιασμένη χειραγώγηση
του πολίτη, μετατρεπόμενη
αίφνης σε μια επιμέρους
συνιστώσα ποδηγέτησης των
διαρκώς διογκούμενων τάσεων
επανακατάληψης του χώρου, των
κοινωνικών δυνάμεων που
διεκδίκησαν δυναμικά τη χρήση
των νησίδων - «Οάσεων» του
αστικού τοπίου. Η ικανότητα του
μπετόν να επιβάλεται επί των
παραδοσιακών αισθητικών
θεωρήσεων που προέβλεπαν τη
σχεδόν αυτόματη ταύτιση του
κάλλους με τη λειτουργικότητα,
συνεπικουρούμενη από την
ευκολία και την «καθολικότητα»
στη χρήση, καθόρισε εν πολλοίς
την πολεοδομική σύνταξη πόλεων
όπως τα Γιάννινα, όπου η
εργολαβική δράση ταυτίστηκε με
τον «εκσυγχρονισμό» και την «ανάπτυξη».
Η δύναμη του μπετόν –κατασταλτική
για την πολυσημία της έκφρασης,
εκτός των άλλων- απεδείχθη
ευρύτερη των προθέσεων
αρχιτεκτόνων όπως ο
Κωνσταντινίδης, στρεφόμενη εν
τέλει εναντίον των αγαθών
προθέσεων που μπορεί να κρύβει
το ολιστικό όραμα του «δημιουργού».
Σαν τον «Hal», τον υπερ-υπολογιστή
της «Οδύσσειας» του Κιούμπρικ,
το κτίσμα από μπετόν
αυτονομήθηκε στο αστικό «διάστημα»
επιδιώκοντας τελικά τη «συντριβή»
του δημιουργού του,
εξακοντίζοντας το χωρόχρονο
της πόλης σε μια εφιαλτική
προοπτική ισοπέδωσης του
παντός. Είναι η ίδια η «λογική»
του σκυροδέματος που αγκάλιασε
ασφυκτικά το «πείραμα»
Κωνσταντινίδη για να
υπονομεύσει τη χρήση, την αξία
και τη ζωτικότητα που ήθελε να
φέρει στον ιστό της πόλης,
καταδικάζοντας την ύπαρξή του
στην ευχέρεια της κρίσης «Συμβουλίων
σοφών» που καλούνται να λύσουν
το «γόρδιο δεσμό» των
αντιφάσεων του αστικού «διαστήματος».
Ίσως ο «Hal» - «Ξενία Ιωαννίνων»
να τραγουδά στις μέρες μας το «κύκνειο
άσμα» που τον δίδαξε ο «μάστορας»
τη στιγμή της δημιουργίας του –για
όσους έχουν δει την
αριστουργηματική ταινία: 2001: Η
Οδύσσεια του Διαστήματος-, όμως
το πρόβλημα διαχείρισης των
ιστορικών ξενοδοχείων δεν
συρρικνώνεται στην έκπτωση της
αισθητικής ή στα προβλήματα των
διανοουμένων περί «ολότητας»
και καταστολής στον αστικό βίο.
Ο «Hal» της πόλης μας δεν είναι
μόνο μια απρόσωπη τεχνητή
δύναμη που ξεπέρασε τον πλάστη
της, αλλά αντικατοπτρίζει μια
σειρά «παραγωγικών σχέσεων»
που καθορίζουν την «εξέλιξη»,
το «όραμα» και εν πολλοίς τις
κοινωνικές δυνάμεις όπως αυτές
διαγκωνίζονται για την
κυριαρχία –ή αν προτιμάτε για
την καταστολή- του καθημερινού
βιώματος. Το αν κάποιοι φορείς
έχουν τη βούληση και τη δύναμη
να επηρεάσουν αυτή την πολεμική
που διεξάγεται στο «διάστημα»
του σκυροδέματος θα φανεί
πιστεύω από τη μικρή ιστορία
που θα παρουσιάσω στη συνέχεια,
ιστορία συνύπαρξης και «προσέγγισης»
Πανεπιστημίου και «Ξενία» η
οποία έλαβε χώρα κυριολεκτικά «παρά
θιν’ αλός».
ΙΙ. «Θίνες» της συλλογικότητας
Προνομιακή η τοποθεσία των
«Ξενία» σε όλη την Ελλάδα και
σίγουρα δεν υστερούν ούτε το
γιαννιώτικο ούτε και αυτό του
Ρεθύμνου της Κρήτης. Με το
μέτωπο στραμμένο στο Κρητικό
Πέλαγος, με ένα από τα
μεγαλύτερα μπαλκόνια στην πόλη
και θεμελιωμένο σε μια εποχή
όπου δεν είχε «αντίπαλο», το
κρητικό ξενοδοχείο γνώρισε
περιόδους ακμής αλλά και
σταδιακής απαξίωσης. Ο
Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού
εγκατέλειψε στην τύχη του το
κατάλυμα – «πείραμα» ακριβώς
στην εποχή που το Ρέθυμνο
γνώρισε μια θηριώδη
κυριολεκτικά τουριστική «ανάπτυξη»,
την περίοδο όπου η πόλη
επεκτάθηκε σε πολλαπλάσιο
μήκος μόνο με τουριστικές
εγκαταστάσεις! Η σκοπιμότητα
προφανής –και εδώ δεν χωρά
καμιά ψευδοεπιχειρηματολογία
περί «προβληματικής
επιχείρησης»- καθώς οι σχέσεις
ιδιοκτησίας διαπραγματεύονταν
στο παρασκήνιο. «Ανέστιο» στην
κυριολεξία το Πανεπιστήμιο δεν
αντιμετώπιζε ως κακή την
προοπτική προσάρτησης του
επίμαχου κτιρίου, γι’ αυτό και
στήριξε σιωπηρά την
πρωτοβουλία της πλειοψηφίας
των φοιτητών να καταλάβουν το
πόνημα του Κωνσταντινίδη
ύστερα από μια δεκαετία
εγκατάλειψης στη διαβρωτική
ορμή της θάλασσας, επί
πρυτανείας του κυρίου Γιώργου
Γραμματικάκη. Μετά από μια
σειρά αποτυχημένων προσπαθειών,
οι «τουρίστες» φοιτητές του
Πανεπιστημίου Κρήτης
εγκαταστάθηκαν στο κτίριο την
άνοιξη του 1993, για να
παραμείνουν εντός για
περισσότερο από δύο χρόνια. Ως
προς τη «θρυλική» τούτη αρχική
περίοδο της κατάληψης άκουσα
πολλά, τα οποία όμως δεν σκοπεύω
να μεταφέρω, καθώς η δική μου
εγκατάσταση ξεκίνησε τον
Νοέμβριο του ιδίου έτους, όντας
ήδη υποψήφιος μεταπτυχιακός
φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή.
Από τότε και μετά παρέμεινα «φιλοξενούμενος»
του ξενοδοχείου σχεδόν ώς τη
λήξη της κατάληψης, το
καλοκαίρι του 2005.
Η πλέον γόνιμη περίοδος,
τόσο προσωπικά όσο και για τη
συλλογικότητα που εξέφραζε η «απαλλοτρίωση»
του κτιρίου, ήταν οι πρώτοι 10
μήνες: σαν τα μικρά παιδιά που
χτίζουν πύργους στην άμμο έτσι
και οι «ένοικοι» του
ξενοδοχείου σχεδιάζαμε το
μέλλον της διαχείρισης, από
κοινού με την υπόλοιπη
κοινότητα του Πανεπιστημίου
που δεν είχε την τύχη ή ατυχία
να κατοικεί. Ευτυχώς η
υδροδοτούσα δημοτική εταιρία
είχε την καλοσύνη να μην κόψει
το νερό, το ίδιο όμως δεν συνέβη
και με τη Δ.Ε.Η. Χωρίς τις
στοιχειώδεις ανέσεις (ηλεκτρικό,
ζεστό νερό, κεντρική θέρμανση κ.τ.λ.),
οι καταληψίες «τουρίστες»
καταφέραμε να ξαναδώσουμε μια
απροσδόκητη τροπή στο «όραμα»
του αρχιτέκτονα, επιβιώσαμε
μάλλον χαρούμενα μέσα στο
θλιβερό απομεινάρι ενός «πειράματος»
που «στοίχειωνε» ώς τότε τη
θορυβώδη παραλία. Το πιο
παρήγορο και το πιο σαγηνευτικό
σε αυτή την ιδιόρρυθμη
κατάσταση ήταν το αίσθημα της
συλλογικότητας: άλλοτε σε
σύμπνοια και άλλοτε σε
σύγκρουση με τους «απέξω»
φοιτητές –οι οποίοι είχαν όπως
ήταν φυσικό λόγο για την
εξέλιξη της κατάληψης-
διαπραγματευτήκαμε μάλλον με
τους εαυτούς μας την προοπτική
της «αυτοδιεύθυνσης» για τη
μελλοντική κατάσταση, το
μετασχηματισμό της κατάστασης
σε «κατάληψη στέγης», τον
αμφίσημο χαρακτήρα της
κυριότητας μεταξύ φοιτητικού
συλλόγου και Πανεπιστημίου.
Κοντά σε όλα αυτά γλεντήσαμε
και ερωτευτήκαμε,
παρακολουθήσαμε προπτυχιακά
και μεταπτυχιακά σεμινάρια,
οργανώσαμε μαθήματα ξένων
γλωσσών και προσφέραμε
φιλοξενία στους εξίσου
άστεγους αλλοδαπούς φοιτητές
που έρχονταν με το πρόγραμμα
Erasmus. Για πολύ καιρό οι πόρτες
του κτιρίου και των δωματίων
παρέμεναν μέρα νύχτα ανοιχτές
–ώσπου παρατηρήθηκαν κάποιες
μικροκλοπές- ενώ ήταν
εντυπωσιακή η προσέλευση των «ενοίκων»
στην εβδομαδιαία καθαριότητα ή
στα «συσσίτια» που
μαγειρεύονταν με εξαιρετική
μαεστρία, χάρις στη γεννήτρια
που υποχρεωτικά προσαρμόστηκε
στο ηλεκτρικό κύκλωμα του
κτιρίου. Είναι εντυπωσιακό σε
πόσο καλή κατάσταση
διατηρούνταν οι υποδομές του
ξενοδοχείου, παρά την
υπερδεκαετή αχρησία, ενώ το
μεγάλο πάρτι δόθηκε τη νύχτα
που λειτούργησε η κεντρική
θέρμανση καταναλώνοντας τα
τελευταία υπολείμματα
πετρελαίου στα υπόγεια. Χωρίς
να ωραιοποιώ τη διήγηση, η
παραμονή στο υπό κατάληψη
ξενοδοχείο είχε τις ελάχιστες
δυνατές παρεκτροπές –αναμενόμενες
άλλωστε λόγω της «ελαφρότητας»
του φοιτητικού βίου- δίνοντας «σάρκα
και οστά» στην πράξη της
συλλογικότητας, ένα από τα
σπουδαιότερα μαθήματα που «παρακολούθησα»
κατά τη διάρκεια των
μεταπτυχιακών μου σπουδών στο
Πανεπιστήμιο Κρήτης. Μέσα στο «πείραμα»
του Κωνσταντινίδη
εγκαταστάθηκε ένα άλλο «στοίχημα»
αυτοδιαχείρισης και ως εκ
τούτου δεν χρειάστηκε η
μεσολάβηση ενός «Συμβουλίου
της Επικρατείας» για να
εκδιωχθούν οι εκσκαφείς. Μάλλον
ασύμβατο προς την πρόθεση του
αρχιτέκτονα –αν και έχω λόγους
να πιστεύω ότι ο ίδιος θα
ενέκρινε τη μετάλλαξη του «Hal»
του- το «στοίχημα» της
αυτοδιεύθυνσης διαλύθηκε όπως
τα κτίσματα της άμμου που
παρασύρει το κύμα, όμως το «πείραμα»
επιβίωσε για να παραχωρηθεί στη
διάθεση ενός Πνευματικού
Ιδρύματος.
ΙΙΙ. Σε τι χρειάζεται η τεχνητή
νοημοσύνη
Επιστρέφω στην κριτική που
δέχτηκε ο Κωνσταντινίδης για τα
κτίσματά του. Η μανία του
νεοέλληνα αστού με το σκυρόδεμα
δεν έχει προηγούμενο, η εμμονή
των αρχιτεκτόνων της εποχής μας
να σκεπάσουν κάθε σπιθαμή
χώματος είναι πλέον
ανεξέλεγκτη –αρκεί να ρίξει
κανείς μια ματιά στις «εκσυγχρονισμένες»
πλατείες της Αθήνας μετά τους
Ολυμπιακούς. Οι αιτίες του
φαινομένου δεν με απασχολούν
εδώ κοινωνιολογικά, όμως με
ενδιαφέρει το αισθητικό αίτημα
που πρεσβεύουν. Το «εμφανές
μπετόν» στη ρεθεμνιώτικη
παραλία ή πλάι στα βυζαντινό-οθωμανικά
σαχνισί του γιαννιώτικου
Κάστρου φέρει αν μη τι άλλο μια
διάθεση «νεωτερικής»
ανακατασκευής του αστικού «διαστήματος»,
ένα είδος «δεύτερου, τεχνητού
κόσμου» που εκτοπίζει ολοένα
και περισσότερο τον ιστορικά
αρχιτεκτονικό. Εντούτοις, είναι
σε αυτό το ίδιο το αστικό «διάστημα»
όπου τα κινήματα βρήκαν τον
τόπο τους, όπου η συζήτηση περί
«αυτοδιαχείρισης» βρέθηκε στο
κατάλληλο περιβάλλον. Σε τούτο
το πεδίο βυθισμένοι εκούσια ή
ακούσια, συμφιλιωμένοι με τη «νεωτερική»
ιδέα του δομημένου τοπίου, η
μοναδική ατραπός κατανόησης
και αλλαγής του πολεοδομικού
χάρτη που απομένει για τον
πολίτη είναι η αποδοχή και
χρήση της δυναμικής του μπετόν,
της νέας «τεχνητής νοημοσύνης».
Η «παιδαγωγική» της
κατάληψης του «Ξενία» Ρεθύμνου
ήταν αφενός υποκειμενική για
τους «πρωταγωνιστές» του «στοιχήματος»
και αφετέρου διαβρωτική για τη
μικρή κοινωνία της πόλης. Με
βεβαιότητα, το αίτημα που
αναδείκνυε η κατάληψη θα είχε
πολύ γρήγορα πνιγεί στις «μπαλωθιές»
των τοπικών «παραγωγικών
σχέσεων» αν το εγχείρημα δεν
ετύγχανε της κάλυψης του
Πανεπιστημίου. Η μικρή αυτή «Οδύσσεια»
τού να κερδίσεις την ανοιχτή
υποστήριξη του Ιδρύματος από
μια αρχική συμπάθεια απέβη
δύσκολο και ενίοτε
αμφισβητούμενο έργο: οι
αμφιταλαντεύσεις της
πανεπιστημιακής διοίκησης (μόνο
ο αντιπρύτανης κύριος
Πυργιωτάκης παρέμεινε
αταλάντευτος στην υποστήριξη),
η αμφισβήτηση που εξέφρασαν
κατά καιρούς οι φοιτητικές
παρατάξεις (κυρίως η ΠΑΣΠ) σε
σχέση με το περιεχόμενο της «φοιτητικής
αυτοδιεύθυνσης» καθώς και ο
πάντα υπαρκτός κίνδυνος να
επέμβουν οι ντόπιοι «αγανακτισμένοι
πολίτες» έθεσε επανειλημμένως
εν αμφιβόλω την παραμονή των
καταληψιών στο ξενοδοχείο. Το
ότι ένα μικρό απομεινάρι της «Ιθάκης»
βρήκε τελικά στέγη στο «Ξενία»
ήταν μάλλον προϊόν της πίεσης
που εξασκήθηκε στη διοίκηση του
πνευματικού ιδρύματος του
Ρεθύμνου, διαδικασία που
κατέληξε σε μια θετική για το
φοιτητόκοσμο διαπραγμάτευση με
τον Ε.Ο.Τ. Το Πανεπιστήμιο
Κρήτης «διαπαιδαγωγήθηκε» μέσω
μιας όχι ιδιαίτερα ευχάριστης
διαδικασίας εμπλοκής με τα
τοπικά συμφέροντα, απολογήθηκε
για το «στοίχημα» της κατάληψης,
όχι στο όνομα του αισθητικού «πειράματος»
Κωνσταντινίδη αλλά υπό την
πίεση της ανάγκης να στεγάσει
επιτέλους τους φοιτητές του.
Μήπως άραγε το Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων δεν έχει ανάγκες
Εστιών, μήπως ο αριθμός των
πανεπιστημιακών κλινών στην
Πανεπιστημιούπολη είναι
υπερπολλαπλάσιος του αριθμού
των φοιτητών και έτσι εξηγείται
η θεαματική αδιαφορία του
Ιδρύματος για το γιαννιώτικο «Ξενία»;
Ίσως ένας καλόπιστος
αναγνώστης θα έβρισκε πολλές
διαφορές ανάμεσα στην κατάληψη
του Ρεθύμνου και στην «Οδύσσεια
2005» των κτιρίων Κωνσταντινίδη
στην ηπειρώτικη πρωτεύουσα. Οι
«παραγωγικές σχέσεις», το
ιδιοκτησιακό καθεστώς με άλλα
λόγια, είναι σαφώς πιο
περίπλοκες, δεδομένου ότι στα
Γιάννινα ο Ε.Ο.Τ. έχει
παραιτηθεί του ενδιαφέροντος
για τα πονήματα του «μάστορα»
που θέλησε να «εμβολιάσει» το
παραδοσιακό με τις αξιώσεις της
«νεωτερικότητας». Όμως, η «πρώτη
στα γρόσια και στα γράμματα»
πόλη θεμελιώθηκε στη σύγχρονη
μορφή της πάνω σε μια
εξαμβλωματική μετάλλαξη της «νεωτερικής»
αισθητικής και αν θέλουμε να
διεκδικήσουμε κατά το έλασσον
μια «Όαση» κάλλους και κατά το
μείζον την «αυτοδιάθεση» των
χώρων για τους πολίτες, θα
πρέπει ίσως να μετέλθουμε της «τεχνητής
νοημοσύνης» που επιτάσσει η
σύγχρονη πολεοδομία. Για να
γίνω σαφής: το πρώτιστο είναι να
σωθεί το «Ξενία». Εάν το κτίριο
εξακολουθεί να κοσμεί το «δεύτερο,
τεχνητό κόσμο» της πόλης μας
τότε υπάρχει ελπίδα να
διαπραγματευτεί η «αστική
κοινωνία» το χαρακτήρα της
χρήσης. Εάν όχι, οι υπό
διεκδίκηση χώροι θα έχουν «ορφανέψει»
ακόμη περισσότερο, τα περιθώρια
μετάλλαξης του δημόσιου χώρου
θα είναι επιπλέον στενότερα. Με
μια συλλογικότητα τού: «πέρα
βρέχει», έγκλειστη στον
ειδυλλιακό τόπο της
Πανεπιστημιούπολης, η
πολεοδομία θα ταυτίζεται όλο
και περισσότερο με την
καταστολή και η κατακτημένη «νοημοσύνη»
του τεχνητού κόσμου θα
παραμείνει περίκλειστη στα
εργαστήρια των θετικών
επιστημών. Αν όμως η «διαπαιδαγώγηση»
από το παράδειγμα του «κατακτημένου»
από το Πανεπιστήμιο «Ξενία»
Ρεθύμνου χρησιμεύσει ως
γνώμονας του νου της
συλλογικότητας, τότε τα οφέλη
θα είναι ευρύτερα μιας Εστίας ή
ενός πολιτιστικού κέντρου. Και
κάτι έσχατο αλλά όχι ανούσιο: οι
πολυακουσμένες «σχέσεις του
Πανεπιστημίου με την πόλη»
γιατί δεν ακουμπούν την «Οδύσσεια
2005» του «πειράματος»
Κωνσταντινίδη; Σε τι οφείλεται
η επίσημη σιωπή του Ιδρύματος
για την τύχη της αρχιτεκτονικής
κληρονομιάς της χώρας όταν –έχοντας
μάλιστα ως «οδηγό» ένα
επιτυχημένο «στοίχημα» σε άλλη
πόλη- θα έπρεπε να είναι ο
πρώτος φορέας συλλογικότητας
που θα είχε το λόγο;
|