"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Θρησκεία και Εκκλησίες στον σύγχρονο κόσμο

Αρχείο

 

 Κεντρική Σελίδα

 

 Εκκλησία και εξουσία - εξουσία και Εκκλησία

Του συνεργάτη μας ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ

Πρακτική της ορθοδοξίας είναι νομίζω το "ανάγκουν εισελθείν" είτε με τη χρήση του θεϊκού χεριού του αυτοκράτορα, της κοσμικής δηλαδή εξουσίας, είτε με δικές της απευθείας ενέργειες.

Η Θεοτόκος Μαρία, επειδή στους κόλπους της κυοφόρησε τον Χριστό, θεωρήθηκε πάντοτε στην παράδοση ως σύμβολο και εικόνα της Εκκλησίας. Γι' αυτό βρήκαμε πως αρμόζει στη σημερινή γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου η δημοσίευση άρθρου περί ενός προβλήματος που ταλαιπωρεί τη χριστιανική Εκκλησία.

Η έννοια του θέματος στο δικό μου μυαλό είναι η εξής:

Πώς σχετίζεται η Εκκλησία με την άσκηση μέσων και μεθόδων της κοσμικής εξουσίας και δύναμης προς επίτευξη, όπως συνήθως διατείνεται, πνευματικών και χρήσιμων για τα μέλη της Εκκλησίας σκοπών; Η σχέση αυτή μπορεί να κυμαίνεται από έναν απόλυτο βαθμό, να περνάει μέσα από ποικίλες βαθμίδες χρησιμοποίησης κοσμικής δύναμης που να ρέπουν είτε προς το maximum είτε προς το minimum. Πάγια πάντως παραταύτα διδασκαλία των χριστιανικών Εκκλησιών διατηρείται η αρχή που έθεσε ο δομήτωρ της Εκκλησίας επί του θέματος αυτού, τη σχέση Εκκλησίας και εξουσίας, όταν η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου παρακάλεσε τον Ιησού να συμμερισθούν οι δύο γιοί της ο εις εκ δεξιών και ο άλλος εξ ευωνύμων στην αναμενόμενη βασιλεία του Θεού, παρακάλεσε δηλαδή την άσκηση από τους γιούς της ανώτερης από τους άλλους δύναμης μέσα στη νέα τάξη πραγμάτων που περίμεναν οι πρώτοι χριστιανοί να εγκαθιδρυθεί με τον προσεχή ερχομό της Βασιλείας του Θεού ο Ιησούς της απάντησε: "Ουκ οίδατε τι αιτείσθε". Ο Ιησούς πρόσθεσε ότι η δική του εξουσία στον μέλλοντα κόσμο σχετίζεται με το σταυρικό του θάνατο.

Ο λόγος στην ευαγγελική αυτή περικοπή είναι για τον κόσμο που θα αρχίσει με την Τελική Κρίση, και όποιος ξέρει εκ του εγγύς την εποχή του Ιησού και τις ιουδαϊκές ελπίδες και φιλοδοξίες σχετικά με την εποχή αυτή, δεν εκπλήσσεται με το αίτημα της μητέρας των Ζεβεδαίων. Οι άλλοι συμμαθητές τους αγανάκτησαν για την από μέρους τους αναζήτηση μεγαλύτερης από τη δική τους εξουσίας στον μέλλοντα κόσμο. Τότε ο Ιησούς τους μίλησε ως εξής (Ματθ. 20, 24- 28): "Οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν ημίν, ος εάν θέλει εν υμίν μέγας γενέσθαι έσταιρ υμών διάκονος και ος αν θέλει εν υμίν είναι πρώτος έσται υμών δούλος ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκήλθεν διακονηθήναι (για να τον υπηρετήσουν οι άλλοι σαν δούλοι) αλλά διακονήσαι (να υπηρετήσει αυτός τους άλλους σαν δούλος) και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών (και να δώσει τη ζωή του για να πληρωθούν τα λύτρα απελευθέρωσης πολλών που είναι δούλοι)".

Δεν πρόκειται εδώ περί κριτικής των κοσμικών ή πολιτικών αρχών από τον Ιησού. Αυτά που λέει επιβεβαιώνουν μόνο πως μέσα στην μεσσιανική κοινότητα ("εν υμίν", μεταξύ σας) πρέπει να ισχύει μια άλλη αρχή απ' αυτήν που ισχύει μέσα στον κόσμο, κι αυτή η αρχή είναι η διακονία και η θυσία του εγώ. Το κείμενο ισχυρίζεται πως η Εκκλησία πρέπει να αγνοήσει κάθε είδους κοσμικής επιβολής, εξουσιαστικής, αφού όλοι εντός αυτής είναι δούλοι και διάκονοι στην υπηρεσία όλων. Κάθε αξίωση αυθεντίας από μέρους της Εκκλησίας δεν πρέπει απλώς να διατείνεται πως είναι, αλλά πράγματι να είναι διακονία και υπηρεσία των άλλων.

Το θέμα της εξουσίας, του αληθινού ή ψεύτικου μεγαλείου, ήταν γνωστό στην αρχαιότητα και στον ιουδαϊσμό. Ολες οι μεγάλες μορφές της Π. Διαθήκης, από τον Μωυσή ας πούμε, μέχρι τον "Δούλο του Ησαϊα", υπήρξαν "παίδες" ή "δούλοι Κυρίου". Η ιδιαίτερη συμβολή της Κ. Διαθήκης συνίσταται στα εξής: 1) Η διακονία του Χριστού και των μαθητών του όχι μόνο αντιτίθεται προς την άσκηση πολιτικής κυριαρχίας (που δεν κρίνεται εδώ καθεαυτήν). Αυτό που πολεμείται εδώ είναι η ματαιοδοξία ή ο θρησκευτικός εξουσιασμός, γι' αυτό και η έννοια της διακονίας εισάγεται εδώ ως έκκληση σαφής να διακόψουν οι μαθητές κάθε σχέση προς το ιδεολογικό τους εξουσιαστικό περιβάλλον ("ουχ ούτως έσται εν υμίν"). 2) Αυτή η αντίληψη δεν αφανίζει το "πρόσωπο", ίσα ίσα, υπηρετώντας τους άλλους πιστεύει πως ανακαλύπτουμε έτσι ότι είμαστε κύριοι του εαυτού μας, βρίσκοντας στην υπηρεσία των άλλων το μεγαλείο του ανθρώπου στα μάτια του Θεού. 3) Αυτή η διακονία παρουσιάζεται συγχρόνως ως αναγκαία στους ανθρώπους και ως μη λαοφιλής. Δεν θα την καταλάβουν ούτε θα την δεχθούν όπως ("ώσπερ ο Υιός του Ανθρώπου") συνέβη και με τον ίδιο τον Ιησού. 4) Πώς φαντάζονται οι ευαγγελιστές αυτή τη διακονία του μαθητή προς τον κόσμο; Νομίζω ότι το μοντέλο της διακονίας βρίσκεται στην εικόνα της διακόνησης του Ιησού προς το λαό που μας δίνει η ευαγγελική ιστορία.

Η εξουσία, λοιπόν, βρίσκεται σαν πρόβλημα για την Εκκλησία από τα ίδια της τα γεννοφάσκια. Το ότι ο Ιησούς ερμηνεύει το θάνατό του ως προσφορά ή διακονία υπέρ των άλλων ήταν κοινή για τα ιουδαϊκά αυτιά ιδέα, χωρίς να είναι άγνωστη και στους Εθνικούς. Στα βιβλία Β' και Δ' Μακκαβαίων διαβάζουμε επ' αυτού τα εξής: ( Δ' Μακ. 17, 20/22: "Και αυτοί λοιπόν (τα 7 παιδιά) που έδωκαν τη ζωή τους για το θεό δεν τιμήθηκαν μόνο μ' αυτή την τιμή αλλά και με το ότι οι πολέμιοι του έθνους μας δεν επικράτησαν, ο τύραννος (Αντίοχος ο Επιφανής) τιμωρήθηκε και η πατρίδα μας καθαρίστηκε (ώσπερ αντίψυχον γεγονότας τας του έθνους αμαρτίας") σαν να έδωσαν τη ζωή τους αντάλλαγμα για τις αμαρτίες του έθνους. Ετσι με το αίμα των ευσεβών εκείνων νέων και του εξιλαστικού τους θανάτου η θεία πρόνοια έσωσε τον Ισραήλ. Αποβλέπωντας στη γενναιότητα της αρετής τους και στην υπομονή τους μέσα στα βασανιστήρια που τους υπέβαλαν ο ίδιος ο τύραννος Αντίοχος ο Επιφανής, επεσήμανε ως υπόδειγμα στους στρατιώτες του την αντοχή που έδειξαν εκείνοι. Αλλά και από το Ρούφο ο C. Lulz παραθέτει σε σχετική μελέτη του την παρακάτω παραπομπή (ΧΧΙΧ) "Κάποιος που με τη ζωή του γίνεται χρήσιμος στους πολλούς δεν έχει το δικαίωμα να πεθάνει, εκτός αν πεθαίνοντας μπορεί να φανεί χρήσιμος σε πολλούς". Δεν θα αναλύσουμε εδώ τους πρώτους στιχ. του κεφ. 18 του Ματθαίου περί του "Τις άρα μείζων έστιν εν τη βασιλεία των ουρανών", γιατί η απάντηση του Ιησού με την προσαγωγή ενός παιδιού προ των μαθητών οδηγούσε σε παράλληλα με τα παραπάνω συμπεράσματα. Η ιουδαϊκή κοινωνία δεν αναγνώριζε κάποια αξία τόσο στις γυναίκες όσο και στα παιδιά. Ενα τέτοιο καταφρονημένο από την ιουδαϊκή κοινωνία παιδί προβάλλει ο Ιησούς ως υπόδειγμα, μοντέλο, στους μαθητές, γιατί ένα τέτοιο παιδί δεν είχε δικά του στηρίγματα, κάτι από τον εαυτό του να προσφέρει, παρά μόνο από τη δωρεά του Θεού, ούτε το παιδί είχε κλειστές, αυστηρά σχηματισμένες απόψεις για την αλήθεια και το μέλλον του ανθρώπου, αλλά ανοιχτό το μυαλό του προς τις όποιες καινούργιες αποδοχές. Αυτή η έλλειψη αναγνώρισης, η έλλειψη αυτάρκειας αλλά και συγκεκριμένης εγωκεντρικής προοπτικής από το παιδί, το προβάλλει εδώ, στη συνάφεια αυτή, ως υπόδειγμα για το ποιος είναι "μείζων" εν τη βασιλεία του θεού. Ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να πω περισσότερα για το θέμα Εκκλησία-εξουσία. Μονο θα αναφερθώ εδώ στο κλασικό παράδειγμα της Καθολικής Εκκλησίας. Προσωπικά πιστεύω πως είχε απόλυτο δίκιο στη διαμάχη της τόσο με τους Φράγκους όσο και με τους Γερμανούς βασιλιάδες, όταν αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία της Εκκλησίας. Εκεί που μεταπήδησε από Εκκλησία σε εξουσία ήταν όταν τον 9ο αι. μ.Χ. δημοσιεύθηκε η ψευδοκωνσταντίνεια δωρεά, κατά την οποία, όταν ο Κωνσταντίνος ο Μέγας μετέφερε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στην Ανατολή, κληροδότησε στον Πάπα ολόκληρη τη Δύση. Στη βάση αυτή στηρίχθηκε η προσπάθεια του Γρηγορίου του Ζ' τον 11ο αι. να μεταρρυθμίσει τη Δυτική Εκκλησία αλλά και να την οργανώσει σαν να επρόκειτο για κοσμική εξουσία μέσα στον κόσμο. Τα Μοναχικά Τάγματα των ζητιάνων του 13ου αι. προσπάθησαν να ξεπλύνουν την Εκκλησία από αυτή την εκτροπή. Οπως αργότερα και η θρησκευτική μεταρρύμιση.

Δεν χρειάζομαι ούτε έχω το χρόνο, σε ένα εισαγωγικό σημείωμα, να παραθέσω άλλα σχετικά παραδείγματα χρησιμοποίησης από την Εκκλησία είτε κοσμικών μοντέλων εξουσίας (Δύση) είτε της στενότατης συνεργασίας με την κοσμική εξουσία (Ανατολή), μιας πλήρους ανάμιξης του κοσμικού με το ιερό. Θα πω όμως λίγα λόγια ακόμα για το θέμα εξουσία - Εκκλησία. Βέβαια δεν πρόκειται εγώ εδώ θα ασχοληθώ με το ζήτημα πώς ο Θεός αντί να είναι σκοπός της ζωής του χριστιανού, γίνεται μέσον για την επιτυχία απόκτησης prestige και εξουσίας επί των άλλων ανθρώπων, αφού περί του θέματος αυτού της μεταποίησης του θεού σε αποδοτικό εμπόρευμα σίγουρα θα γίνει λόγος από τους ομιλητές. Εγώ θα δώσω απλώς μερικά παραδείγματα προσπαθειών αυτής της μεταποίησης της εξουσίας σε Εκκλησία. Στην Π. Διαθήκη π.χ. οι μεγάλες στρατοκρατικές αυτοκρατορίες της Βαβυλώνας και της Αιγύπτου κατηγορούνται για μια τέτοια σύζευξη της εξουσίας προς τη θρησκεία. Στα μεταγενέστερα ιδίως βιβλία της Π. Διαθήκης, όπως ο Δανιήλ, περιγράφονται πολύ ζωντανά τα προβλήματα των Ιουδαίων από τη μεταποίηση αυτή στην περίπτωση του Ναβουχοδονόσορα αφενός και του Αντίοχου του Επιφανούς αφετέρου. Αλλά και κατά την περίοδο της μεσαιωνικής χριστιανικής ιστορίας της Εκκλησίας έχουμε πληθώρα διαφόρων βαθμών μεταποίησης της εξουσίας σε Εκκλησία. Αναφέρονται εδώ ελάχιστα από κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα στοιχεία ως προς τα παραδείγματα αυτά αντλώ από την Oxford History of Christianism, Oxford University Press, 3rd ed., 1993. H Admonitio generalis του 789, που είναι γραμμένη από τον καρολίγγειο, θεολόγο του Αλκουίνο, κατά μίμηση του Σουητώνιου στους "Βίους των Καισάρων" αποδίδει στον Καρλομάγνο τους εξής τίτλους: Είναι ο νέος Δαβίδ, όχι μόνο ως πολεμιστής αλλά και ως ο οικοδόμος του Οίκου του Γιαχβέ. Γι' αυτό φροντίδα του Αυτοκράτορα είναι η αληθινή λατρεία του Θεού και η σωστή μόρφωση του κλήρου. Αυτά τα δύο θα φέρουν μια αναγεννημένη κονωνία. Καθόλου παράξενο πως ο Καρλομάγνος συγκρίνεται, επίσης, με τον βασιλέα του Ιούδα "Ιωσία", ο οποίος με το Δευτερονόμιο ως βάση μεταρρύθμισε τη θρησκεία του Ισραήλ. Από το σχετικό άρθρο του Herny Mayr - Harding The West: The Age of Conversion, 700-1050). Αποδίδει π.χ. στην Εκκλησιαστική ιστορία του αγγλικού λαού του Beda Venerabilis (711) αυτή τη μεταφορά ιδιοτήτων ιερών προσώπων της Π. Διαθήκης (Δαβίδ, Σολομώντα, Ιωσία, Νεεμία, Σαμουήλ, κ.λπ.) στους νεότευκτους Δυτικούς βασιλιάδες. Μάλιστα περί του Αλκουίνου σημειώνει τα εξής: "Η σχολή της καρολίγειας Αυλής με επικεφαλής τον Αλκουίνο μπορεί να περιγραφεί ως ένα ίδρυμα προς τιθάσευση της μάθησης για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών, παντός είδους μάθησης, περιλαμβανομένων και των βιβλικών σπουδών... Η Admonitio generalis ήταν ένα πρόγραμμα για να δώσει στον κλήρο κοινωνική δύναμη. Κι αυτό φαίνεται πως το πέτυχε (σελ. 112-113). Οι Καρολίγγειοι θεολόγοι ποτέ δεν είδαν τον κλήρο καθεαυτόν ως ανταγωνιστή στο πολιτικό επίπεδο. Αυτό έγινε μετά την παπική Μεταρρύθμιση του 11ου αι. και τη γέννηση του παπισμού. Η δύναμη του κλήρου και ο ρολος του για τη σωτηρία της κοινωνίας αποτελούσε θεμελιώδη υποχρέωση του Αυτοκράτορα.Στον Ανατολικό Χριστιανισμό (Κάλλιστος Ware, Ορθόδοξος Επίσκοπος Διαυλείας και Lecturer στο Oxford, σελ. 131-166) η σχέση της εξουσίας προς την Εκκλησία περιγράφεται επί τη βάσει δύο κειμένων της "Επαναγωγής του Φωτίου (880) καθώς επίσης και της λίαν γνωστής καισαροπαπικής περιγραφής του εκκλησιαστικού ιστορικού Ευσέβιου.Κατά την Επαναγωγή, η "πολιτεία" συνίσταται από τμήματα και μέλη όπως το ανθρώπινο πρόσωπο. Και από τα μέλη αυτά τα πιο σπουδαία και αναγκαία είναι ο αυτοκράτορας κι ο πατριάρχης. Ετσι η ειρήνη και η ευτυχία των υπηκόων, η σωματική και η ψυχική, εξαρτώνται από τη συμφωνία και αρμονία σε όλα τα πράγματα μεταξύ αυτών των δύο, της βασιλείας και της ιεροσύνης. Και σημειώνει ο Ware: "Ομως, παρότι οι δύο αυτοί ποτέ δεν ήσαν ίσοι, συνεταίροι, εθεωρούντο αμφότεροι ως οι ουσιώδεις συντελεστές για την πρέπουσα λειτουργία του πολιτικού σώματος. Η σύγχρονή μας διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και κράτους θα ήταν άνευ νοήματος για τους Βυζαντινούς... Ο αυτοκράτορας είχε τόσο θρησκευτικές όσο και πολιτικές ευθύνες. Τον απασχολούσε το σύνολο της ζωής των πολιτών, επομένως και ο σωστός τρόπος της λατρείας του Θεού. Οπως πίστευε ο Μέγας Κωνσταντίνος: "Ποιο είναι το υψηλότερο καθήκον που έχω βάσει του αυτοκρατορικού μου αξιώματος; Δεν είναι να διαλύω τις πλάνες και να πατάξω επιπόλαιες απερισκεψίες, κι έτσι να βοηθήσω όλους τους ανθρώπους να προσφέρουν την αληθινή θρησκεία στο Μεγαλοδύναμο, τίμια συνεννόηση και την οφειλόμενη λατρεία";Την ευσεβιανή θεωρία, κατά τον Ware, συνοψίζεται στο "ως εν ουρανώ και επί της γης". Ο αυτοκράτορας είναι η ζώσα εικόνα του Χριστού, ο αντιβασιλέας του Θεού επί της γης. Ο επίγειος κανόνας του αυτοκράτορα αναπαράγει τον κανόνα του Θεού εν ουρανοίς. Με τα λόγια του Ευσέβιου "Εστεμμένος κατ' εικόνα της ουράνιας βασιλείας, ατενίζοντας προς τα πάνω, κατευθύνει και οδηγεί τους ανθρώπους επί της γης σύμφωνα με το ουράνιο πρότυπο. Οπως ο Θεός κανονίζει την τάξη μέσα στον κόσμο, έτσι ο αυτοκράτορας ρυθμίζει την κοινωνική τάξη. Διά των θείων ενεργειών του ο Θεός φέρει σε τάξη και αρμονία όλη τη φύση υπό την απόλυτη κυριαρχία του. Παρόμοια και ο αυτοκράτορας οδηγεί τους υπηκόους του στην τάξη και αρμονία υπό τον δικό του απόλυτο έλεγχο, μέσα στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου χριστιανικού κράτους".Την σχέση ιερωσύνης και αυτοκρατορικής εξουσίας ονόμαζαν οι Βυζαντινοί "ευτυχή αρμονία". Στην πράξη όμως δεν ήταν κάτι τέτοιο. Οπως σημειώνει ο Ware, "οι εξουσίες του αυτοκράτορα στην εκκλησιαστική σφαίρα ήταν πολύ εκτεταμένες. Διάλεγε ο αυτοκράτορας τον πατριάρχη από κατάλογο τριών ονομάτων που του υπέβαλε η Ιερά Σύνοδος. Στην πραγματικότητα, ενίοτε, απλώς ο βασιλιάς ονόμαζε τον πατριάρχη χωρίς να συμβουλεύται τη Σύνοδο. Αν κάποιος πατριάρχης αψηφούσε τον βασιλιά σχεδόν πάντοτε εκθρονίζονταν. Ηταν ο αυτοκράτορας που καλούσε τις Οικουμενικές Συνόδους, προήδρευε σ' αυτές προσωπικώς ή ανέθετε σε λαϊκούς εκπροσώπους του αυτό το έργο, όπως, επίσης, ο ίδιος συνήθως καθόριζε την agenda των θεμάτων που θα συζητούσαν οι επίσκοποι. Κι όταν τέλειωνε η Σύνοδος, ήταν δικιά του ευθύνη η έγκριση των αποφάσεων και η δημοσίευσή τους ως αυτοκρατορικών νόμων.Το επόμενο και τελευταίο παράδειγμα που θα αναφέρω σχετίζεται με την πολύ σεβαστή μου μορφή του Λούθηρου και με τη θρησκευτική του μεταρρύθμιση μετά την περίοδο του Wartburg και την επιστροφή του στην Wittenberg, τότε που μεγάλες αντιδράσεις ως προς τη μεταρρύθμιση παρουσιάσθηκαν από μέσα κι από έξω. Οι σοβαρότερες ήσαν αυτές από μέσα με λογιών λογιών ακρότητες: Πολλές εξτρεμιστικές ομάδες που καταντούσαν στη φυσική βία και διακήρυτταν πως το δικό τους εσωτερικό φως ήταν καρπός της ίδιας έμπνευσης όπως εκείνης των Αποστόλων. Πράγματι, αν ο Λούθηρος δεν λάβαινε κάποια μετρα, όλο αυτό που λέμε μεταρρύμιση θα βούλιαζε μέσα σε ένα χάος. Δυστυχώς, ο Λούθηρος, μετά το Wattburg δεν ήταν πια ο υπομονετικός Λούθηρος, έγινε σκληρός και φίλερις. Η επανάσταση των χωρικών το 1524 ξύπνησε μέσα του και κάποιες αριστοκρατικές καταβολάδες. Ετσι, ο Λούθηρος κατέληξε να εξαρτήσει τη σωτηρία της μεταρρύθμισης από τους Γερμανούς πρίγκηπες, από την κρατική εξουσία δηλαδή. Η επανάσταση των χωρικών καταπνίγηκε με άγριες ωμότητες ωμότητες που ξαναβρίσκουμε στην κατάπνιξη της εξέγερσης των Αναβαπτιστών στο Munstec. Ο μεταρρυθμιστής που αρχικά επέκρινε κάθε βία τώρα τη συνιστούσε! Ετσι φτιάχτηκε στην Πρωσσία και σε άλλες περιοχές της Γερμανίας μια κρατική Εκκλησία. Οτι όλα αυτά βοήθησαν την Αντιμεταρρύθμιση της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ήταν πολύ φυσικό. Βέβαια, αυτή η Γερμανία του Λουθήρου κατάφερε και έγινε η μάνα της νεώτερης φιλοσοφίας και θεολογίας, με επίδραση εκτεινόμενη σε όλο το δυτικό κόσμο. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία, με την οποία ελπίζουμε να μας απασχολήσουν σχετικά με το θέμα μας οι δύο Γερμανοί συνομιλητές μας κ.κ. Καλσόιερ και Σόρλεμερ. Αυτό που εγώ ήθελα να σημειώσω εδώ ήταν απλώς ένα ιστορικό παράδειγμα από το χώρο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, που δείχνει πως ενώ εξουσία και Εκκλησία ξεκίνησαν εντελώς χωριστά, σε κάποιο σημείο, ιστορικά δύσκολο για τη Μεταρρύθμιση, ενώθηκαν.Προτιμάω να κλείσω και το δεύτερο μέρος αυτής της εισήγησής μου με την απλή μνεία της επανάστασης των Πουριτανών του Κρόμγουελ στην Αγγλία όταν το 1649 καταδίκασαν τον βασιλιά Κάρολο κι εκήρυξαν τη Δημοκρατία και έτσι έξι χρόνια με τον Κρόμγουελ ως protector της χώρας άσκησαν απόλυτη κρατική εξουσία, με πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για την Αγγλία. Για μας όμως αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι το κάτι που ξεκινάει και είναι μια θρησκευτική ομάδα, γίνεται κρατική εξουσία, κάνει ενίοτε πολύ καλό έργο, για να επιστρέψει στο θρησκευτικό χαρακτήρα που είχε αρχικά, αφού μετεξελίχθηκε στο "πρεσβυτεριανό κίνημα" της Αγγλίας.Τελειώνοντας θα ήθελα να εκφράσω μία ακόμα σκέψη που, όπως πιστεύω, σχετίζεται αρκετά με το θέμα μας. Η πτώση της Σοβιετικής Ενωσης και του κομμουνισμού δημιούργησε κάποιο κενό εξουσίας μέσα στον κόσμο. Δεν είναι περίεργο ότι για την κληρονομιά της κομμουνιστικής πνευματικής εξουσίας ενδιαφέρθηκαν και οι Εκκλησίες. Σίγουρα ξέρω πως ενδιαφέρθηκαν φονταμενταλιστικές προτεσταντικές αμερικανικές Εκκλησίες, πως κάποια κίνηση έγινε και από το Βατικανό και το πιο περίεργο είναι πως ακόμα και σήμερα κάποιοι εξακολουθούν να βαυκαλίζονται και στην Ελλάδα με κάποια "ορθόδοξα τόξα" και το πιο περίεργο είναι ότι αυτοί οι Ελληνες τυγχάνουν υποστήριξης από κύκλους των μεγάλων κομμάτων της χώρας.

ΣΑΒΒΑΣ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ

Ο Σάββας Αγουρίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο αυτό αποτελεί εισήγηση στο συμπόσιο που έγινε στο Ινστιτούτο Goethe (4 Μαϊου 1998) με θέμα "Εκκλησία και εξουσία - εξουσία και Εκκλησία" με τη συμμετοχή δύο Γερμανών και δύο Ελλήνων καθηγητών του Πανεπιστημίου και με συντονιστή τον υπογράφοντα.

 


Επικοινωνία


Πρότεινε αυτήν την σελίδα 

σ' έναν φίλο


Στείλε άρθρο


FORUM

Ελάτε να τα πούμε


 

 

 

06/04/2005