|
Αρχείο
Κεντρική Σελίδα

Τελικά η οργάνωση του πρωτόγονου Χριστιανισμού, από κομμουνιστική - προλεταριακή, έγινε το πιο πιστό στήριγμα του δεσποτισμού και πηγή νέου δεσποτισμού και νέας εκμετάλλευσης.
|
Ο Επίσκοπος
(Κάθε ομοιότητα με άλλες καταστάσεις ακόμα και αν είναι συμπτωματική, είναι αρκούντως διδακτική)
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει ένα κείμενο που μας έστειλαν οι φίλοι Έκτωρ & Δάφνη Φιορέντε, το οποίο αναφέρεται σε ιστορικά στοιχεία γύρω από την Εκκλησία με αφορμή τη διένεξη της Μητρόπολης της Θεσσαλονίκης με τον Αρχιεπίσκοπο Χριστοδουλο. Το κείμενο φυσικά αντιπροσωπεύει, ιδεολογικά, τους συγγραφείς του. Οι αναγνώστες μας ας κάνουν τις κριτικές παρατηρήσεις τους.Eμας μας άρεσε ιδιαίτερα η ιστορική προσέγγιση των δυο φίλων μας.
Η αίγλη της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης που περιμένει τον νέο της ιεράρχη και η προσπάθεια του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου να την ελέγξει, μέσω της εκλογής ενός δικού του ανθρώπου, ανέδειξαν και πάλι μια σειρά από ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης. Με τις διαμάχες γύρω από την μητρόπολη Θεσ/νικης είναι ευκαιρία να ξαναδούμε τον θεσμό των επισκόπων μέσα στην Ιστορία της Εκκλησίας, αποστασιοποιημένοι από την τρέχουσα επικαιρότητα. Ο
θεσμός του επισκόπου και ο ρόλος του δεν ήταν πάντα ο ίδιος. Aλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Στην αρχή τους οι Χριστιανικές κοινότητες έμοιαζαν με ενώσεις προλετάριων. Οι ιδρυτές των κοινοτήτων αυτών , εν προκειμένω οι Απόστολοι, ήταν από τα πράγματα αναγκασμένοι να κάνουν όλες τις δουλειές της κοινότητας: Την προπαγάνδα (κήρυγμα), την οργάνωση, την διοίκηση. Με την εδραίωση όμως των κοινοτήτων αυτών και την συνακόλουθη αύξηση των μελών κάθε μιας, γίνεται αισθητή η ανάγκη του καταμερισμού και της αποκέντρωσης της δουλειάς. Η ανάγκη για τη ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων σε ορισμένους ανθρώπους. Η δε πρώτη συγκεκριμένη κοινοτική λειτουργία ήταν η διαχείριση των οικονομικών της, των εσόδων και των εξόδων της.
Από την μελέτη των Πράξεων των Αποστόλων, φαίνεται ότι από νωρίς είχε γίνει αισθητή στη κοινότητα της Ιερουσαλήμ η ανάγκη να έχει ειδικά πρόσωπα που μέλημά τους θα ήταν η συγκέντρωση και η διανομή των συνδρομών των μελών, και ιδιαίτερα το σερβίρισμα του φαγητού στο τραπέζι. Την εποχή εκείνη οι Χριστιανοί έτρωγαν όλοι μαζί σε κοινά γεύματα, τα δε μέλη κάθε κοινότητας αφού είχαν παραχωρήσει όλη την περιουσία τους σε αυτή, εργάζονταν και τα έσοδα από την δουλειά τους τα έδιναν επίσης όλα στην κοινότητα. "Διακονεύω", σημαίνει εξυπηρετώ, και συγκεκριμένα εξυπηρετώ το τραπέζι κατά τη διάρκεια του φαγητού. Φαίνεται ότι αυτή ήταν η πρώτη δουλειά των "διακόνων", αφού το κοινό γεύμα ήταν η σημαντικότερη πράξη του πρωτόγονου Χριστιανικού κομμουνισμού.
Οι Απόστολοι, λοιπόν, απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση να δουλεύουν σαν σερβιτόροι στα κοινοτικά χριστιανικά σπίτια, κάτι που μέχρι τότε έκαναν μαζί με την άσκηση της προπαγάνδας και τη διαχείριση των οικονομικών της κοινότητας και που τώρα, με το μεγάλωμα της, ίσως να τους ήταν πια δύσκολο να ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε όλα αυτά τα. Συνάμα χρειάστηκε και ένας καταμερισμός της δουλειάς ανάμεσα στους νεοχειροτονημένους
σερβιτόρους, τους διακόνους. Όπως, το σερβίρισμα στο τραπέζι, το καθάρισμα κι΄ άλλες παρόμοιας φύσης δουλειές που διέφεραν εντελώς από τη δουλειά της συγκέντρωσης και διαχείρισης των συνδρομών των μελών. Αυτό προϋπόθετε την ύπαρξη μιάς εμπιστευτικής θέσης, μεγάλης σημασίας, ιδιαίτερα όσο περισσότερο μεγάλωνε η κοινότητα και τα έσοδά της αυξάνονταν. Η θέση αυτή πέρα από την εμπιστοσύνη, προϋπόθετε και ευφράδεια, επιχειρηματική
πείρα, ευγένεια συνδυασμένη με σταθερότητα. Έτσι, πάνω από τους διακόνους τοποθετήθηκε ένας διαχειριστής.
Ο διορισμός ενός τέτοιου αξιωματούχου, του διαχειριστή, ήταν απόλυτη ανάγκη. Κάθε κοινότητα με ιδιοκτησία και εισόδημα έπρεπε να έχει τον διαχειριστή της. Στους συνδέσμους και τις ενώσεις της Μικράς Ασίας οι διοικητικοί και οικονομικοί αυτοί αξιωματούχοι είχαν τον τίτλο του "επιμελητή" ή "επισκόπου", δηλαδή επόπτη.
Οι επίσκοποι συγκέντρωσαν στα χέρια τους μεγάλη ευθύνη, αλλά και μεγάλη εξουσία. Στην αρχή η υπηρεσία του επισκόπου ήταν τιμητική θέση, όπως τιμητικές ήταν και οι θέσεις των βοηθών του, των άλλων υπαλλήλων της κοινότητας, που τις εξασκούσαν αμισθί, παράλληλα με την εργασία που ασκούσαν για να ζήσουν. Με το μεγάλωμα της κοινότητας, όλο και περισσότερο γινόταν αδύνατον οι επίσκοποι να παρακολουθούν τις διαφορές οικονομικές
της δραστηριότητες σαν πάρεργο. Ο επίσκοπος έγινε τώρα έμμισθος υπάλληλος της κοινότητας. Έτσι μονιμοποιήθηκε στη θέση του. Φυσικά η κοινότητα είχε το δικαίωμα να τον απολύσει οποιαδήποτε στιγμή, ήταν όμως φανερό πως δεν μπορούσαν, ούτε θα ήταν και πρέπον, εκτός αν υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος, να πετάξουν ένα άνθρωπο που προηγουμένως τον είχαν αποσπάσει από τη βασική του δουλειά, στον δρόμο. Εξάλλου η φροντίδα για τις δουλειές της κοινότητας απαιτούσε αρκετή ικανότητα και γνώση, που μόνο ένας με
μακρόχρονη υπηρεσία σ΄ αυτή τη θέση μπορούσε να ανταποκριθεί. Συνεπώς και για το συμφέρον της κοινότητας, για την ομαλή εξέλιξη των υποθέσεων της απόφευγαν τις μη αναγκαίες αλλαγές των επισκόπων.
Όσο όμως περισσότερο καιρό παρέμενε ένας επίσκοπος στη θέση του, τόσο μεγάλωνε το κύρος του και η εξουσία του, εφ΄ όσον βέβαια στεκόταν στο ύψος της αποστολής του.
Η υπηρεσία των διακόνων δεν ήταν επίσης δυνατό να ασκείται για πάντα σαν συμπληρωματική δουλειά. Το ίδιο, όπως οι επίσκοποι, άρχισαν και αυτοί να πληρώνονται από το κοινοτικό ταμείο. Μαζί τους ασχολιόταν ο επίσκοπος, γι΄ αυτό κατά την επιλογή τους αυτόν ρωτούσαν πρώτο. Έτσι οι διάκονοι υποτάσσονταν στους επισκόπους. Με τον τρόπο αυτό, της επιλογής δηλαδή ατόμων για τη συμπλήρωση έμμισθων θέσεων της κοινότητας από τους επισκόπους, μεγάλωνε ακόμα περισσότερο η επιλογή τους.
Με το μεγάλωμα της κοινότητας γινόταν αδύνατη η παρακολούθηση της πειθαρχίας των μελών από την ίδια την κοινότητα. Συγκροτήθηκε μια επιτροπή γερόντων ή πρεσβυτέρων, στους οποίους ανατέθηκε η παρακολούθηση της
πειθαρχίας και η εξομάλυνση των διαφορών στη κοινότητα, όπως και η αναφορά σε αυτή περιπτώσεων αποπομπής ανάξιων μελών της ή εσόδου νέων μελών, που τα βάφτιζαν οι ίδιοι. Ο επίσκοπος που ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον τις σχέσεις μέσα στη κοινότητα, πολύ φυσικά έγινε πρόεδρος αυτής της
επιτροπής. Αυτό του έδινε τη δυνατότητα της επιρροής πάνω στην ηθική εποπτεία και τη νομική λειτουργία της κοινότητας. Όταν δε οι πρεσβύτεροι (από τους οποίους προέρχεται η λέξη "ιερεύς"), με το μεγάλωμα της κοινότητας, έγιναν τακτικοί αξιωματούχοι, που πληρώνονταν από αυτή, υποτάχτηκαν μαζί με τους διακόνους στην εξουσία του διαχειριστή των οικονομικών της, δηλαδή του επισκόπου.
Βαθμιαία δημιουργήθηκε μια κοινοτική γραφειοκρατία με επικεφαλής τον επίσκοπο, που συνεχώς γινόταν και περισσότερο ανεξάρτητη και ισχυρή. Στην θέση του επισκόπου, που πολλοί την επεδίωκαν, έπρεπε να υπάρχει ένας άνθρωπος με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κύρος μέσα στη κοινότητα. Το αξίωμα αυτό που συνοδευόταν από τόση εξουσία, αν προστεθεί και λίγη καπατσοσύνη και θάρρος, τότε η θέληση του επισκόπου γινόταν όλο και
αποφασιστικότερη, στο βαθμό μάλιστα που οι απόψεις του ταυτίζονταν με τη πλειοψηφία των μελών της κοινότητας. Το αποτέλεσμα ήταν η εξουσία του να απλώνεται όχι μόνο στα πρόσωπα που ασχολούνταν στις διοικητικές υπηρεσίες, αλλά
και σε αυτούς που ασχολούνταν με τη θεωρία και την προπαγάνδα.
Οι επίσκοποι, οι άνθρωποι δηλαδή που είχαν να κάνουν με τη διαχείριση των χρημάτων της κοινότητας, δεν επιλέγοντο μεταξύ των πια φανατικών μελών της, αυτών που δεν τους απασχολούσαν τα εγκόσμια, αλλά από πρόσωπα πρακτικά. Ανθρώπους που ήξεραν να εκτιμούν την αξία των χρημάτων. Ήταν εκείνοι που θα πρωτοστατούσαν στον οπορτουνιστικό αναθεωρητισμό των Χριστιανικών κοινοτήτων. Αυτοί που θα προσπαθούσαν να μαλακώσουν το ταξικό μίσος των προλετάριων προς τους πλούσιους, να αμβλύνουν κάπως την
αδιαλλαξία της κοινότητας, έτσι ώστε μέσα σε αυτή να γίνεται πιο ευχάριστη η παραμονή πλούσιων.
Εκείνη την εποχή οι πλούσιοι ήταν και οι πιο μορφωμένοι. Η προσαρμογή της κοινότητας στους πλούσιους και τους μορφωμένους σήμαινε και το αδυνάτισμα της επιρροής των αποστόλων και των προφητών, όσων δηλαδή είχαν επιφορτιστεί αρχικά με το καθήκον της διάδοσης της πίστης της κοινότητας στην υπόλοιπη κοινωνία. Την μείωση των τάσεων για μίσος ενάντια στους
πλούσιους από τα στοιχεία εκείνα που από πεποίθηση τους πολεμούσαν, πολύ δε περισσότερο αν μερικοί από αυτούς ήταν πλούσιοι και είχαν δώσει όλη την περιουσία τους στη κοινότητα για να βοηθήσουν στη πραγμάτωση των κομμουνιστικών ιδανικών του πρωτόγονου Χριστιανισμού. Στη πάλη ανάμεσα στους σκληρούς και τους οπορτουνιστές νίκησαν οι τελευταίοι, δηλαδή οι επίσκοποι. Η δράση των αποστόλων και των προφητών μέσα στη κοινότητα
περιοριζόταν με τη πάροδο του χρόνου δραστικά, σε λίγο δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης και η θέση τους θα καταλαμβανόταν από έμμισθους αξιωματούχους.
Ο επίσκοπος έγινε το κέντρο τόσο της οικονομικής, όσο και της προπαγανδιστικής δουλείας της κοινότητας. Δημιουργήθηκε μια επίσημη διδασκαλία, αναγνωρισμένη και διαδεδομένη από τη γραφειοκρατία της κοινότητας. Όποιες απόψεις διέφεραν από αυτή συντρίβονταν με όλα τα μέσα. Οι απόψεις που εναντιώνονταν στους επισκόπους ήταν αυτές που ξεκινούσαν από το ταξικό μίσος ενάντια στους πλούσιους, το κράτος και την ιδιοκτησία.
Οι απόστολοι και οι προφήτες περιορίζονται και κυνηγιούνται από παντού. Τελικά αναγκάστηκαν να υποκύψουν στο μηχανισμό της γραφειοκρατίας. Εξαφανίστηκαν. Όλοι υποτάχτηκαν στο επίσκοπο. Σύντομα κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει στη σύνοδο της κοινότητας στην εκκλησία , αν προηγούμενα δεν είχε την άδεια από τον επίσκοπο. Δηλαδή κανένας, εκτός από την γραφειοκρατία της κοινότητας, που διευθυνόταν από τον επίσκοπο, τον κλήρο , που όλο και περισσότερο απομακρύνονταν από τη μάζα των μελών, τους
λαϊκούς . Εδραιώνεται η εικόνα του βοσκού και του ποιμνίου, του κοπαδιού, όπου κοπάδι ήταν τα υπομονετικά πρόβατα που τα βοσκούσαν ή τα κούρευαν και βοσκός ο επίσκοπος.
Ο διεθνής χαρακτήρας που πήρε το Χριστιανικό κίνημα βοήθησε στη παραπέρα ενδυνάμωση της εξουσίας του επισκόπου. Όταν συγκροτήθηκε η καθολική εκκλησία οι κοινότητες που αρνούνταν να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις των συνεδρίων (συνόδων) αποβάλλονταν από την καθολική ένωση των εκκλησιών, από την κοινότητα. Το πρόσωπο που αποβάλλονταν από την κοινότητά του δεν γινόταν δεκτό σε άλλες κοινότητες. Αποβάλλονταν από όλες. Τα αποτελέσματα, οι συνέπειες της αποβολής αυτής, ή του αφορισμού, έγιναν πολύ σοβαρές όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε οργάνωση που την κάλυπτε το κράτος, στην ουσία όλη η ευρωπαϊκή κοινότητα που μέρη της ήταν τα διάφορα κράτη. Τώρα ο αποκλεισμός από την εκκλησία, ο αφορισμός ήταν ισοδύναμος με αποβολή από την ανθρώπινη κοινωνία. Μπορούσε να εξισωθεί με καταδίκη σε θάνατο. Δεν αφόριζε όμως η μάζα των μελών της χριστιανικής κοινότητας, της εκκλησίας, αλλά ο γραφειοκρατικός της μηχανισμός. Αφόριζε ο
επίσκοπος. Και όσο περισσότερο υπέφερε το άτομο από τη διαδικασία αυτή,τόσο πιο μεγάλη ήταν η εξουσία της ιερατικής γραφειοκρατίας και του επικεφαλής της επισκόπου.
Το κύρος και η μεγάλη δύναμη τω επισκόπων πήγαζαν από το ότι κρατούσαν στα χέρια τους τη διαχείριση και την περιουσία της κοινότητας, καθώς και τον διορισμό και καθοδήγηση ολόκληρου του διοικητικού, δικαστικού και προπαγανδιστικού μηχανισμού της κοινοτικής γραφειοκρατίας. Τώρα προσθέτονταν και η ανώτερη εξουσία της οικουμενικότητας της Καθολικής Εκκλησίας, σαν αντίβαρο στο μεμονωμένο, στην κοινότητα. Ο επίσκοπος στεκόταν απέναντι στη κοινότητα σαν εκπρόσωπος ολόκληρης της Εκκλησίας. Και όσο πιο συμπαγής γινόταν η Εκκλησία στο σύνολό της, τόσο πιο αδύναμη φαινόταν η κοινότητα μπροστά στον επίσκοπο, τουλάχιστον όταν αυτός εκπροσωπούσε τις απόψεις της πλειοψηφίας των συναδέλφων του.
Η κοινότητα γρήγορα έχασε και το τελευταίο απομεινάρι της αρχικής δημοκρατικής λειτουργίας. Το δικαίωμα να εκλέγει τους αξιωματούχους της. Όσο οι επίσκοπος και οι άνθρωποί τους κέρδιζαν περισσότερη ανεξαρτησία και μεγαλύτερη δύναμη στη κοινότητα, τόσο πιο εύκολο ήταν γι΄ αυτόν να
καταφέρει η κοινότητα να εκλέγει πρόσωπα που υποδείκνυε αυτός ή ήταν δεκτά από αυτόν. Ο επίσκοπος έγινε ο άνθρωπος που στη πραγματικότητα διόριζε ανθρώπους στις θέσεις που ήθελε. Κατά την εκλογή του ίδιου του επισκόπου η ιερατική εξουσία κατάφερνε ώστε στην κοινότητα να εκλέγεται ο δικός της υποψήφιος. Στο τέλος έφτασαν στο σημείο ο επίσκοπος να εκλέγεται από τον ίδιο τον κλήρο, ενώ στα λαϊκά μέλη της κοινότητας είχε μείνει το δικαίωμα της επικύρωσης ή ακύρωσης της εκλογής, που όμως με τον καιρό κατάντησε να είναι τυπική και κούφια διαδικασία. Απλώς τα λαϊκά μέλη της κοινότητας χειροκροτούσαν και ζητωκραύγαζαν τον επίσκοπο που είχε
διαλέξει ο κλήρος. Αυτό αποτέλεσε την τελική εκμηδένιση της δημοκρατικής οργάνωσης των κομμουνιστικών πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων και έβαλε την σφραγίδα του στον απολυταρχισμό του κλήρου. Το ιερατείο από ταπεινό υπηρέτη "των δούλων του Θεού", μετατράπηκε σ΄ απόλυτο αφεντικό τους. Δεν χρειάζεται καν να αναφερθεί πως η περιουσία της κοινότητας έγινε τώρα κατ΄ ουσία περιουσία των διαχειριστών της και παρ΄ όλο που δεν ήταν προσωπική τους περιουσία, θεωρούνταν πλέον περιουσία του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Η περιουσία της εκκλησίας δεν ήταν πια περιουσία των συντρόφων των κομμουνιστικών πρωτόγονων Χριστιανικών κοινοτήτων, αλλά περιουσία του κλήρου.
Τελικά η οργάνωση του πρωτόγονου Χριστιανισμού, από κομμουνιστική - προλεταριακή, έγινε το πιο πιστό στήριγμα του δεσποτισμού και πηγή νέου δεσποτισμού και νέας εκμετάλλευσης. Η νικηφόρα χριστιανική εκκλησία κατάντησε από κάθε άποψη ο αντίποδας ακριβώς της κομμουνιστικής κοινότητας εκείνης που είχε ιδρυθεί από φτωχούς ψαράδες και αγρότες της Γαλιλαίας και προλετάριους της Ιερουσαλήμ. Ο σταυρωμένος μεσσίας από σύμβολο επανάστασης και αντίστασης στην εξουσία, την κάθε εξουσία, έγινε το πιο σίγουρο στήριγμα εκείνης ακριβώς της διαχρονικά εκμεταλλευτικής κοινωνίας που συθέμελα ήθελε να καταστρέψει.
Εκκλησία: Η αρχική της σημασία είναι συγκέντρωση του λαού (Εκκλησία του Δήμου)
2 Κλήρος: Η κληρονομιά, η περιουσία (του Θεού), ο λαός του Θεού, ο εκλεκτός του Θεού
3 από το λαός
4 Καθολικό: Από το όλος (σύνολο) και τη πρόθεση κατά, σημαίνει αυτό που αφορά το σύνολο. Καθολική εκκλησία είναι ολόκληρη η εκκλησία ή η οικουμενική εκκλησία.
Έκτωρ & Δάφνη Φιορέντε
|
|
Επικοινωνία
Πρότεινε αυτήν την σελίδα
σ' έναν φίλο
Στείλε άρθρο
FORUM
Ελάτε να τα πούμε
|