|
Ο
Απόστολος Παύλος
Η
επίδραση του Παύλου επί του
ευρωπαϊκού πολιτισμού
Του συνεργάτη μας ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ
Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ως πολιτιστική
πρωτεύουσα της Ευρώπης έγινε αφορμή
να οργανωθεί στη Μακεδονία συνέδριο,
στο οποίο η δική μας συμβολή ήταν
μακρά εισήγηση περί της συμβολής του
Παύλου στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού
πολιτισμού. Οι απόψεις που
αναπτύσσονται στην εισήγηση αυτή -που
δεν έχει δημοσιευθεί- θα
παρουσιασθούν στους ενδιαφερόμενους
αναγνώστες της "Αυγής" κατά τη
διάρκεια του δωδεκαημέρου σε τρεις
ενότητες: στην πρώτη, εξετάζεται, όσο
γίνεται πιο σύντομα, η επίδραση που
άσκησε η παύλεια θεολογία και
εκκλησιολογία στα θρησκευτικά
πράγματα του δυτικού κόσμου, στη
δεύτερη θα εξετασθεί η συνεισφορά του
στις δυτικές αντιλήψεις περί του
χρόνου και περί της ιστορίας και στην
τρίτη ενότητα θα δούμε κάποιες
απόψεις του Παύλου πλάι σε κάποιες
αντίστοιχες του Erich Fromm.
|

Ο Απόστολος Παύλος σε Πίνακα του Ελ Γκρέκο
|
Το θέμα μας λοιπόν σ' αυτό εδώ το χριστουγεννιάτικο
άρθρο είναι τι χρωστάει η θρησκεία του
δυτικού κόσμου στον Απόστολο Παύλο.
Περιττό να σημειωθεί πως αυτά που
γράφονται στη συνέχεια, μέσα στην
έκταση ενός σύντομου άρθρου, απαιτούν
κάποια προσπάθεια από τον αναγνώστη.
(1) Ο χριστιανισμός, υπό συνθήκες που
δεν έχουν επιστημονικά εξακριβωθεί
μέχρι τώρα, μετατράπηκε σε "λατρεία
του
Ιησού Χριστού" (Christ-cult) ήδη από τη
μητέρα Εκκλησία των Ιεροσολύμων.
Αυτός όμως που συστηματικά και με τις
ιστορικές απαιτήσεις της εποχής
διαμόρφωσε τη λατρεία αυτή και την
παρέδωσε στην ιστορία ήταν ο Παύλος.
Με τη "μυστική" εμπειρία του
Χριστού που ανέπτυξε στη ζωή του και
στο κήρυγμά του δημιούργησε τις
προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της
χριστιανικής λατρείας και θεολογίας
με εξαιρετική δύναμη πρωτοτυπίας
εντός του ελληνορωμαϊκού
πολιτιστικού χώρου, όπου
κυκλοφορούσαν ποικιλώνυμες λατρείες
διαφόρων ανατολικών θεοτήτων, καθώς
και η λατρεία του αυτοκράτορα. Με βάση
το δεδομένο αυτό, κάποιοι έφθασαν να
υποστηρίξουν πως ο Παύλος είναι ο
ιδρυτής του χριστιανισμού ως
θρησκείας. Η παύλεια, λοιπόν,
μυστικίζουσα εσχατολογική θεολογία
ήταν που συνέδεσε το πρόσωπο του Ιησού
με την ευρωπαϊκή χριστιανοσύνη.
Η ταυτότητα Σταυρωθέντος και
Αναστάντος, του ιστορικού Ιησού και
του επουράνιου Κυρίου Ιησού Χριστού,
προσδίδει στο χριστιανισμό
μυστικισμό και στη λατρεία του
Χριστού δύο πράγματα, κατά τον μεγάλο
Γερμανό θεολόγο Adolf Deismann: ηθική
σοβαρότητα και ενθουσιαστικό πάθος.
Με τη λατρεία αυτή του Χριστού (παρελθόν,
παρόν και μέλλον) ο Παύλος επέτυχε μια
λατρευτική "κοινωνία" λαϊκής
μορφής και ιστορικά παγκόσμιας
αποτελεσματικότητας, γεμάτη με ηθικό
σφρίγος, όχι κάποια νομική θρησκεία
του βιβλίου, αλλά μια πνευματική
θρησκεία που κοιτάζει μπροστά. Αυτή η
σύνδεση της χριστιανικής ευσέβειας
προς το πρότυπο του Ιησού Χριστού
υπήρξε τεράστιας θρησκευτικής
σημασίας γεγονός για την παγκόσμια
ιστορία, και μάλιστα την ευρωπαϊκή. Κι
αυτό το έργο υπήρξε κυρίως έργο του
Παύλου.
Ο `"εν Χριστώ"` επικεντρωμένος
χριστιανισμός του Παύλου υπήρξε η
μορφή δια της οποίας η αποκάλυψη του
Ιησού μπορούσε να αφομοιωθεί από την
τότε ανθρωπότητα, ήταν η μόνη ικανή να
σχηματίσει μια θρησκεία για τις
κοινωνικές εκείνες τάξεις που
μπορούσαν να διαπλάσουν την ιστορία
του κόσμου. Οπως παρατηρεί ο Deismann: "Αυτό
που έκανε ο Παύλος ήταν από τα βάθη της
δική του μυστικής
πνευματικής εμπειρίας περί του
Χριστού, αυτό έφερε στους φτωχούς και
ταπεινούς την ιερά μορφή του
Θεανθρώπου - Λυτρωτή (μια μορφή που
ήταν μωρία για την κρατούσα σοφία και
τάξη), έτσι ώστε εν κοινωνία μετ' Αυτού
ακόμα κι η πιο φτωχή και αβοήθητη ψυχή
να μπορεί να προσεγγίσει τον ζώντα Θεό...
Εξασφάλισε έτσι για τους πολλούς την
ευαγγελική θεία εμπειρία που υπήρξε
κτήμα μόνο του Ενός, και το κατόρθωσε
αυτό αγκυροβολώντας αυτές τις πολλές
ψυχές στην Ψυχή του Ενός" (Paul, σελ.
258).
Πέραν όμως από την μεγάλης σημασίας
θρησκειοϊστορική παραπάνω συμβολή
του Παύλου, για την Ευρώπη, ιδιαίτερα,
ο Απόστολος απόκτησε πολύ μεγάλη
θεολογική και εκκλησιολογική
σπουδαιότητα, όταν τον 16ο αιώνα ήταν
αυτός που έγινε η σημαία της
θρησκευτικής Μεταρρύθμισης στη Δύση
με τη διδασκαλία του πως ο άνθρωπος
δεν σώζεται εξ έργων Νόμου αλλά μόνο
δια της πίστεως πως ο Θεός τον σώζει
στέλνοντας το Χριστό στον κόσμο για να
τον μεταμορφώσει και να τον λυτρώσει.
Τη διδασκαλία αυτή η Μεταρρύθμιση
έστρεψε εναντίον της Ρωμαιοκαθολικής
Εκκλησίας που τόνιζε τη σωτηριολογική
σημασία των έργων, τόσο
των καλών έργων όσο και των πολλαπλών
κατώτερης στάθμης εκδηλώσεων της
λαϊκής ευσέβειας. Ετσι ο Παύλος έγινε
ο πνευματικός ηγέτης του
προτεσταντισμού.
Κι αυτό δεν έγινε μόνο στη θεολογία
με τη διδασκαλία περί sola fide (διά μόνης
της πίστεως), έγινε, επίσης, και ως προς
την οργάνωση των προτεσταντικών
Εκκλησιών. Ο Παύλος ερμηνεύθηκε από
τους μεταρρυθμιστές Λούθηρο και
Καλβίνο ως πνευματοκράτης
στα της λειτουργίας της Εκκλησίας, κι
από το γεγονός αυτό ξεκινάει η
ελεύθερη, κατά ποικίλους τρόπους
οργάνωση των προτεσταντικών
Εκκλησιών. Πίσω από την πληθώρα των
Εκκλησιών της Μεταρρύθμισης στην
Ευρώπη και στην Αμερική, υπάρχει
κάποιο είδος ερμηνείας για το τι
γράφει ο Παύλος στις επιστολές του
περί εκκλησίας.
Οπως είναι γνωστό, ο Απ. Παύλος,
Φαρισαίος ο ίδιος πριν γίνει
χριστιανός, βίωσε τη χριστιανική του
μύηση ως απελευθέρωση από την
τυραννία ενός συνεχούς κυνηγητού
τήρησης του Νόμου. Τη θρησκεία, δηλαδή
ο Παύλος είχε ζήσει πολύ γνήσια και
έντονα ως ένα νομικό καθεστώς, ως
εντολή και απαίτηση που υπερέβαινε
τις δυνάμεις του ασθενούς από την
αμαρτία ανθρώπου, κι οδηγούσε τελικά
στην απογοήτευση και την έλλειψη
εμπιστοσύνης και αγάπης προς το Θεό. Ο
Παύλος είχε με την καρδιά του πιστέψει
στην απόλυτη απαίτηση του Θεού και γι'
αυτό ένιωθε βαθιά μέσα του την
αποτυχία του να ευαρεστήσει το Θεό.
Εγινε χριστιανός γιατί δέχθηκε τελικά
προ της Δαμασκού τη δυνατότητα της
σωτηρίας δια μόνης της πίστεως
στην αγάπη του Θεού που διά του
Χριστού χαρίζει τη σωτηρία μέσα στο
Νέο κόσμο που έρχεται, αρκεί να τον
εμπιστευθεί κανείς, sola fide. Οι μεγάλοι
θρησκευτικοί μεταρρυθμιστές κατά τον
ύστερο Μεσαίωνα στη Δύση βρήκαν στον
Απ. Παύλο πανοπλία επιχειρημάτων κατά
του ρωμαιοκαθολικισμού που
ερμηνεύθηκε ως μια θρησκεία σωτηρίας
διά των έργων (ηθικών, μυστηριακών,
τυπικών θρησκευτικών πράξεων
εξαγοράς του παραδείσου κ.λ.π.). Η
διδασκαλία του Παύλου περί σωτηρίας
δια της πίστεως έγινε η σημαία
ερμηνείας όλης της Κ. Διαθήκης και του
χριστιανισμού από τους
μεταρρυθμιστές, οι οποίοι έτσι εν
πολλοίς σφράγισαν τον ευρωπαϊκό
πολιτισμό. Τα καλά έργα θεωρούνται ως
καρποί της πίστεως και όχι ως μέσα
εξαγοράς.
Τούτο αντιλαμβάνεται ο καθένας, αν
περαιτέρω λάβει υπόψη του πως όλη η
προτεσταντική οργάνωση του
κογκρεσιοναλιστικού τύπου, της
πλήρους δηλαδή ανεξαρτησίας μεταξύ
των χριστιανών κοινοτήτων, στηρίχθηκε
εις μεν την Ευρώπη στον Απόστολο Παύλο,
από τον Καλβίνο κυρίως, ενώ στην
Αμερική, στις εκκλησίες του Νέου
Κόσμου, ο τύπος αυτής της οργάνωσης
του χριστιανισμού αναπτύχθηκε από
μεγάλους καλβινιστές θεολόγους του
Νέου Κόσμου όπως ο Jonathan Eduards, ο Roger Williams,
o William Pen, καθώς και από σπουδαίους
ιεραπόστολους - ιεροκήρυκες όπως ο
ιδρυτής της Μεθοδιστικής Εκκλησίας Revi
John Wesley. Οι αντιλήψεις του Παύλου περί ελευθερίας
του χριστιανού χρησιμοποιήθηκαν και
από Ευρωπαίους και από Αμερικανούς
θεολόγους ως βάση για την
εκκλησιαστική τους θεολογία και
διοργάνωση με προφανώς μια δική τους
ερμηνεία του Παύλου, έτσι που η
επίδραση του Αποστόλου στη διαμόρφωση
του δυτικού πολιτισμού να είναι
προφανής.
Αλλά και ο ρωμαιοκαθολικισμός πήρε
από την πολεμική αυτή πολλά και βαθιά
μαθήματα. Ετσι ο θρησκευτικός τόνος
του παυλιανισμού στην Κ. Διαθήκη, μέσα
στον ανταγωνισμό των ομολογιών της
Δύσης, εξέτεινε την επιρροή του Παύλου
σε όλη τη χριστιανική Ευρώπη, μετά
βέβαια την Αντιμεταρρύθμιση της
Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Βλ. π.χ. φαινόμενα
όπως ο Ιανσενισμός, ο Blaise Pascal και το Port
Royal.
Το ίδιο πρέπει να πούμε και περί της
παύλειας ηθικής και περί της
επίδρασής της στη ζωή της Ευρώπης. Ο
Παύλος δεν ήταν ηθικολόγος, δεν
έφτιαξε δηλαδή κάποιο σύστημα ηθικής,
ούτε όλα τα ηθικά προβλήματα της
εποχής του ούτε από αυτά όσα έθιξε ο
Παύλος στις Επιστολές του
ανταποκρίνονται όλα σήμερα πλήρως
στα δικά μας προβλήματα και στις δικές
μας ανάγκες. Αλλά ο ευρωπαϊκός
πολιτισμός μέχρι περίπου το 1700
καθοδηγήθηκε ηθικά, σχεδόν
αποκλειστικά, από τις ηθικές
νουθεσίες των επιστολών του Παύλου σε
θέματα ατομικής και οικογενειακής
ηθικής.
Οι απαντήσεις που δίνει ο Παύλος στα
διάφορα ερωτήματα που του θέτουν οι
εκκλησίες του δεν είναι έκφραση
κάποιας ρηχής ευκαιριακής,
οπορτουνιστικής υφής, αλλά βαθιά
ριζωμένες αρχές ζωής, είχαν τη
σφραγίδα του σκοπού που είχε θέσει ο
ίδιος στη ζωή του: να παραστήσει όλους
τους ανθρώπους χωρίς κηλίδα ενώπιον
του Χριστού κατά την κρίση. Ο κόσμος
ήταν γι' αυτόν ένα παγκόσμιο
δικαστήριο.
Σ' αυτό το σκοπό προχώρησε με
στρατηγική και τακτική ενίοτε, για να
μην υπερβαλλόντως βαρύνει τους
ασθενείς πνευματικά αναγνώστες των
επιστολών του. Απέφευγε να θέτει βαρύ
ζυγό στον τράχηλό τους, επιδίωκε όμως
να κάνει γι' αυτούς δυνατή την
ευρύτερη ελευθερία. Αν η ηθική είναι ο
τρόπος που η ζωή αποκτάει σοβαρότητα,
πληρότητα και πλούτο, όχι κάτι που
κάνει τη ζωή στενή και ισχνή, τότε
δικαιούμεθα να μιλάμε περί παύλειας
ηθικής, η οποία επηρέασε βαθιά τον
ευρωπαϊκό τρόπο ζωής εν γένει μέχρι τη
Βιομηχανική Επανάσταση, και
εξακολουθεί διά των Εκκλησιών μέχρι
σήμερα να επηρεάζει τη ζωή μας.
Μετά τη βιομηχανική εποχή κυριάρχησαν
στο στερέωμα απελευθερωτικά κινήματα
ποικιλώνυμα -από αυτά ξεχωρίζουμε για
την εποχή μας τον μαρξισμό και τον
υπαρξισμό, που ο καθένας με τον τρόπο
του κήρυξε την απελευθέρωση του
ανθρώπου και της κοινωνίας. Αλλά και ο
Παύλος είχε το δικό του μανιφέστο
περί ελευθερίας, που το βρίσκουμε
συμπυκνωμένο στην προς Γαλάτας
επιστολή. Η παύλεια ελευθερία είναι
το πέρασμα από μια δουλεία στα "στοιχεία
του κόσμου τούτου", μέσα στον
καθαρό αέρα της Βασιλείας του Θεού,
είναι το πέρας μιας περιόδου νομικής
θρησκευτικότητας και η μεταπήδηση από
την παιδική ανωριμότητα σε μια
πνευματική ενηλικίωση. Σ' αυτή την
κατάσταση ο άνθρωπος γνωρίζει σωστά
το Θεό αλλά και τον κόσμο, τον δεύτερο
μάλιστα σαν κάτι κινητικό, ως συνεχώς
μεταμορφούμενο, και ως μια πορεία
θεραπείας και συγγνώμης με στόχο την
πληρότητα της ζωής. Είναι, μάλιστα,
τόσο βαθιά η βίωση αυτής της νέας
κατάστασης, ώστε ο Απόστολος να την
περιγράφει ως θεία δωρεά και ως θεία
υιοθεσία από την οικογένεια του Θεού.
Ποτέ όμως η ελευθερία αυτή δεν είναι
δυνατή ερήμην της αγάπης και της
αληθινής κοινωνίας μεταξύ των
ανθρώπων: "Υμείς γαρ επ' ελευθερία
εκλήθητε, αδελφοί, μόνον μη την
ελευθερίαν εις αφορμήν τη σαρκί, αλλά
δια της αγάπης δουλεύετε αλλήλοις" (Γαλ.,5,13).
|