"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Θρησκεία και Εκκλησίες στον σύγχρονο κόσμο

Αρχείο

 

 Κεντρική Σελίδα

 

 

Θεολογική Σχολή

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ


Του νέου μας συνεργάτη ΣΤΑΘΑΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


stathakios@hotmail.com 

"Με το κείμενο του φίλου Αλέξανδρου δεν συμφωνούμε σε βασικά ζητήματα, είναι όμως ενδεικτικό της τάσης αυτής των Χριστιανών οι οποίοι καμία σχέση δεν έχουν με την επίσημη Εκκλησία και το Ιερατείο της. 

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ" 



Μετά τα τελευταία γεγονότα και τις "αποκαλύψεις" στο χώρο της θεσμικής εκκλησίας και δη της ιεραρχίας της και τις πολλές φωνές που ακούγονται πλέον από πολλές πλευρές για τον χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, θεωρώ αναγκαίο να τεθούν στο τραπέζι κάποια ζητήματα που βρίσκονται στο περιθώριο του μεγάλου θέματος και κανείς δεν θέλει να τα αγγίξει.
Ένα τέτοιο θέμα είναι το θέμα των θεολογικών σπουδών και της 
θρησκευτικής εκπαίδευσης στα πλαίσια ενός δημοκρατικού και ανεξίθρησκου κράτους.
Ξεκινώ βέβαια από μια επισήμανση: Όσοι με την πολιτική τους συνέχισαν και διεύρυναν το σύστημα της "νόμω κρατούσης πολιτείας", σήμερα υποστηρίζουν τον κλιμακωτό χωρισμό. Αυτοί που ποτέ δεν φρόντισαν να για τον εκσυγχρονισμό του και την σταδιακή αποδέσμευση του εκκλησιαστικού οργανισμού από την κρατική βακτηρία. Ένας τέτοιος χωρισμός, κάτω από το βάρος των σκανδάλων, σαν μια προσπάθεια των πολιτικών να απομακρύνουν από πάνω τους τα μικρόβια, όχι μόνο δεν θα ανανεώσει την Εκκλησία, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει ένα μη συνταγματικό, μεσαιωνικό υπερ κράτος στα όρια της συντεταγμένης πολιτείας.
Ο χωρισμός πρέπει να συνοδευτεί από την αναθεώρηση διοικητικών δομών 
και καταστάσεων στον χώρο της θεσμικής εκκλησίας (που οφείλονται ακριβώς στην μακρόχρονη συνοδοιπορία της με το κράτος). Να προστατευτούν για παράδειγμα τα δικαιώματα του ενοριακού κλήρου και να τεθεί ένα αντικειμενικό πλαίσιο μέσα από οποίο θα υποστηρίζεται, αλλά και θα αξιολογείται η λειτουργία της κάθε ενορίας και του κάθε εφημέριου. Επισημαίνω επίσης, ότι η Πολιτεία έχει το δικαίωμα να ζητήσει την θεσμοθέτηση τέτοιων κανόνων στην Εκκλησία, όπως και σε κάθε άλλο θρησκευτικό καθίδρυμα που λειτουργεί μέσα στα όρια της, γιατί έχει ευθύνη για κάθε νομικό πρόσωπο που αναγνωρίζει, έστω και ιδιωτικού δικαίου.
Αλλά δεν είναι το κύριο θέμα μου αυτό. Έκανα αυτή την παρέκβαση για να γίνουν ακόμα πιο διαυγή αυτά που θα υποστηρίξω στην συνέχεια.
Το θέμα μου λοιπόν είναι οι θεολογικές σπουδές, το έργο των θεολόγων ως επιστημόνων και παιδαγωγών και οι πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρουν ως κλάδος για να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση, γιατί αυτοί είναι οι αμέσως επόμενοι μετά τον ενοριακό κλήρο που θα θιγούν, αν τα πράγματα πάρουν ένα δρόμο "κουκουλώματος" μέσω ενός βιαστικού χωρισμού που θα συμφέρει ταυτόχρονα την ηγεσία της πολιτείας ("για να μην έχουν μπλεξίματα με τους παπάδες", έτσι θα σκεφτούν οι πολιτικοί), αλλά και την ιεραρχία (για να διατηρήσει και ίσως και να ενισχύσει την ανεξέλεγκτη εξουσία της).
Ο θεολόγος θα θιγεί που ήδη βιώνει την, όλο και πιο φωναχτή τελευταία, δυσκολία του κοινωνικού συνόλου να τον δεχτεί ως επιστήμονα. Όσοι από τους αποφοίτους των θεολογικών σχολών, προσπάθησαν να ανοιχτούν σε διεπιστημονικά πεδία, συνήθως συναντούν την καχυποψία των περισσοτέρων μελών της επιστημονικής κοινότητας για το περιεχόμενο των σπουδών τους. Καχυποψία βέβαια που στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στην άγνοια του περιεχομένου των σύγχρονων θεολογικών σπουδών.
Υπάρχει όντως, ένα ευρύτερα διαδεδομένο στερεότυπο: θεολόγος = 
κατηχητικό. "Τώρα κι ο θεολόγος ήρθε για να μας κάνει κατήχηση", λέει ο κόσμος. Το στερεότυπο αυτό όμως δεν είναι άσχετο με την στάση των 
περισσοτέρων θεολόγων στο κοντινό παρελθόν. Μια στάση που και σήμερα συναντάται, παρότι είναι πλέον μειοψηφική. 
Από την άλλη βέβαια και η θεσμική εκκλησία, όχι λίγες φορές τον βλέπει με καχυποψία αυτόν το "θεολόγο του κομπιούτερ", ένα θεολόγο που βγήκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που βγάνουν και οι άλλοι ειδικοί και δεν τον ελέγχει. Ο άνθρωπος αυτός μοιάζει σαν ένα παιδί που διαλύθηκε η οικογένεια του και κανένας από τους δυο γονείς δεν θέλει να το πάρει. 
Αξιολογώντας λοιπόν, προσεκτικά ορισμένα τελευταία περιστατικά βλέπω 
ότι τα πράγματα έχουν οδηγηθεί σε οριακό σημείο. Ένα σημείο που
απαιτεί την συλλογική δράση των θιγόμενων. Είναι ανάγκη, επιτέλους, να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα που έχουν σχέση με την χειραφέτηση της θεολογικής επιστήμης από τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. 
Το ξεκαθάρισμα αυτό αργεί από το φόβο των αντιδράσεων: Κυρίως να μην 
κατηγορηθούν οι επιστήμονες και παιδαγωγοί θεολόγοι για "αθεΐα", 
"νεωτερισμό", "αντιεκκλησιαστικό πνεύμα". Αλλά επίσης αργεί από την προσδοκία κάποιας επιτέλους συν-αντίληψης με την πλειοψηφία των θεσμικών ηγετών των ελλαδικής εκκλησίας. 
Θέλω να πιστεύω λοιπόν, ότι η παρέμβασή μου αυτή θα διευκολύνει ένα 
διάλογο για να ξεπεραστούν κάποιες από τις αναστολές. Απευθύνομαι λοιπόν κυρίως στους ανθρώπους που έχουν την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας και εξηγούμαι: 
Όποιος προτείνει αυτό το ξεκαθάρισμα δεν είναι "σώνει και καλά" άθεος 
και δεν διακατέχεται από αντιεκκλησιαστικό πνεύμα, αλλά φροντίζει για 
την κατοχύρωση του χώρου του στο πλαίσιο της κοινωνίας, της δημόσιας 
παιδείας και των ακαδημαϊκών σπουδών. 

Όλοι ξέρουμε ότι το εκκλησιαστικό σώμα δεν φοβήθηκε πάντα την 
καινοτομία και τους νεωτερισμούς, αλλά αντίθετα πολλές φορές τα αποδέχτηκε, ερμηνεύοντας τα δυναμικά "υπό το φως της Ανάστασης του Χριστού". Όσοι θεολόγοι θέλουν να διατηρήσουν την σχέση τους με το εκκλησιαστικό σώμα, θα βοηθηθούν με ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα. Θα κάνει τη σχέση τους με την Εκκλησία πιο υγιή, σύμφωνα με τις πραγματικές προϋποθέσεις της ιδιότητάς τους[1].
Επειδή έχω περάσει από ελλαδική θεολογική σχολή, φαντάζομαι την 
υποτιμητική αντίδραση ορισμένων κύκλων με το άκουσμα και μόνο αυτών των εισαγωγικών αράδων. Αυτά είναι "θύραθεν" θα πουν…Είναι αλήθεια, ακόμα και σήμερα, πολλοί και ορισμένες φορές διακεκριμένοι θεολόγοι φοβούνται μην χαρακτηριστούν "θύραθεν" ή "κοσμικοί" από ορισμένους κύκλους, που δυστυχώς επηρεάζουν όχι μόνο τον κλήρο, αλλά και ένα μέρος όσων ακολουθούν ενεργότερα την θεσμική εκκλησία.
Τι σημαίνει "θύραθεν", όταν είναι η δική μου αλήθεια, ο κόπος μου, ο 
προβληματισμός μου. Πράγματα που ο Χριστός δεν έρχεται να τα καταργήσει, αλλά να τα απαντήσει και να τα φωτίσει σε ένα ζωντανό διάλογο, σε μια προσωπική σχέση όπου το ανθρώπινο διασώζεται. Αυτό δεν πάμε να πούμε στην κοινωνία; Γιατί αν πάμε να πούμε διαφορετικά , τότε θα μας κλείσουν όλες τις πόρτες και καλά θα κάνουν. 
Πέρα από τα τελευταία θυμικά μου επιχειρήματα, όλη αυτή η παραφιλολογία για το "θύραθεν" της επιστημονικής θεολογίας από τη μια και για την καταξίωσή της στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών από την άλλη έχει απαντηθεί ενδελεχώς εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τον καθηγητή Νίκο Ματσούκα σε άρθρο του στο περιοδικό "Διαβάζω". Αν και αισθάνομαι ότι επαναλαμβάνω πράγματα, θα σημειώσω την παρομοίωσή που έκανε για το εκκλησιαστικό σώμα ως γυναίκας που γεννά (και παράγει πολιτισμό) και ως γιατρού γυναικολόγου του θεολόγου (που ασχολείται επιστημονικά με αυτόν τον πολιτισμό). Σίγουρα μπορεί να γεννηθεί παιδί χωρίς την μεσολάβηση της επιστήμης. Όμως κανένας σώφρων γονιός δεν θα διακινδύνευε σήμερα να το επιχειρήσει. 
Η επιστημονική θεολογία ξεκίνησε αξεδιάλυτα στην αρχή πλάι στην 
εκκλησιαστική πράξη, αλλά περιέλαβε γρήγορα όλες τις βασικές επιστημολογικές αρχές και μεθόδους που έχουν και σήμερα όλες οι ανθρωπιστικές επιστήμες, Σιγά - σιγά όμως άρχισε να αυτονομείται. (Αλήθεια που κατατάσσουν οι πολέμιοι του "θύραθεν" τον Ιουστινιανό, το Λέοντα τον Σοφό και τον κρατικό λειτουργό Φώτιο, πριν γίνει σε μια νύχτα πατριάρχης;) Είναι αλήθεια ότι σημείο καμπής υπήρξε η ίδρυση ορθόδοξων θεολογικών σχολών με βάση τα προτεσταντικά πρότυπα, αλλά αυτό ήδη είναι πολύ μακριά. Τα θεολογικά τμήματα σήμερα νομιμοποιούνται να υπάρχουν εκτός και ανεξαρτήτως των εκκλησιαστικών δομών, πιστεύω και από τις δυο πλευρές: Από την κοινωνία των πολιτών μέσω της ακαδημαϊκής κοινότητας, γιατί υπηρετούν με νόμιμες επιστημολογικές αρχές και μεθόδους ένα διακριτό τομέα σπουδών. 
Επίσης, όσο και αν στην αρχή θα φανεί ρηξικέλευθο, μπορούν να γίνουν 
αποδεκτά και από την Εκκλησία. Όχι βέβαια με τις προτεσταντικές 
προϋποθέσεις των αρχών του 19ου αιώνα. Όχι δηλαδή ως ένας λόγος που κατευθύνει την Εκκλησία, αλλά ως ένα εργαλείο που μπορεί να το χρησιμοποιήσει η Εκκλησία ελεύθερα και δυναμικά.[2] Και ας ξαναέρθουμε στο παράδειγμα του γυναικολόγου. Κανείς μπορεί να έχει ένα διάλογο με τον γιατρό του, να ελέγξει τις μεθόδους του, να δει τι κάνουν και άλλοι συνάδελφοί του, να ελέγξει την ποιότητα των οργάνων που χρησιμοποιεί, αλλά αν δεν είναι ο πιο ακραίος "Ταλιμπάν" δεν θα απορρίψει την βοήθεια της ιατρικής επιστήμης. 
Τι χρειαζόταν όλα τα παραπάνω; Απλούστατα γιατί, αν για τις 
θεολογικές σπουδές τίθεται το δίλημμα με την κοινωνία των πολιτών και 
χωρίς προκαθορισμούς, ή με την κηδεμονία της θεσμικής εκκλησίας[3], 
κατά την γνώμη μου πρέπει να δοθεί μια σαφέστατη απάντηση: Με την κοινωνία των πολιτών.[4]
Τα προ-τελευταία (ήδη) γεγονότα, στα οποία θα αναφερθώ στην συνέχεια, απλώς φέρνουν στην επιφάνεια ξανά αυτό το δίλημμα, που στην 
πραγματικότητα υπάρχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια[5] και πότε oπότε γίνεται πιο εμφανές. Όπως θα φαντάζεστε, το πρώτο γεγονός είναι η επικείμενη ίδρυση ανώτατων εκκλησιαστικών σχολών.
Καταρχήν, αν το θέμα ετίθετο γενικά και αόριστα, αν έχει, δηλαδή, ο 
εκκλησιαστικός οργανισμός δικαίωμα να ιδρύσει ακαδημαϊκού επιπέδου σχολές για να εκπαιδεύει και να παρέχει συνεχιζόμενη επιμόρφωση και ειδική κατάρτιση στα στελέχη του, ιερείς, ιεροψάλτες, στελέχη της διακονίας, στελέχη των πνευματικών και νεανικών κέντρων, ακόμα και τις πρεσβυτέρες (μια δουλειά επιπέδου, σαν κι αυτή που έκανε και κάνει ο Κίσσαμου Ειρηναίος με την Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης), νομίζω ότι όσοι θέλουμε να ξεχωρίζει σιγά- σιγά η Εκκλησία από το Κράτος, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια αντίρρηση, παραμένοντας συνεπείς στην θέση μας. Όμως πίσω από την εύλογη αντίδραση των θεολόγων υπάρχουν κατά την γνώμη μου δυο πράγματα που μέχρι στιγμής κανείς δεν τα είπε ξεκάθαρα.
Δεν έχουμε εμπιστοσύνη - εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- στον εκκλησιαστικό οργανισμό ότι μπορεί να λειτουργήσει με όλα τα εχέγγυα πανεπιστημιακού επιπέδου εκπαιδευτικές δομές.
Έχουμε βάσιμες υπόνοιες ότι αυτές οι σχολές φτιάχνονται για να 
λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τα θεολογικά τμήματα. Πρώτο ερέθισμα για αυτές τις υπόνοιες, είναι το ερώτημα "γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της;[6]"
Σχετικά με το πρώτο σημείο μπορεί κανείς να σημειώσει τα εξής: H ίδρυση των ανώτατων εκκλησιαστικών σχολών με τον τρόπο που επιχειρείται από την ιεραρχία -ως απομίμηση των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων, πέρα από τον προβληματισμό για το πρόδηλο αρχέτυπο που έχει στο μυαλό της η θεσμική εκκλησία για τον σημερινό κλήρο και τους άλλους λειτουργούς της εκκλησιαστικής διακονίας ("στρατιωτάκια ακίνητα, αγέλαστα"), κάνει τους θεολόγους, σχετικούς γνώστες κάποιων πραγμάτων που αποσιωπούνται, να αντιδρούν. Να αντιδρούν ως πολίτες και ως ειδικοί, γιατί με χρήματα του ελληνικού δημοσίου θα στηρίζονται αυτές οι σχολές και είναι θεμιτό να έχουν λόγο περί της ποιότητας αυτών των σχολών όσοι γνωρίζουν από θεολογικές σπουδές. Έτσι, ως πολίτες και ως ειδικοί όταν έρθει θέμα αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων, νομιμοποιούνται όχι απλώς να 
αντιδράσουν αλλά και να επαναστατήσουν.

Πέρα από αυτό, νομίζω ότι όσοι θεωρούν τον εαυτό τους Χριστιανό 
Ορθόδοξο έχουν λόγο εδώ ακόμα πιο παρεμβατικό, γιατί ανήκουν, γνωρίζουν και θίγονται. Ποιος να τους ακούσει όμως; η Ιερά Σύνοδος; Συχνά και ως μέλη της Εκκλησίας αναζητούν την βοήθεια της πολιτείας για τα του οίκου τους. 
Έχουν -όχι αναίτια- την αίσθηση ότι ο λόγος τους, ο προβληματισμός 
τους, η ψήφος τους, η παρεμβολή τους σε πρόσωπα και δομές μπορεί να έχουν κάποια αποτελεσματικότητα στην συμπεριφορά της πολιτείας, παρά της θεσμικής εκκλησίας. Έτσι δεν έγινε στο παρελθόν και με το θέμα της ενοριακής οργάνωσης; Αυτό το τελευταίο αποκαλύπτει και την αμφιθυμία πολλών απέναντι στο ενδεχόμενο χωρισμού εκκλησίας και κράτους. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε έχει την παραμικρή βιοποριστική σχέση με τον εκκλησιαστικό οργανισμό θα τον απεύχεται τον χωρισμό, έτσι όπως είναι τα πράγματα τώρα. 
Είναι ανάγκη να το κατανοήσουμε αυτό, γιατί αλλιώς το αίτημα για ανανέωση θα έχει απέναντί του τον ενοριακό κλήρο.
Τέλος πάντων, ακόμα και οι αδαείς περί των εκκλησιαστικών κατανοούν 
ότι άλλες είναι οι πρωτεύουσες ανάγκες του εκκλησιαστικού οργανισμού και άλλες πάνε να καλυφθούν (οι οποίες έχουν σχέση με το γόητρο της εκκλησιαστικής ηγεσίας). Διότι ο ενοριακός κλήρος και το λοιπό προσωπικό των ενοριών χρειάζεται θεσμική αναβάθμιση του ρόλου του. Η αναβάθμιση αυτή, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με πολλά ανοιχτά περιφερειακά μορφωτικά ιδρύματα της Εκκλησίας, που θα προσφέρουν πολυσχιδή και διαρκή κατάρτιση (στο πρότυπο της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης) και όχι με τις "Εκκλησιαστικές Ακαδημίες" στο πρότυπο των παραγωγικών σχολών του Στρατού[7]. 
Ας έρθουμε τώρα και σε κάτι που μπορεί υποκρύπτεται και δεν λέγεται καθαρά: Η θεσμική εκκλησία θέλει αυτές τις σχολές, γιατί έχει αισθανθεί την ανάγκη ίδρυσης Ομολογιακών Θεολογικών σχολών. Ας υποθέσουμε ότι βλέπει στο μέλλον. Θεωρεί ότι οι υπάρχουσες θεολογικές σχολές, για να παραμείνουν στα πλαίσια των δημοσίων πανεπιστημίων, θα χειραφετηθούν από το Δόγμα και θέλει να προλάβει τις εξελίξεις. Αυτά τα πράγματα πρέπει να λέγονται ξεκάθαρα, να γίνεται διάλογος επί των πραγματικών επιδιώξεων. Να γίνει ανοιχτός διάλογος ανάμεσα στους πιστούς για το περιεχόμενο των σπουδών. Να συζητηθούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ανοιχτά. 
Να κατοχυρωθεί το αυτοδιοίκητο των σχολών αυτών , γιατί ομολογιακή θεολογική σχολή δεν σημαίνει ότι πρέπει να διοικείται από την ΔΙΣ αντάμα με τον Υπουργό Παιδείας, όπως πάει να γίνει σήμερα. Πόσο μάλλον που στην Ελλάδα δεν έχουμε μόνο ένα εκκλησιαστικό καθεστώς, αλλά τέσσερα.
Στο δεύτερο σημείο, ότι δηλαδή αυτές οι σχολές φτιάχνονται για να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά προς τα θεολογικά τμήματα, το πολύ πρόσφατο παρελθόν εδραιώνει την καχυποψία. Είναι γνωστή ιστορία των Ποιμαντικών Τμημάτων εντός των Θεολογικών Σχολών Αθήνας -Θεσσαλονίκης, τα οποία από διετείς επιμορφωτικές δομές για τους κληρικούς εξελίχθηκαν, μετά από πιέσεις εκκλησιαστικών και παρά-εκκλησιαστικών παραγόντων σε όμορους των θεολογικών τμημάτων χώρους ανέλιξης δευτεροβάθμιου εκπαιδευτικού προσωπικού. Βέβαια, όταν κάποια στιγμή εντάχθηκαν αθρόα στην επετηρίδα των θεολόγων εκατοντάδες απόφοιτοι των Ποιμαντικών τμημάτων που δεν είχαν πιο μπροστά δικαίωμα ένταξης, κανείς δεν νοιάστηκε για τα εργασιακά αδιέξοδα του κλάδου. Όπως κανείς δεν εξέτασε το ότι με διαφορετικά κριτήρια εισήχθησαν οι μεν και οι δε στο Πανεπιστήμιο. Αλλά είπαμε, αυτό που τότε μέτρησε ήταν να μην κατηγορηθούν κάποιοι πως θέλουν να βγάλουν έξω από την Παιδεία της Εκκλησία και τους κληρικούς. Το ίδιο "επιχείρημα" ακούγεται πάνω κάτω και σήμερα.
Από την άλλη, αναρωτιέται κανείς γιατί η Εκκλησία δεν αξιοποιεί σε πρώτη φάση τους άνεργους θεολόγους σε πολλές από τις θέσεις λαϊκών που θέλει να καλύψει με τις σχολές της, δείχνοντας αν θέλετε και μια φιλάνθρωπη στάση για ανθρώπους που βρίσκονται σε εργασιακό αδιέξοδο; Μπορεί βέβαια να ακουστεί το επιχείρημα: "Δεν είμαστε σίγουροι, ότι θα βρούμε μέσα από αυτούς πραγματικά μέλη της Εκκλησίας." Αν το ερευνήσει κανείς προσεκτικά θα δει πολλά πράγματα. Καταρχήν, είναι τόσοι πολλοί οι άνεργοι και υποαπασχολούμενοι απόφοιτοι που μπορεί να κάνει κανείς εύκολα μια επιλογή. Ας προσθέσουμε επίσης ότι πάρα πολλοί απόφοιτοι των θεολογικών σχολών προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, της Ελληνική επαρχίας, όπου κατά κανόνα λειτουργούν παραδοσιακά πλαίσια νοοτροπιών και κοινωνικών στάσεων, αν ορισμένους τους τρομάζει "η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας", όπως θα έλεγε και ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων[8]. Και για το τυπικό του πράγματος θα μπορούσαν να ζητούν ως απαραίτητο εχέγγυο για την κάλυψη της θέσης, την διαβεβαίωση της ενοριακής επιτροπής της ενορίας των ενδιαφερομένων. Όχι του μητροπολίτη, η ενοριακή επιτροπή μπορεί να γνωρίζει (όσο γίνεται βέβαια με βάση εξωτερικά στοιχεία) αν είναι κανείς μέλος της
Εκκλησίας. Αν διαβεβαιώσει αναληθώς, έχει την πάσα ευθύνη. Δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι εξαπατήθηκε εξ΄ αιτίας της καλοσύνης της, όπως ακούμε τελευταία εντόνως. 
Όμως, είναι αλήθεια, ότι για κάποιους δεν αρκεί να εκκλησιάζεται κανείς. Πρέπει να υιοθετεί και "ευσεβιστικά" πρότυπα ζωής. Να ζει, ας πούμε, στην Γενεύη των καιρό των επιγόνων του Καλβίνου να μην πηγαίνει θέατρο και σινεμά, να μην διασκεδάζει. Να είναι μουντός και στενάχωρος επειδή ανήκει στον Χριστό... 
Δεν είναι, από την άλλη, μόνοι τους οι ευσεβιστές σ' αυτή την άρνηση. 
Πολλοί περισσότεροι θέλουν απλά να διαμορφώνουν μόνοι τους τον χαρακτήρα και την αντίληψη των αυριανών υπαλλήλων τους, για να περιορίσουν το ενδεχόμενο να τους αμφισβητήσουν κάποτε.
Με τα παραπάνω, κατά την γνώμη μου, γίνονται σαφή και τα κίνητρα της θεσμικής εκκλησίας που ζητά συχνά και ζήτησε πρόσφατα να έχει λόγο για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών. 
Θα πρέπει βέβαια να τονίζει εδώ κανείς ότι η θεσμική εκκλησία εκμεταλλεύεται την ατολμία των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας που δεν έχουν ξεκαθαρίσει το περιεχόμενο αυτού του μαθήματος για λόγους ψηφοθηρικούς. Δεν έχουν αποφασίσει να πουν ανοιχτά ότι τα θρησκευτικά είναι ένα μάθημα γνώσης του υπαρκτού θρησκευτικού πολιτισμού (με ιδιαίτερο ασφαλώς ενδιαφέρον για τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό, εξ αιτίας του χωροχρονικού εντοπισμού) και όχι μάθημα κατήχησης. Δεν ειπώθηκε καθαρά ότι για να σταθεί ένα τέτοιο μάθημα στα πλαίσια ενός ανοιχτού και δια-πολιτισμικού πλαισίου δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι ώρα προπαγάνδισης (έστω και "λάϊτ") μιας οποιασδήποτε ομολογίας. Ακόμα και αν η πλειοψηφία των γονιών θέλει κάτι τέτοιο, δεν είναι δυνατό να μη δεχτεί
κανείς το δικαίωμα των νέων να διαμορφώνουν ελεύθεροι την θρησκευτική τους συνείδηση, τουλάχιστον χωρίς σκόπιμη κρατική προπαγάνδα. Και ας το δούμε κι από την άλλη πλευρά: Τι ποιότητα κατήχησης να δώσει κανείς σε ένα περιθωριοποιημένο μάθημα, ανάμεσα σε άλλα μαθήματα (γνώσης) με τα οποία δεν συνδέεται οργανικά; Έτσι σε κάθε κρίση στον χώρο της δημόσιας παιδείας, το μάθημα των θρησκευτικών κατηγορείται ως ένας ενδεικτικός αναχρονισμός της κατάντιας της παιδείας. 
Αν δει κανείς σε βάθος τα πράγματα την θεσμική εκκλησία δεν την βλάπτει μια τέτοια κατάσταση. Γιατί, με την συνεχιζόμενη υποβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών και την ταυτόχρονη "επέλαση" του αιτήματος χωρισμού εκκλησίας και κράτους, ευελπιστεί ότι κάποια στιγμή θα αναλάβει μόνη της την θρησκευτική αγωγή των παιδιών κάποιων παιδιών και μάλιστα στα πλαίσια του σχολείου. Είναι ένα ενδεχόμενο και θα παλέψει για γι αυτό. Μπορεί να της δοθεί ως αντάλλαγμα.. Ήδη έχουν ακουστεί παραδείγματα χωρών (Γερμανία) όπου τα θρησκευτικά είναι επιλεγόμενο μάθημα, το οποίο διδάσκεται εντός σχολικού ωρολογίου προγράμματος από λειτουργούς της κάθεαναγνωρισμένης ομολογίας. Για την θεσμική εκκλησία είναι μια λύση που την αναβαθμίζει σε παροχέα εκπαίδευσης (έστω περιορισμένης) στον χώρο της γενικής παιδείας, για τους Θεολόγους, επιστήμονες και παιδαγωγούς όμως; Συνεπώς πιστεύοντες και μη πιστεύοντες, οι Θεολόγοι[9] είναι αναγκαίο 
να οργανωθούν και να διεκδικήσουν τα αναφαίρετα δικαιώματά τους στη ζωή και την δημιουργία σε άλλο πλαίσιο και μήκος κύματος από την θεσμική εκκλησία. Χωρίς να χρησιμοποιούν ως ασπίδα την ορθόδοξη χριστιανική πίστη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, αλλά την εκπαίδευσή τους και την διάθεσή τους για αποτελεσματική εργασία. Στο μέλλον π.χ. είναι δυνατό να απασχολούνται σε δομές των
πολυπολιτισμικών τοπικών κοινοτήτων με στόχο την διαθρησκειακή γνωριμία.
Δεν αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι θεολόγοι αισθάνονται μέλη της Εκκλησίας, πρέπει όμως να κατανοήσουν ότι ο χώρος δουλειάς τους στην κοινωνία δεν προσφέρεται για Ιεραποστολή. Ή μάλλον καλύτερα, μπορούν να κάνουν και Ιεραποστολή με άλλον τρόπο. 
Αυτοπαραιτούμενοι από την διάθεση επέκτασης της ομολογίας τους και προωθώντας την συνάντηση, την συνεννόηση και την αλήθεια του άλλου, γίνονται, με την σιγουριά τους, οι ίδιοι φωνές της Ανάστασης του Χριστού, χωρίς να χρειαστεί να κάνουν απολογητική.
Με όλα αυτά πιστεύω ότι η επάρκεια κάθε Θεολόγου μπορεί να ζυγιαστεί στο αν δημιουργεί ένα κριτικό ενδιαφέρον για τον θρησκευτικό πολιτισμό, ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα του χειραφετημένου ανθρώπου (εν πολλοίς και του πιστού - μέλους της Εκκλησίας). Ο άνθρωπος σήμερα, αν ανήκει κάπου, θέλει να ανήκει μέσα από τον δικό του δρόμο και να κρατά και τις επιφυλάξεις του. Δεν δέχεται απαρασάλευτα δόγματα και γενικευτικούς κανόνες. Μπορεί να τον κοιμήσεις με την τηλεοπτική πλύση εγκεφάλου για λίγο, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί στατικές καταστάσεις. Όσοι πιστεύουν ότι αυτή η εξέλιξη είναι κυρίως αρνητική, είναι αδύνατο να αποκτήσουν οργανικό σύνδεσμο με την κοινωνία . Τότε τους μένει μόνο η προπαγάνδα και η άμυνα μέσω θεσμικών διευκολύνσεων. Σαν τον γονιό που χάνει την σχέση του με την οικογένειά του και ζητά δικαστικές αποφάσεις για να βλέπει τα παιδιά του.
Καταλαβαίνω πως έγραψα πολλά, όμως πολλά αιωρούνται εδώ και εκεί και 
δημιουργούν αγκυλώσεις. 

Σάμος 1-3-2005

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Δ. ΣΤΑΘΑΚΙΟΣ
ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΘ
MASTER ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
ΣΑΜΟΣ


[1] Αρκετοί, ανάμεσά τους και ο π. Φιλόθεος Φάρος σε άρθρο του στη 
Σύναξη, τοποθετούνται πολύ κριτικά απέναντι στην ανάγκη μας να 
κατοχυρώσουμε προς όλες τις πλευρές και με κάθε μέσο την επιστημοσύνη μας. Είναι απόλυτα δίκαιη αυτή η κριτική για όσους θέλουν να κατοχυρώσουν μια δήθεν "καθαρή επιστήμη", μια αντικειμενική επιστήμη "από καθέδρας". Σίγουρα, το αν κάποιος είναι ορθόδοξος χριστιανός (και πως), ή όχι μπορεί τον να επηρεάσει και να έχει μια ιδιαίτερη ματιά. Όπως μπορεί να επηρεάσει το αν είναι αριστερός ή δεξιός, το αν είναι διεθνιστής ή εθνικιστής και τόσα άλλα. Υπάρχουν άλλωστε μαρξιστές και φιλελεύθεροι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, χωρίς κανένας ποτέ να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη τους. 
Άλλο όμως είναι αυτό και άλλο να θέλουμε να κατοχυρώσουμε ένα πεδίο της πολιτισμικής πραγματικότητας που ενδιαφέρει ευρύτερα την κοινωνία στην ομολογία και όχι σε κάποιες μίνιμουμ μεθοδολογικές αρχές που μπορεί να γίνουν σεβαστές από όλους. Τελικά μια τέτοια κατάσταση διαφυλάσσει ακόμα και την ίδια την Εκκλησία, γιατί δεν υπάρχει ο κίνδυνος οι ερμηνείες των δικών μας μετριοτήτων να τοποθετούνται στη θέση του Λόγου του Θεού. 
Αυτός μόνο εν Συνόδω διατυπώνεται για κρίσιμα για την "σωτηρία του σύμπαντος κόσμου" ερωτήματα και με τέτοια γλώσσα έτσι ώστε η Αλήθεια να μην ταυτίζεται με την διατύπωσή της. 
[2] Είναι αλήθεια ότι οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα ξεκίνησαν και 
υπηρετήθηκαν και μέχρι σήμερα υπηρετούνται σε ένα αυστηρά ομολογιακό πλαίσιο. Ωστόσο αν σήμερα θέλει η θεολογία να πείσει σοβαρά για την ανεξαρτησία της από προκαθορισμούς και απολογητικές σκοπιμότητες είναι ανάγκη να δει την ομολογιακότητα με "άλλο μάτι". Προσωπικά πιστεύω, η ομολογιακότητα στην ελλαδική θεολογία σήμερα δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο, παρά μονάχα ένα ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τα προβλήματα της Ορθοδοξίας. 
Σε πολλές χώρες του εξωτερικoύ λειτουργούν ταυτόχρονα μη ομολογιακές 
σχολές στα πλαίσια του συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης και ομολογιακές στα πλαίσια εκκλησιαστικών δομών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο για την σημερινή Ελλάδα φοβίζει πολλούς θεολόγους και όχι αδικαιολόγητα. Υπάρχει το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων βέβαια, αλλά όχι μόνον αυτό. Στη συνέχεια του κειμένου αναφέρομαι ακροθιγώς στο θέμα αυτό.
[3] Ονομάζω "θεσμική εκκλησία" αυτή την οντότητα που θα ονόμαζε κάποιος άλλος "ποιμαίνουσα εκκλησία", όχι μόνο γιατί σήμερα ο ιστορικά δόκιμος όρος "ποιμήν" πρέπει να δώσει πλήρως την θέση του στον επίσης ιστορικά δόκιμο όρο "λειτουργός". Αλλά γιατί κυρίως η οντότητα αυτή φαίνεται να συντονίζει τον λόγο της και τη δράση της στην ενδυνάμωση της θεσμικής της παρουσίας , πιστεύοντας ότι έτσι θα διασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχειά της, παρά στην συνάντησή της με τον σημερινό άνθρωπο με τις δυνατότητές του και τα αδιέξοδά του,
πράγμα που με δυσκολεύει να την πω "Λειτουργούσα" όπως θα ήθελα. 
[4] Καταλαβαίνω ότι είναι σχηματικός αυτός ο διαχωρισμός. Το θέμα είναι όμως πως αντιλαμβάνεται κανείς την Εκκλησία. Ως παρουσία της " Όντως Κοινωνίας" μέσα στην κοινωνία, ή ως παρα-κοινωνία απέναντι στην κοινωνία; 
[5] Να υπενθυμίσω απλά ότι παλαιότερα η εκκλησία είχε ζητήσει να έχει γνώμη για το ποιοι θεολόγοι θα διδάσκουν στα Γυμνάσια και τα Λύκεια, ανεπιτυχώς βέβαια.
[6] Επιπρόσθετα, έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, οιοσδήποτε κληρικός, διαβάζοντας ελάχιστα, μπορεί να εισαχθεί με χαμηλότατη ειδική βαθμολογία στα θεολογικά τμήματα. Εκτός αν υποτεθεί, ότι αυτοί που θα εισάγονται στις εκκλησιαστικές σχολές, δεν θα είναι ανάγκη να κατέχουν στοιχειώδη γενική γνώση. 
[7] Αφού οι Θεολογικές Σχολές των Κρατικών Πανεπιστημίων για όσους 
κληρικούς το θέλουν είναι σήμερα εύκολα προσπελάσιμες. 
[8]" Ποιος μπορεί υπευθύνως να μας πει, ότι είναι έξω κάθε ιστορικής, 
εξελικτικής πραγματικότητος όλα αυτά τα ιστορικά γεγονότα και φαινόμενα της νέας γενεάς της ανθρωπότητος, η έξαλη μουσική, οι έξαλλοι χοροί, η έξαλη επένδυσις, όλη η παγκόσμιος επανάστασις της νεολαίας; αν όλοι οι μικρόνοοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνομοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθεί με Θεανδρικήν κατανόησιν, εναθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός κόσμου, που έρχεται μακρόθεν και να ακούσει αυτήν την αγωνιώδη κραυγήν, που αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πει με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός οι κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της ιστορίας..." Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος, Λόγοι και Ομιλίαι, (Επιμ. Ανδρέας Νανάκης) αγιορειτικά τετράδια 7, Εκδόσεις 
"Πανσέληνος" , Άγιο Όρος 1991.
[9] Αν βέβαια ο όρος Θεολόγος οδηγεί παραδοσιακά σε μια εσωτερική 
λειτουργία της κάθε ομολογίας, μπορεί να αντικατασταθεί με κάποιον άλλο π.χ. "ειδικός του θρησκευτικού πολιτισμού" ("με κατεύθυνση την Ορθοδοξία" για τα δικά μας δεδομένα) 

Σημείωση: ΤΟ Κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρωτοτύπως στην ιστοσελίδα της \"Χριστιανικής\ http://www.xristianiki.gr/page_GREEK_7.htm 
Την αποστέλω εδώ, γιατί θεωρώ ότι οι θέσεις μου αυτές, πρέπει να γίνουν γνωστές και σε τμήμα της αριστεράς που διαβάζει την ιστοσελίδα σας, παρακινημένος από την δημοσίευση άρθρων του καθηγητή Αγουρίδη.




Επικοινωνία


Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

σ' έναν φίλο


Στείλε άρθρο


FORUM

Ελάτε να τα πούμε


 

 

 

19/04/2005