|
"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ" Θρησκεία και Εκκλησίες στον σύγχρονο κόσμο |
||
|
Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ
|
ΣΥΖΕΥΞΗ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
– ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ; Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ
ΚΑΦΕΝΕΙΟ έλαβε μια «πρόσκληση»
πρόκληση για
ένα διάλογο μεταξύ Χριστιανών και
Μαρξιστών για μια κοινή συμμαχία
ενάντια στην καπιταλιστική
παγκοσμιοποίηση! Ο Θεολόγος ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΨΑΡΟΜΜΑΤΗΣ που
μας έστειλε αυτή την «πρόσκληση» -
πρόκληση, μεταξύ άλλων μας γράφει: «Αυτό
που σήμερα απαιτείται αγαπητοί
αδελφοί είναι η σύζευξη χριστιανισμού-μαρξισμού
και η αντιπαράθεση τους με την
καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Κάτι
παρόμοιο, αγαπητοί συναγωνιστές είχε
προτείνει πριν δυο δεκαετίες και ο
σημερινός σύντροφος σας και τότε
στέλεχος του ΚΚΕ, Ευτύχης Μπιτσάκης.
Δεν πρέπει όμως να απορρίψουμε τον
δυτικό ορθολογισμό, τη δυτική
επιστήμη και την τεχνική – κι ας
αντιστρατεύονται τον Χριστιανισμό –
και δεν μπορέσουμε να την
ενσωματώσουμε σ’ έναν ανώτερο τρόπο
παραγωγής, δηλαδή, όπως κι εσείς
επιδιώκετε, το σοσιαλιστικό, τότε θα
είσαστε υποχρεωμένοι να απορρίψετε
και τον μαρξισμό, ο οποίος, όπως ο Ευτ.
Μπιτσάκης έχει πει «αποτελεί τη
διαλεχτική άρνηση, δηλαδή την παραπάνω
εξέλιξη του αστικού ορθολογισμού». Εμείς θα αναφερθούμε
στα λόγια και τις προτροπές του Ε.
Μπιτσάκη οι οποίες μας εκφράζουν
απόλυτα. «Η χριστιανική θρησκεία
υπήρξε η θρησκεία του ελληνικού λαού
επί δυο χιλιάδες χρόνια. Ήταν επί
αιώνες η κοσμοθεώρηση της
συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων
και εκφράζει και σήμερα την
κοσμοαντίληψη και τις προσδοκίες
μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού. Η
Χριστιανική Θρησκεία συνδέεται
λοιπόν οργανικά με τις παραδόσεις, τη
βιοθεωρία και τον ψυχισμό των Ελλήνων.
Οι μαρξιστές σεβόμαστε αυτή την
πραγματικότητα, γιατί για μας η
θρησκεία δεν είναι το «όπιο του λαού».
«Οι ημιμαθείς αποδίδουν αυτή την
έκφραση στον Μαρξ. Αλλά για τον
θεωρητικό του προλεταριάτου, «η
θρησκεία είναι η ψυχή ενός κόσμου
χωρίς ψυχή, το πνεύμα ενός κόσμου
δίχως πνεύμα η θρησκεία είναι το όπιο
του λαού». Ο Μπιτσάκης όμως λέει
και τα παρακάτω: «Μαρξιστές
και Χριστιανοί μπορούν να αγωνιστούν
μαζί ακόμα και για το σοσιαλισμό, οι
πρώτοι με βάση τη θεωρία του Μάρξ, οι
δεύτεροι βλέποντας στην
κοινοκτημοσύνη, την πραγμάτωση, σε
άλλες εποχές και με άλλες κοινωνικές
δυνάμεις, ενός από τα ευγενικότερα
στοιχεία της διδασκαλίας του Χριστού».
Όπως βλέπουμε λοιπόν αγαπητοί αδελφοί,
συναγωνιστές, μαρξιστές και
χριστιανοί συμφωνούμε σήμερα στα
σημαντικότερα για την αντιμετώπιση
της παγκοσμιοποίησης που επιδιώκει
την κατάργηση κάθε ελευθερίας,
εθνικού πολιτισμού και κουλτούρας,
την κατάργηση ακόμη και των
ατομικών μας ελευθεριών. Η πρόσκληση είναι ανοιχτή. Περιμένουμε
την θετική – όπως πιστεύουμε –
απάντηση σας και συστράτευση στο
μεγάλο αγώνα». Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ από τη δική
του σκοπιά δίνει την ακόλουθη
απάντηση μέσω του παρακάτω κειμένου
που επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Βήχος: Είναι αλήθεια ότι πριν
δυο δεκαετίες, μέσα από τις στήλες της
«Ελευθεροτυπίας» είχε γίνει μια
συζήτηση κάτω από τον τίτλο: «Χριστός
και Μαρξ Κουβεντιάζουν»!!! Στη
συζήτηση αυτή είχε κάνει παρέμβαση
εκτός του Κ. Μοσκώφ και το τότε μέλος
της Κ.Ε. του ΚΚΕ, σ. Ευτύχης Μπιτσάκης.
Συγκεκριμένα στην «Ελευθεροτυπία», 20
Σεπτέμβρη 1983 είχε γράψει τα εξής: «Το
βασικό χαρακτηριστικό του νέου
ρεύματος, νομίζω ότι είναι η σύζευξη
ελληνοκεντρισμού-χριστιανισμού και η
αντιπαράθεση τους με τη Δύση. Δηλαδή
κατά την αντίληψη αυτών των
διανοουμένων, ο κύριος εχθρός είναι η
τεχνοκρατική Δύση και ο ορθολογισμός
της, ο οποίος κατακερματίζει το
ανθρώπινο πρόσωπο και αφαιρεί κάθε
αξία από τον άνθρωπο. Εάν όμως
απορρίψουμε τον δυτικό ορθολογισμό, τη δυτική
επιστήμη και την τεχνική και δεν
μπορέσουμε να βρούμε πως θα την
ενσωματώσουμε σ’ έναν ανώτερο τρόπο
παραγωγής, δηλαδή το σοσιαλιστικό,
τότε είμαστε υποχρεωμένοι να
απορρίψουμε και τον μαρξισμό, ο οποίος
αποτελεί τη διαλεχτικής άρνηση,
δηλαδή την παραπάνω εξέλιξη του
αστικού ορθολογισμού»!!! Ο σ. Μπιτσάκης δεν
γνωρίζω αν επιμένει και σήμερα σ’
αυτές του τις θέσεις. Είναι δική του
δουλειά να απαντήσει σ’ αυτό. Εμείς
ωστόσο σε εκείνες τις θέσεις του – που
ο κ. Ψαρομμάτης μας παραπέμπει –
έχουμε να πούμε τα εξής: Είναι πλήρης
διαστρέβλωση να πιστεύει κανείς ότι
τα διαφορά ρεύματα του ορθολογισμού
έχουν στόχο τον δυτικό, αστικό
ορθολογισμό. Δεν βρισκόμαστε στην
εποχή της ανόδου της αστικής τάξης,
την εποχή του Ντεκάρτ και του
Λάιμπνιτς. Την εποχή που μας
παραπέμπει ο Θεολόγος μας ο σ.
Μπιτσάκης δεν έβλεπε το φαινόμενο
Μοσκώφ, και προπαντός το γεγονός ότι
το ΚΚΕ τον είχε πρόεδρο του ΚΜΕ
Θεσσαλονίκης, σαν μια ανοιχτή επίθεση
στα θεμέλια της μαρξιστικής
κοσμοθεωρίας, αλλά, με τον τρόπο των
ορθολογιστών (όπως μας προτείνει κι ο
Θεολόγος μας), σαν αντίφαση ανάμεσα σ’
αυτό που ο Μοσκώφ δήλωνε (πως ήταν
κομμουνιστής, μαρξιστής και υλιστής)
και στον τρόπο που σκεφτότανε και
έγραφε. Εδώ τόσο ο Μοσκώφ αλλά και ο σ.
Μπιτσάκης ποδοπατούσαν τον
διαλεκτικό υλισμό. Θα είμαστε ξεκάθαροι
απέναντι σε συντρόφους και μη
συντρόφους. Είναι ολοκληρωτική
διαστρέβλωση να θεωρεί κανείς τον
Μαρξισμό σαν «παραπάνω
ανάπτυξη του ορθολογισμού». Και
είναι σαν να σαρώνεις με τον
οδοστρωτήρα της τυπικής λογικής την
πολύ σημαντική έννοια της διαλεχτικής
άρνησης, όταν την ταυτίζεις με την «παραπάνω
ανάπτυξη», δηλαδή ότι ο Μαρξισμός
είναι μια τελειοποίηση και ολοκλήρωση
του αστικού ορθολογισμού. Είναι
φανερό ότι ο αστικός ορθολογισμός, που
μας υποδεικνύει ο κ. Ψαρομμάτης είναι
αυτός του 17ου αιώνα, και οι
σύγχρονες επανεκδόσεις του στον 21, από
ποικίλα αστικά ιδεαλιστικά ρεύματα. Ο σ. Μπιτσάκης, την
περίοδο εκείνη που ήταν στο ΚΚΕ δε τα
πήγαινε καλά με τον μεγαλύτερο
εκπρόσωπο και κριτικό της ορθολογικής
παράδοσης, που είναι ο Χέγκελ. Αυτό το
είχε κάνει καθαρό στη συνέντευξη του
για τους νεορθόδοξους, όταν δήλωνε
στην «Ελευθεροτυπία», στις 20
Σεπτέμβρη του 1984 ότι «οι
έννοιες και οι κατηγορίες που
χρησιμοποιεί (ο Μοσκώφ) είναι κατά
βάση εγελιανές και χριστιανικές και
οι καθαυτό μαρξιστικές κατηγορίες δεν
λειτουργούν στα κείμενα του». Βέβαια η πρόσκληση για
μια σύζευξη Χριστιανισμού-Μαρξισμού
έγινε από τον κ. Ψαρομμάτης και η
απάντηση θα πρέπει να απευθύνεται σ’
αυτόν. Όμως τα αποσπάσματα που
χρησιμοποίησε για να μας εξηγήσει τις
θέσεις του είναι αποσπάσματα ενός
συντρόφου, αν και παλιά που μπορεί
σήμερα να μη τα αποδέχεται. Έτσι οι
απαντήσεις μας γίνονται πάνω στα
αποσπάσματα και στον κ. Ψαρομμάτη. Οι
επιστημονικές έννοιες και κατηγορίες
του Χέγκελ που υλιστικά επεξεργάστηκε
ο Μαρξ, θεμελιώνοντας τον διαλεχτικό
υλισμό, σαν τη λογική και τη θεωρία της
γνώσης του Μαρξισμού, ταυτίζονται εδώ
με τις χριστιανικές, κι
αντιπαρατίθενται με τις μαρξιστικές
κατηγορίες. Ανακατεύονται αυθαίρετα
και από τον κ. Ψαρομμάτης με το
μυστικιστικό, παραληρηματικό λόγο που
είχε ο Κ. Μοσκώφ. Ο Μαρξισμός δεν είναι
ούτε η τελειοποίηση ούτε η
διαλεχτικής άρνηση απλά του
ορθολογισμού. Οι ορθολογιστές του 17ου
αιώνα (Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς, Σπινόζα, κλπ)
έπαιξαν έναν προοδευτικό ρόλο στην
εποχή τους, βάζοντας σε αμείλικτη
κριτική το σχολαστικισμό, που
τοποθετούσε τη θεολογία στην κορυφή
της ιεραρχικής κλίμακας της γνώσης,
ακολουθούμενη από τη φιλοσοφία και
τελευταία την επιστήμη. Κριτικάροντας
τη δογματική σκέψη, ο ορθολογισμός του
17ου αιώνα, βοήθησε πολύ στην
ανάπτυξη των επιστημών. Αλλά ο αστικός
ορθολογισμός, δεν ταυτίζεται, όπως
νόμιζε ο σ. Μπιτσάκης και όπως νομίζει
ο κ. Ψαρομμάτης, με τις επιστήμες και
την ανάπτυξη τους. Όπως τονίζει ο Μαρξ
στην «Αγια Οικογένεια», η ανάπτυξη της
φυσικής επιστήμης τον 18ο αιώνα
εξασφαλίστηκε διαμέσου της
εσωτερικής κριτικής των μεταφυσικών
απόψεων του καρτεσιανού ορθολογισμού
και όχι μια απευθείας ανάπτυξη είτε
του ορθολογισμού, είτε του
εμπειρισμού. Η ανάπτυξη της σύγχρονης
επιστήμης είναι αδύνατη στη βάση των
ορθολογικών δογμάτων. Ο πρώτος που έβαλε σε
κριτική τον ορθολογισμό (όπως και τον
εμπειρισμό) εκείνης της εποχής, από
επιστημολογική και θεωρητική άποψη,
ήταν ο Καντ («Κριτική του Καθαρού
Λόγου»). Οι περίφημες αντινομίες του,
είναι η περιγραφή των ορίων και του
αδιεξόδου του «καθαρού λόγου». Οι
ορθολογιστές υποστήριξαν τον αστικό
μετασχηματισμό της κοινωνίας,
θεωρώντας ότι οι αλλαγές αυτές ήταν
αναγκαίες για να συμμορφωθεί η
κοινωνία με τις απαιτήσεις της
λογικής και της ανθρώπινης φύσης. Το
Βασίλειο του Λογικού, που
κληρονόμησαν οι Διαφωτιστές του 18ου
αιώνα «ξέρουμε, έγραψε ο Έγκελς, ότι δεν ήταν
τίποτε άλλο από την εξιδανικευμένη
βασιλεία της αστικής τάξης… πως το
κράτος του λογικού…δεν ήρθε στον
κόσμο και ούτε μπορούσε να έλθει
διαφορετικά, παρά μόνο σαν αστική
δημοκρατία», (Φ. Έγκελς: «Ουτοπικός
και Επιστημονικός Σοσιαλισμός», σελ.
57, εκδόσεις «ΘΕΜΕΛΙΟ»). Ο διαλεχτικός υλισμός
δεν βγήκε από τον ορθολογισμό, αλλά
μέσα από την υλιστική ανατροπή του
Διαλεχτικου υλισμού του Χέγκελ, που
προσπάθησε να ενσωματώσει και να
ξεπεράσει στο φιλοσοφικό του σύστημα
όλες τις προηγούμενες εξελίξεις στη
φιλοσοφία, υλιστικές και ιδεαλιστικές,
εμπειρικές και ορθολογικές και να τις
δει σαν στιγμές στην εξέλιξη της
Απόλυτης ιδέας. Μόνο με την υλιστική
ανατροπή του χεγκελιανού ιδεαλισμού,
μπορούσε να γεννηθεί η κοσμοθεωρία
του μαρξισμού. Ο απόλυτος ιδεαλισμός
του Χέγκελ ήταν το πιο υψηλό σημείο
που μπορούσε να φτάσει η αστική
φιλοσοφία. Ανάπτυξε την «ενεργητική
πλευρά της ανθρωπότητας», αλλά την
είδε μόνο σαν θεωρία, σαν σκέψη. Αλλά η
αντίληψη του Χέγκελ για τον Λόγο ήταν
Διαλεχτικής και Κριτική. Το πιο
σημαντικό στοιχείο της κριτικής
αντίληψης του ήταν η αρχή της
αντίφασης και της άρνησης. Η αντίληψη που είχε ο σ.
Μπιτσάκης για το Μαρξισμό σαν «παραπάνω
εξέλιξη του ορθολογισμού», εκτός του
ότι ήταν άσχετη με την πραγματική
ιστορία της φιλοσοφίας, ταυτόχρονα
έσβηνε τελείως την Επανάσταση στη
Φιλοσοφία που έφερε ο Μαρξ: «Το
ζήτημα αν η ανθρώπινη σκέψη μπορεί να
κατακτήσει την αντικειμενική αλήθεια
δεν είναι καθόλου ζήτημα θεωρίας, μα
πρακτικό ζήτημα», (Κ. Μαρξ: «Θέσεις
για τον Φόϋερμπαχ»). Η σκοπιά της «ανατρέπουσας πράξης», είναι η «σκοπιά»
των ιστορικών συμφερόντων της
εργατικής τάξης. Η αντίρρηση του
ορθολογιστή απέναντι στο νεορθόδοξο (που
δεν είναι και τόσο νέο φυσικά)
φαινόμενο μπορεί να φτάσει το πολύ
μέχρι τη διαμάχη για το αν υπάρχει ΄η
όχι Θεός. Ο αθεϊσμός, ωστόσο, δεν είναι
αποκλειστικό χαρακτηριστικό του
μαρξισμού. Ο ορθολογισμός
υπερβάλλει μονόπλευρα και
απολυτοποιεί το ρόλο της σκέψης στο
προτσές της γνώσης. Αντίθετα με τους
εμπειριστές, οι ορθολογιστές
υποστηρίζουν την υπεραισθητή
καταγωγή της γνώσης. Κεντρική τους
κατηγορία είναι το δόγμα της «νοητικής
ενόρασης», στη βάση του οποίου παίρνει
κανείς σαν δεδομένα και προφανή,
ορισμένα αξιώματα, που πρέπει να
αποτελούν τη βάση της φιλοσοφίας. Αυτό
οδήγησε ορισμένους, όπως τον Ντεκάρτ,
στην ιδέα της ύπαρξης έμφυτης γνώσης (π.χ.
οι αρχές των μαθηματικών και της
λογικής). Η λογική του ορθολογισμού
είναι φυσικά η τυπική Λογική. Είναι
χαρακτηριστικό, ωστόσο, ότι ούτε ο
Ντεκάρτ, ούτε ο Καντ, ούτε κανείς
ορθολογιστής, (ούτε καν ο υλιστής
Φόυερμπαχ), μπόρεσαν να ξεπεράσουν την
έννοια του Θεού, ΄η την ανάγκη κάποιου
υποκατάστατου. Μόνο ο Μαρξ είδε ότι η
θρησκευτική αυτοαλλοτρίωση έχει την
πηγή της στην «αυτοαντιφατικότητα της εγκόσμιας
βάσης» και ότι «πρέπει
πρώτα αυτή η ίδια να κατανοηθεί στην
αντίφαση της και (με τον παραμερισμό
της) να επαναστατικοποιηθεί στην
πράξη». Αλλά ας έρθουμε σ’
αυτό καθαυτό το κείμενο-πρόσκληση που
μας έστειλε ο κ. Ψαρομμάτης. Πρέπει να
πούμε εδώ ότι η αντίληψη για «διάλογο»
΄η και σε συνεργασία με τους
χριστιανούς βασίζεται πάνω σε μια
αντιμαρξιστική, φιλελεύθερη,
μικροαστική αντίληψη. Ο καθένας, λέει,
μπορεί να διατηρεί τις απόψεις του,
χωρίς να γίνονται αμαλγάματα
χριστιανισμού και μαρξισμού, και,
ταυτόχρονα να υπάρχει συνεργασία με
τους ανθρώπους της εκκλησίας σε «συγκεκριμένα
πολιτικά ζητήματα», όπως, «η
ειρήνη, ο πόλεμος, η καπιταλιστική
εκμετάλλευση, η αλλοτρίωση των
σημερινών ανθρώπων…». Αλήθεια αναρωτιόμαστε
τι είδους διάλογος μπορεί να γίνει με
το Χριστόδουλο (ας πούμε) τον κάθε
μορφής μυστικισμό, με το Μαρξισμό;
Υπάρχει περιπτώσει να βρεθεί κάποιος
συμβιβασμός, κάποια κοινά σημεία;
Κάποιοι «μαρξιστές», ακόμα και «Τροτσκιστες»
στη χώρα μας, αλλά και αλλού, λένε «ΝΑΙ
Υπάρχει»!!! Εμείς, οι «αδιόρθωτοι»
μπολσεβίκοι λέμε ΟΧΙ δεν υπάρχει. «Τι
είδους συμβιβασμός μπορεί να υπάρξει,
αγαπητέ μου Αλεξέι Μαξίμιτς»; Έγραφε
ένας άλλος «αδιόρθωτος» σύντροφος μας,
ο Λένιν στον Γκόργκι, καθώς
ετοιμαζόταν για την πάλη με τους
εμπειριοκριτικιστές, μέσα στο κόμμα
του. «Σας
παρακαλώ, είναι γελοίο ακόμα και να το
υπαινίσσεται κανείς. Η μάχη είναι
απόλυτα αναπόφευκτη…». «Ακόμα και
σεις, ένας μεγάλος καλλιτέχνης και
έξυπνος άνθρωπος, δεν καταλάβατε
ακόμα τι είδους βαλτός είναι αυτός που
θα βουλιάξουν – σέρνοντας κι άλλους
πίσω τους – όλοι αυτοί οι θεοπλάστες,
οι εμπειριοκριτικοί, οι
εμπειριομονιστές και
εμπειριοσυμβολιστές! Είναι αλήθεια
τόσο δύσκολο να καταλάβετε ότι πίσω
από ολόκληρο το σωρό των στομφωδών
λόγων τους, υπάρχει στην
πραγματικότητα, σ’ όλο της το
μεγαλείο, η τρομερή μορφή της διεθνούς
μικροαστικής τάξης, με το “σύμπλεγμα
των ιδεών” της, που έχει προέλθει από
την καταθλιπτική καταπίεση του
ανθρώπου από την εξωτερική φύση και
την ταξική καταπίεση;… Και θέλετε να
με πείσετε να συνεργαστώ με ανθρώπους
που κηρύσσουν τέτοια πράγματα.
Καλύτερα να γίνω χίλια κομμάτια», (Λένιν:
«Γράμματα στον Γκόργκι 1908»). Πως μπορεί κανείς να
κρύβει πίσω από τη συνεργασία πάνω σε
«συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα» την
επίθεση που έχει στόχο τα θεμέλια της
μαρξιστικής κοσμοθεωρίας; Τότε, το 1984,
για χάρη της αντιδραστικής πολιτικής
της «ειρηνικής συνύπαρξης», της
σταλινικής γραφειοκρατίας της Μόσχας
και η Χριστιανική Εκκλησία και οι
νεορθόδοξοι κήρυκες της ήταν καλοί
συνεργάτες. Σήμερα όμως; Αγαπητέ κ. Ψαρομμάτη ο
νεορθόδοξος μυστικισμός δεν μπορεί να
κρυφτεί ούτε σήμερα πίσω από την άλλη
όψη, του ορθολογιστικού,
τεχνοκρατικού, «νόμιμου μαρξισμού»
που πρεσβεύει το ΚΚΕ και η κ. Κανέλλη,
της προσαρμογής δηλαδή του μαρξισμού
στους στόχους του αστικού Σημιτικού
εκσυγχρονισμού. Εμείς αγαπητέ κύριε
δεν θα μπούμε στο «παιχνίδι» αυτό,
όπου αποσυντίθεται σε μυστικισμό ο
ίδιος ο «νόμιμος μαρξισμός» και οι
ψευτοτροτσκιστές
που διαδηλώνουν με το Χριστόδουλο
για τις ταυτότητες (!!!), και που οι
ρεφορμιστικές του αντιλήψεις έσπασαν
τα μούτρα τους οπότε επιχείρησαν
παρόμοιες συμμαχίες. Η μετεξέλιξη των
εκσυγχρονιστών του καπιταλισμού την
εποχή της χρηματιστικής
παγκοσμιοποίησης και της μάχης του «καλού»
Μπους με τους «κακούς» επαναστάτες
και εχθρούς της καπιταλιστικής
παγκοσμιοποίησης, όπως και των «νόμιμων
μαρξιστών» του ΚΚΕ προς τον
μυστικισμό είναι ανάλογη με
αντίστοιχα φαινόμενα στην
προεπαναστατική Ρωσία του 1905 και του
1917: «Η κοινή γνώμη
της αναπτυσσόμενης αστικής κοινωνίας,
έγραφε ο Τρότσκι, είχε ανάγκη από αδιάσειστα αξιώματα,
όχι μόνο εναντίον της απολυταρχικής
γραφειοκρατίας, αλλά και εναντίον του
εκτραχηλισμού των επαναστατικών
μαζών. Ο Καντ, ορμώντας να ανατρέψει
τον Χέγκελ, δεν μπορούσε να κρατηθεί
για πολύ στα πόδια του. Ο ρωσικός
φιλελευθερισμός έφτασε αργοπορημένος
και έζησε από την πρώτη του κιόλας
εμφάνιση πάνω σε ηφαιστειακό έδαφος. Η
“κατηγορική προσταγή” του φαινόταν
πολύ αφηρημένη και δεν του παρείχε
ασφάλεια εναντίον των
επαναστατημένων μαζών. Χρειαζόταν
πολύ δραστικότερα μέτρα. Οι
ιδεαλιστές, της “υψηλής φιλοσοφίας”,
εξελίσσονταν σε ορθόδοξους
χριστιανούς. Ο καθηγητής της
Πολιτικής Οικονομίας Μπουλγκάκοφ, που
είχε αρχίσει με την αναθεώρηση του
Μαρξισμού πάνω στο αγροτικό ζήτημα,
πέρασε στον ιδεαλισμό και τέλειωσε
φορώντας το ράσο…», (Λ. Τρότσκι: «Η
Ζωή μου», σελ. 128-129, ελλην. Έκδοση). Τι διαφέρει, στην
ουσία, από τις αντιλήψεις του κ.
Ψαρομμάτη και των χριστιανών ΄η του
ΚΚΕ και του σ. Μπιτσάκη όταν έγραφε: «Μαρξιστές
και χριστιανοί μπορούν να αγωνιστούν
μαζί ακόμα και για το σοσιαλισμό, οι
πρώτοι με βάση τη θεωρία του Μάρξ, οι
δεύτεροι βλέποντας στην
κοινοκτημοσύνη, την πραγμάτωση, σε
άλλες εποχές και με άλλες κοινωνικές
δυνάμεις, ενός από τα ευγενικότερα
στοιχεία της διδασκαλίας του Χριστού»;
Είναι φανερό ότι ο λόγος εδώ δεν είναι
για θρησκευόμενους εργάτες, που
αποδέχονται το πρόγραμμα των
μαρξιστών για την ανατροπή του
καπιταλισμού και την εργατική εξουσία
και το σοσιαλισμό. Ο λόγος είναι για
τον ιστορικό χριστιανισμό, που με
άλλοθι την αναφορά στην
κοινοκτημοσύνη των πρωτοχριστιανικών
χρόνων, θα παλέψει, ωστόσο, ενάντια
στον επιστημονικό σοσιαλισμό. Έτσι
είναι κύριε Ψαρομμάτη. Επειδή όμως «ψυλλιάζομαι»
πως κάποιοι σύντροφοι του ΚΚΕ θα έχουν
τις αντιρρήσεις τους σ’ αυτά που
γράφω ας δούμε ποια ήταν η αντίληψη
του Λένιν γι’ αυτό το ζήτημα. Έλεγε: «Ακριβώς επειδή κάθε θρησκευτική ιδέα,
κάθε ιδέα οποιουδήποτε Θεού, ακόμα και
το παραμικρό φλερτάρισμα με
οποιοδήποτε Θεό, είναι η πιο μεγάλη
κακοήθεια, που την ανέχεται (και συχνά
πολύ ευνοϊκά) η δημοκρατική
μπουρζουαζία – γι’ αυτόν ακριβώς το
λόγο είναι η πιο επικίνδυνη κακοήθεια,
η πιο αισχρή “μόλυνση”… “Ο
καθολικός παπάς, που διαφθείρει νεαρά
κορίτσια είναι πολύ λιγότερο
επικίνδυνος, ακριβώς στην «δημοκρατία»,
από έναν παπα χωρίς ράσα, έναν παπα
χωρίς την χονδροειδή θρησκεία, ένα
ιδεολογικά εξοπλισμένο και
δημοκρατικό παπα, που διδάσκει τη
δημιουργία και την επινόηση ενός Θεού…»,
(Λένιν: «Γράμμα στον Μ. Γκόργκι»,
Νοέμβρης 1913, Συλλογή Κειμένων για την
Θρησκεία, σελ. 40 έκδοση Μόσχας). «Ο βρωμερός φιλισταϊσμός, είναι παντού
εξίσου αηδιαστικός – γράφει ο Λένιν στο ίδιο κείμενο – αλλά
ο “δημοκρατικός φιλισταϊσμός”,
που απασχολείται με την
ιδεολογική νεκροφιλία, είναι
ιδιαίτερα αηδιαστικός». Είναι
τελείως διαφορετικό για κάποιον
εργάτη με θρησκευτικές προλήψεις, που
μπαίνει στο επαναστατικό κόμμα. Ο
Μοσκώφ, το ΚΚΕ κλπ, δεν είναι το ίδιο
πράγμα με τους παπάδες που μπήκαν στον
ΕΛΑΣ το 1941-44 ούτε με τους διαδηλωτές
χριστιανούς στη Γένοβα κατά της
Παγκοσμιοποίησης ΄η αλλού. Και πάλι ο Λένιν έχει
απαντήσει σε αυτό από το 1909. Μπορεί να
φανταστεί κανείς και έναν παπα να
μπαίνει στο κόμμα και να παλεύει
πειθαρχημένα για το πρόγραμμα του. «Αν, όμως, τονίζει ο Λένιν, ο
παπάς έμπαινε στο Σοσιαλδημοκρατικό
Κόμμα και έκανε τώρα δουλειά του την
ενεργητική προπαγάνδιση θρησκευτικών
ιδεών στο κόμμα, τότε θα έπρεπε
αναντίρρητα να διωχτεί από τις
γραμμές του», (Λένιν: «Άπαντα», «Η
Στάση του Εργατικού Κόμματος απέναντι
στη Θρησκεία», Τομ. 17, εκδόσεις «Σύγχρονη
Εποχή»). Ίσως για τον κ.
Ψαρομμάτης, το νεορθόδοξο ρεύμα
αποτελεί μια κάποια «λύση ενός
πραγματικού προβλήματος», γιατί όπως
διάβασε στο κείμενο του σ. Μπιτσάκη: «Η
χριστιανική θρησκεία υπήρξε η
θρησκεία του ελληνικού λαού επί δυο
χιλιάδες χρονιά. Ήταν επί αιώνες η
κοσμοθεώρηση της συντριπτικής
πλειοψηφίας των Ελλήνων και εκφράζει
και σήμερα την κοσμοαντίληψη και τις
προσδοκίες μεγάλου μέρους του
ελληνικού λαού. Η Χριστιανική
Θρησκεία συνδέεται λοιπόν οργανικά με
τις παραδόσεις, τη βιοθεωρία και τον
ψυχισμό των Ελλήνων. Οι μαρξιστές
σεβόμαστε αυτή την πραγματικότητα,
γιατί για μας η θρησκεία δεν είναι το «όπιο
του λαού». «Οι ημιμαθείς αποδίδουν
αυτή την έκφραση στον Μαρξ. Αλλά για
τον θεωρητικό του προλεταριάτου, «η
θρησκεία είναι η ψυχή ενός κόσμου
χωρίς ψυχή, το πνεύμα ενός κόσμου
δίχως πνεύμα η θρησκεία είναι το όπιο
του λαού». (Είναι από άρθρο του στα ΝΕΑ
(13-10-1983). Εδώ πρέπει να
τονίσουμε πως είναι χαρακτηριστική,
για όσους θέλουν να ανοίξουν διάλογο
με τη θρησκεία, η εκλεκτιστική
χρησιμοποίηση του Μαρξ, σε μια
προσπάθεια να παραχαραχτεί, με το
στίγμα της «ημιμάθειας», ένα από τα
κλασικά συνθήματα της αγκιτάτσια και
της προπαγάνδας των κομμουνιστών: Η
Θρησκεία είναι το όπιο του λαού. «Η κριτική της θρησκείας είναι η αρχή
κάθε κριτικής», γράφει ο Μαρξ στην αρχή της Εισαγωγής
στην «Κριτική της Χεγκελιανής
Φιλοσοφίας του Δικαίου». «Η
πάλη ενάντια στη θρησκεία είναι
λοιπόν έμμεσα η πάλη ενάντια σε τούτο
τον κόσμο, του οποίου η θρησκεία είναι
το άυλο άρωμα». «…Το να απαιτούμε την
άρνηση των ψευδαισθήσεων που είναι
σχετικές με την ύπαρξη της (της
θρησκείας) σημαίνει να απαιτούμε την
άρνηση σε μια κατάσταση που έχει
ανάγκη από αυταπάτες… Η κριτική τίναξε τα φανταστικά
λουλούδια της αλυσίδας, όχι για να
κουβαλήσει ο άνθρωπος την ολέθρια
αλυσίδα γυμνή από φαντασία, αλλά για
να πετάξει την αλυσίδα και να δρέψει
το ζωντανό λουλούδι. Η κριτική της
θρησκείας διαψεύδει τον άνθρωπο, για
να τον κάνει όμως να σκεφτεί, να δράσει,
να επεξεργαστεί την πραγματικότητα
του – όπως το κάνει ένας εξαπατημένος
άνθρωπος, που ήλθε στα συγκαλά του –
προκειμένου να περιστραφεί γύρω από
τον εαυτό του και από εκεί, γύρω από
τον αληθινό ήλιο…». «…Έτσι, η κριτική του ουρανού
μεταμορφώνεται σε γήινη κριτική, η
κριτική της θρησκείας σε κριτική του
δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε
κριτική της πολιτικής». Έτσι, αν δει κανείς σαν
σύνολο την σκέψη του Μαρξ, είναι το
αντίθετο από αυτά που ισχυρίζονταν ο σ.
Μπιτσάκης και που επικαλείται σήμερα
ο κ. Ψαρομμάτης. Ο Μαρξ τονίζει ότι η
θρησκευτική αυτοαλλοτρίωση πρέπει να
ανάγεται στην υλική κοινωνική της
βάση και ότι μόνο η ανατροπή της
τελευταίας θα εξαλείψει τη
θρησκευτική ψευδαίσθηση. Κάνοντας,
όμως, αυτή τη διάκριση, ο Μαρξ με
κανένα τρόπο δεν δίνει κάποιο
προοδευτικό ρόλο στη θρησκευτική
αλλοτρίωση. Το αντίθετο, μάλιστα: ότι η
θρησκεία είναι το όπιο του λαού,
σημαίνει ότι αποτελεί μέσο εξωραϊσμού
και αποδοχής και υποδούλωσης στην
υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όσο κι αν
ισχυρίζεται το αντίθετο ο κ.
Ψαρομμάτης. Τα «φανταστικά λουλούδια
της αλυσίδας». “Ο Μάρξ δεν ζητάει όπως οι αστοί ριζοσπάστες διαφωτιστές απλώς να προχωρήσουμε στην εκκοσμίκευση. Δηλαδή αν καταργήσεις θρησκευτικές αυταπάτες έλυσες το ζήτημα, γιατί όπως λέει οι αλυσίδες που φοράνε και πάνω τους έχουν μπει τα λουλούδια της θρησκείας, πετάς τα λουλούδια αλλά μένεις με τις αλυσίδες. Την κατάργηση των θρησκευτικών, μεσαιωνικών ιδεολογημάτων, τη διαδέχεται, σε συνθήκες υποτίθεται θανάτου του θεού, μια νέα χυδαιότερη θεολογία της καθημερινότητας, η θεολογία των εμπορευματικών σχέσεων. Και είμαστε εναντίων και στην Άθεη και στην Ένθεη Θεολογία. Το ζήτημα δεν είναι να βγάλεις την φαντασμαγορία και να έχεις την εκκοσμικευμένη μήτρα αλλά να έχεις την αληθινή πραγμάτωση της ουσίας του ανθρώπου. Το ζήτημα λοιπόν, όπως λέει και ο μαρξ δεν είναι να πετάξουμε τα λουλούδια της εκκλησίας και να κρατήσουμε τις αλυσίδες, αλλά να σπάσουμε τις αλυσίδες και να διασώσουμε το άνθος του Αγίου”. (Παν. Βήχος) |
|
|
Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster) |
||||
|
|
06/01/2004 |
|||
|
|
|