Η
4η Διεθνής, ο πόλεμος και το «Πριν»
Του
Σάββα Μιχαήλ
Αυτό που οι αναθεωρητές της
Ιστορίας και απολογητές του
Ναζισμού ονόμασαν «ευρωπαϊκό
εμφύλιο πόλεμο 1917-1945» φαίνεται
ότι δεν έχει τελειώσει.
Παγκοσμιοποιήθηκε. Το ίδιο κι η
αναθεώρηση της Ιστορίας.
Οι τελετές με την ευκαιρία των 60
χρόνων από τη θριαμβευτική
είσοδο του Κόκκινου Στρατού στο
Βερολίνο και τη συντριβή του
Ναζισμού μετατράπηκαν από τον
διεθνή ιμπεριαλισμό με
επικεφαλής τον παρανοϊκό,
μικρονοϊκό οικοδεσπότη του
μαύρου Λευκού Οίκου Τζωρτζ Μπους
τον Μικρό σε μια τεράστια
επιχείρηση, όχι απλώς
αναθεώρησης αλλά αναστροφής της
Ιστορίας. Με αμερικανοκίνητους
προβοκάτορες τα αντιδραστικά
παλινορθωτικά καθεστώτα των
Βαλτικών χωρών και της Γεωργίας -της
«μητέρας όλων των πορτοκαλί (αντ)επαναστάσεων»-
ο κομμουνισμός κι η χώρα του
Οκτώβρη που έσωσε τον κόσμο από
τον φασισμό αναγορεύτηκαν σε
εχθρούς της ανθρωπότητας, ενώ με
επίσημη κρατική πρωτοβουλία
μνημεία προς τιμή των ταξιαρχιών
των SS υψώθηκαν στην Εσθονία.
Οι πιο ένθερμοι εξολοθρευτές εκατομμυρίων Εβραίων
αναγορεύτηκαν σε ήρωες με τις
ευλογίες του κατά τα άλλα
προστάτη του σιωνιστικού Ισραήλ
Μπους!
Με οικοδεσπότη τον «πατριώτη»
Πούτιν, το ιστορικό κέντρο της
Μόσχας μετατράπηκε, τις μέρες
των τελετών, για χάρη των «υψηλών
προσκεκλημένων» ιμπεριαλιστών
ηγετών, σε «πράσινη ζώνη», όπως
με πικρό σαρκασμό την ονόμασαν
οι Μοσχοβίτες, παραπέμποντας στο
κέντρο της κατεχόμενης Βαγδάτης
όπου μόνο Αμερικανοί
κυκλοφορούν. Η δουλοφροσύνη του
ηγέτη του Κρεμλίνου δεν εμπόδισε
τον Μπους να πάει στη Γεωργία να
χορέψει σαν βόδι του Τέξας σε
γεωργιανούς ρυθμούς,
στηρίζοντας την όλη εκστρατεία «πορτοκαλί»
περικύκλωσης της Ρωσίας που
απειλείται πλέον με διάλυση για
να μην ξανασηκώσει ποτέ κεφάλι
στους υπερατλαντικούς
Κυρίαρχους. Ο κύκλος του Αίματος
που άρχισε με την κατάρρευση του
σάπιου ως το μεδούλι σταλινισμού
το 1989-91 και την έναρξη της
παλινορθωτικής αντεπανάστασης,
πρέπει να κλείσει τώρα, να
ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις
επείγουσες ανάγκες και τις
επιθυμίες του ιμπεριαλισμού.
Το αν θα το πετύχει είναι μια
άλλη ιστορία. Γι’ αυτό κι η τόση
ένταση σήμερα στην αναθεώρηση
της Ιστορίας. Επίκεντρο, τώρα
έγινε ο ίδιος ο τελευταίος
παγκόσμιος πόλεμος, ο ρόλος της
ΕΣΣΔ σ’ αυτόν, η έκβαση του
πολέμου, τα αποτελέσματά του.
Από μια άποψη, όντως, η ιστορική
αλήθεια για τον πόλεμο γίνεται
εξαιρετικά επίκαιρη και
πολιτικά εκρηκτική, καθώς όλες
οι μεταπολεμικές ισορροπίες
έχουν ανατραπεί, ο βασικός
παράγοντας που νίκησε τον
φασισμό, η Σοβιετική Ένωση, έχει
διαλυθεί κι οι ιμπεριαλιστές
συγκρούονται για το ποιος θα
ελέγξει το κενό που άφησε και,
συνεπώς, τον χαοτικό
μεταψυχροπολεμικό κόσμο.
Στη σύγκρουση για την ιστορική
αλήθεια για τον πόλεμο
εμφανίζονται δύο αντίθετα
στρατόπεδα που και τα δύο, όμως,
την διαστρεβλώνουν. Από τη μια,
οι αναθεωρητές-απολογητές του
ιμπεριαλισμού, μαζί και του
φασισμού, όσο κι αν δεν το
ομολογούν στη Δύση (στη Βαλτική
το λένε απερίφραστα). Από την
άλλη, οι νοσταλγοί κι οι
απολογητές του σταλινισμού, τον
οποίο ανιστόρητα τον θεωρούν
πέραν παντός ψόγου για το ρόλο
που έπαιξε στην πορεία, τη
διεξαγωγή του πολέμου και στην
έκβασή του. Στη δεύτερη
κατηγορία οφείλουμε να κάνουμε
μια διάκριση ουσιαστική: άλλο
πράγμα είναι η εντελώς κατανοητή
νοσταλγία που νοιώθουν οι πρώην
Σοβιετικοί πολίτες για τη
Σοβιετική Ένωση, όταν την
συγκρίνουν, ακόμα και στην
σταλινική της περίοδο, με την
σημερινή ανήκουστη αθλιότητα
και μισο-αποικιακή έκπτωση της
μετασοβιετικής Ρωσίας και του
όλου πρώην σοβιετικού χώρου, κι
εντελώς άλλο πράγμα είναι οι
ανακυκλωμένοι σταλινικοί των
δυτικών κι άλλων καπιταλιστικών
χωρών που νοσταλγούν την παλιά
προνομιούχα σχέση τους με μια
γραφειοκρατική κρατική εξουσία
που χαντάκωσε τη χώρα του
Οκτώβρη και το παγκόσμιο
κομμουνιστικό κίνημα. Άλλο
πράγμα όσοι Σοβιετικοί,
βετεράνοι και παιδιά βετεράνων
του αντιφασιστικού πολέμου,
νοιώθουν δίκαια περηφάνια για το
ρόλο και τις θυσίες των λαών της
ΕΣΣΔ στην υπεράσπιση της
σοσιαλιστικής πατρίδας κι
εντελώς άλλο όσοι νοσταλγούν
υπερταξικές «λαϊκομετωπικές»
ενότητες «αντιφασιστικού» τύπου
και βρίσκουν άψογη την όλη
στρατηγική και τακτική που
ακολούθησε το Κρεμλίνο και τα ΚΚ
στη διάρκεια του δευτέρου
παγκόσμιου πολέμου.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν
πολλοί παλαιοσταλινικοί,
νεοσταλινικοί ή και
σταλινίζοντες στην Ελλάδα. Δεν
είναι έκπληξη να τους
συναντήσεις στο Περισσό και τον
«Ριζοσπάστη», ή και στην
Κουμουνδούρου και στην «Αυγή».
Αποτελεί, όμως, δυσάρεστη
έκπληξη όταν τις απόψεις τους
απηχούν άρθρα σε φιλική
εφημερίδα της ριζοσπαστικής
Αριστεράς και του ΝΑΡ, στο «Πριν».
Στο φύλλο της 8ης Μαΐου, το «Πριν»
δημοσιεύει εκτενές αφιέρωμα στα
«60 χρόνια της αντιφασιστικής
νίκης» με ποικίλα άρθρα ποικίλου
ενδιαφέροντος, συχνά με
αξιόλογες παρατηρήσεις, ακόμα
πιο συχνά με αντιφατικές μεταξύ
τους εκτιμήσεις για το ρόλο λ.χ.
του Στάλιν και του σταλινισμού,
από την αρνητική κριτική που
ασκεί στο άρθρο του ο Γ. Ελαφρός
ως τη θετική τελετουργική
επίκληση της γνωστής ρητορικής
φράσης «Η Σοβιετική Ένωση με
επικεφαλής το Ιωσήφ
Βησαριόνοβιτς Στάλιν κλπ. κλπ.»
από τον Θ. Κάππο. Πολλά θα
μπορούσε να παρατηρήσει κανείς.
Θα επικεντρώσουμε την προσοχή
μας στο άρθρο του Κώστα Μάρκου,
μια και μας αφορά εντελώς άμεσα:
περιέχει μια απροκάλυπτη
επίθεση στην Τέταρτη Διεθνή
και το Μεταβατικό της Πρόγραμμα,
απ’ αυτές που δεν μας είχε
συνηθίσει μέχρι τώρα η εφημερίδα
του ΝΑΡ.
Η χιλιοστή πρώτη επίθεση στον
ιστορικό ρόλο του τροτσκιστικού
κινήματος δεν πολυδιαφέρει σε
ποιότητα από άλλες που έχουν
προηγηθεί, ιδιαίτερα στα χρόνια
της σταλινικής παντοδυναμίας,
και σήμερα θα έλεγε κανείς ότι
πιθανόν θα έπρεπε να αγνοηθεί.
Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο
για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, η επίθεση αφορά το ίδιο
το ζήτημα της Διεθνούς για την
επανίδρυση της οποίας, στις
σύγχρονες συνθήκες του 21ου αιώνα,
παλεύει το ΕΕΚ. Αφορά, λοιπόν τις
ίδιες τις ιστορικές ρίζες και το
λόγο ύπαρξης του Τροτσκισμού και
του ΕΕΚ και θα ήταν εγκατάλειψη
των αρχών μας
να την αποσιωπήσουμε επειδή
προέρχεται, υποτίθεται, από
φιλικό συγγραφέα και από σύμμαχο
χώρο. Δεν έχουμε σκοπό να
αυτοδιαλυθούμε για λογαριασμό
οποιασδήποτε συμμαχίας.
Δεύτερον: καθώς η συζήτηση στα
μεγάλα πολιτικά, στρατηγικά,
προγραμματικά και ιστορικά
ζητήματα του κινήματος μόλις
εγκαινιάστηκε με την συζήτηση
των δυνάμεων που ενδιαφέρονται
για τη συγκρότηση ενός Μετώπου-Πόλου
της επαναστατικής Αριστεράς
στις 13-14 Μαΐου στο Πολυτεχνείο, η
ανάγκη πολιτικής και θεωρητικής
σαφήνειας σε ζητήματα αρχών
είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ
άνευ για τον επαναστατικό
προσανατολισμό του κινήματος σε
μια κρίσιμη συγκυρία αλλά και
για την ευόδωση του ίδιου του
μετωπικού εγχειρήματος.
Τελευταίο αλλά όχι έσχατο : η
συζήτηση για τον δεύτερο
παγκόσμιο πόλεμο και τα
αποτελέσματά του, μαζί και για
την αντιμετώπιση του φασισμού
από τον σταλινισμό και τον
τροτσκισμό πριν το πόλεμο και
στη διάρκειά του, όντως
εμπεριέχει στρατηγικά ζητήματα,
ζωτικά για το εργατικό-λαϊκό
επαναστατικό κίνημα σήμερα. Την
επικαιρότητά τους δείχνουν, εκ
του αντιθέτου, κι οι αντιδράσεις
των ιμπεριαλιστών στην 60η
επέτειο της Μέρας της Νίκης του
Κόκκινου Στρατού κατά του
Ναζισμού, όπως προαναφέρθηκε.
Ιστορικές αβλεψίες και τυφλή κηλίδα
Ο Κώστας Μάρκου (Κ.Μ. εφεξής),
μιλώντας για την ανάπτυξη της
αντιφασιστικής αντίστασης στην
Ελλάδα υπό την ηγεσία του ΚΚΕ και
την ήττα της το 1944, καταλήγει
παραπέμποντας στην αντίθεση της
στρατηγικής και της τακτικής της
3ης και της 4ης Διεθνούς απέναντι
στο φασισμό και ρίχνοντας
συλλήβδην και τις δυο Διεθνείς
στον περίφημο σκουπιδοτενεκέ
της Ιστορίας -ή της προσωπικής
του μυθολογίας. Το συμπέρασμά
του είναι το εξής :
«Η βαθύτερη αιτία για όλα αυτά
που οδήγησαν στην ήττα και το 1944
δεν οφείλεται σε κάποια «λάθη
στην εφαρμογή της τακτικής» ούτε
απλά στη «λάθος στρατηγική».
Οφείλεται και στα δύο. Η πολιτική
«των δύο σταδίων της επερχόμενης
επανάστασης στην Ελλάδα της Γ΄
Διεθνούς συσκότισε τόσο την
στρατηγική και την τακτική, όσο
και τη σύνδεσή τους. Από τη μια
υποβάθμισε και υπέταξε τη
στρατηγική στην αντιφασιστική
πάλη και από την άλλη
αποδυνάμωσε την τακτική από το
ταξικό της περιεχόμενο. Στον
αντίποδα, η Δ' Διεθνής, που
παρουσίασε το «Μεταβατικό
Πρόγραμμα» το 1939, απέτυχε πλήρως
στο να επηρεάσει τα γεγονότα, με
αποτέλεσμα να διαλυθεί και
μεγάλα κομμάτια της να παίξουν
αντιδραστικό ιστορικά ρόλο. Στο
«μεταβατικό πρόγραμμα» ενώ
μεγαλοφυώς αναγνωρίζεται ότι
δεν μπορεί να υπάρξει «μίνιμουμ»
και «μάξιμουμ» πρόγραμμα στο
στάδιο του ιμπεριαλισμού, και
ενώ αναζητείται μια «γέφυρα» από
το τότε «σήμερα» με το «αύριο»
της επαναστατικής διαδικασίας,
υποβαθμίζεται καίρια η πάλη
ενάντια στο φασισμό. Η αναγκαία
αντιφασιστική τακτική
κατακερματίζεται σε επιμέρους,
εξαιρετικά σωστά προγράμματα
πάλης, που δεν συγκροτούν όμως
ενιαίο πολιτικό πλαίσιο.»
Μια προσεκτική ανάγνωση του
όλου άρθρου δείχνει ότι, παρά την
τελεσίδικη διπλή καταδικαστική
απόφαση, ο
αρθρογράφος δεν τηρεί καν ίσες
αποστάσεις ανάμεσα σε
τροτσκισμό και σταλινισμό, που
τάχα «βλάπτουν κι οι δύο τους την
Συρία το ίδιο».
Οι ύμνοι στο ΚΚΕ για την «εξαιρετικά
πολύτιμη και πρωτότυπη συμβολή
στο διεθνή αντιφασιστικό αγώνα
του 1940-1945» και την αντιφασιστική
νίκη δεν περιορίζονται στα
ηρωικά μέλη του και τη λαϊκή βάση
του ΕΑΜ. Η θετική στάση
επεκτείνεται και προς στην
ηγεσία, στον ίδιο τον Νίκο
Ζαχαριάδη για το γράμμα του από
τις φυλακές για συμμετοχή στον
πόλεμο του 1940 και γίνεται
απολογητική της στρατηγικής
στροφής που επέβαλε
γραφειοκρατικά η σταλινική
Κομιντέρν στην περιβόητη 6η
Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1934,
όπου, κατά τον Κ.Μ. πάντα, «με μια
δραματική και προφητική
διαπίστωση το ΚΚΕ εκτιμά ότι η
αντιφασιστική πάλη «αποτελεί
ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον
καταπιεζόμενο λαό».
Ο Κ.Μ. διαχωρίζει αυθαίρετα την
στρατηγική στροφή του 1934 από το «παλλαϊκό
μέτωπο» με μερίδες της αστικής
τάξης το 1935 και το επαίσχυντο «Σύμφωνο
Σοφούλη –Σκλάβαινα», που
φαίνονται να είναι απλώς
παλινωδίες κι αντιφάσεις ενός
κατά τα άλλα επαναστατικού
προσανατολισμού. Μια και «αλήθεια
είναι ό,τι φέρνει αποτελέσματα»,
όπως λέει ο πραγματισμός, η «νέα
πολιτική γραμμή του ΚΚΕ φέρνει
πολύ γρήγορα αποτελέσματα» και
το μαζικοποιεί. Αντίθετα, «οι δύο
κύριες συνιστώσες της Δ΄
Διεθνούς, οι Αρχειομαρξιστές και
οι Τροτσκιστές αδυνατούν να
καρπωθούν από την άνοδο του
κινήματος. Παρά το γεγονός ότι ο
Π. Πουλιόπουλος θέτει σωστά τα
βασικά προβλήματα και τη φύση
του φασισμού ως αποτέλεσμα ενός
«ιμπεριαλισμού που σαπίζει»,
αδυνατεί να εκπονήσει μια
συγκεκριμένη τακτική ενώ οι
Αρχειομαρξιστές, εγκλωβισμένοι
σε μια λογική ατελείωτης
θεωρητικής προετοιμασίας
αποδεκατίζονται και δεν
επηρεάζουν τα γεγονότα». Εξάλλου,
κατά τον Κ.Μ., όχι μόνο οι εν
Ελλάδι εκπρόσωποί της αλλά
συνολικά η Δ΄ Διεθνής
αποτυγχάνει «να επηρεάσει τα
γεγονότα» και άρα, σύμφωνα με το
πραγματιστικό κριτήριο, έχει
λάθος πρόγραμμα και
προσανατολισμό...
Πριν προχωρήσουμε ας
αποκαταστήσουμε ορισμένα
ιστορικά πραγματολογικά
στοιχεία που ο Κ.Μ. τα
αντιμετωπίζει με την πιο
αβάσταχτη ελαφρότητα, βγάζοντας
βαρύτατες καταδικαστικές
κρίσεις.
Στη δεκαετία του ’30, στην
περίοδο για την οποία μιλάει ο Κ.Μ.,
ΔΕΝ ήταν «οι δύο κύριες
συνιστώσες της Δ' Διεθνούς» στην
Ελλάδα «οι Αρχειομαρξιστές και
οι Τροτσκιστές» γιατί
απλούστατα οι Αρχειομαρξιστές
διασπαστήκανε το 1933-34 ακριβώς
πάνω στο ζήτημα της ανάγκης μιας
νέας, Τέταρτης Διεθνούς κι όσοι
διατήρησαν το όνομα αυτό, υπό την
ηγεσία του Δημήτρη Γιωτόπουλου
ήρθανε σε ρήξη με τον Τρότσκυ και
το τεταρτοδιεθνιστικό κίνημα κι
ακολούθησαν ανεξάρτητο πολιτικό
δρόμο. Ο Κ.Μ. τους αποδίδει «λογική
ατελείωτης θεωρητικής
προετοιμασίας», μεταφέροντας
στη δεκαετία του ’30 και
κατηγορώντας τους
αρχειομαρξιστές για την παλιά
θέση που είχαν στις αρχές της δεκαετίας του ’20,
πριν καν συνδεθούν με τον
Τρότσκυ και τη Διεθνή Αριστερή
Αντιπολίτευση, όταν λέγανε ότι
λόγω της τεράστιας πολιτισμικής
καθυστέρησης της Ελλάδας το
νεαρότατο και εν πολλοίς
αναλφάβητο προλεταριάτο
χρειάζεται «πρώτα μόρφωση και
μετά δράση». Το 1926-27, οι
αρχειομαρξιστές
εγκατέλειψαν αυτή τη θέση,
στράφηκαν στο μαζικό
συνδικαλιστικό κίνημα και
γίνανε ηγεσία για μια περίοδο σε
σημαντικούς ταξικούς αγώνες και
σε πάμπολλα
σωματεία σε όλη τη χώρα. Ακόμα
παραπέρα : οι αρχειομαρξιστές
στη διάρκεια της Κατοχής, σε
αντίθεση με τις περισσότερες
άλλες τροτσκιστικές ομάδες
συμμετείχαν στην ένοπλη
αντιφασιστική αντίσταση. Το
αντάρτικό τους στην
Αιτωλοακαρνανία εξοντώθηκε από
την σταλινική ΟΠΛΑ ενώ οι
αρχειομαρξιστές αντάρτες στη
περιοχή του Ολύμπου διασώθηκαν
λόγω της άρνησης του «κόκκινου
ταγματάρχη» Μπακιρτζή να
εκτελέσει τις σταλινικές
εντολές για την εξόντωσή τους.
Όσον αφορά πάλι τον Πουλιόπουλο,
ο Κ.Μ. προφανώς αγνοεί την
λεπτομερέστατα επεξεργασμένη
και πάνω σε αρχές τακτική που
είχε προτείνει ο παλιός γενικός
γραμματέας του ΚΚΕ και ιστορικός
ηγέτης του τροτσκισμού για την
επέμβαση στον πόλεμο του 1940 και
που συνδυάζει την αντιφασιστική
με την αντιπολεμική πάλη, την
ευαισθησία στις ανάγκες και στο
«πατριωτισμό» των λαϊκών μαζών
με τον προλεταριακό διεθνισμό,
παραμένοντας πάντα στο
ανεξάρτητο πολιτικά ταξικό
έδαφος του προλεταριάτου και
στους αντίποδες του
σοσιαλεθνικισμού του Ζαχαριάδη.
Τα κείμενα αυτά του Πουλιόπουλου
έχουν επανεκδοθεί στη
Μεταπολίτευση και είναι στη
διάθεση του καθενός, μαζί και
εκείνων που βιάζονται να
καταδικάσουν χωρίς ιστορική
τεκμηρίωση τους τροτσκιστές.
Μια ακόμα ιστορική «αβλεψία»
του Κ.Μ.: η Τέταρτη Διεθνής δεν
παρουσίασε το Μεταβατικό της
Πρόγραμμα «το 1939» αλλά το ψήφισε
στο ιδρυτικό της Συνέδριο ένα
χρόνο πριν, το 1938, αφού πρώτα είχε
μεσολαβήσει πολύχρονη
επεξεργασία και συζήτηση. Κάτι
ακόμα: η αναγνώριση «ότι δεν
μπορεί να υπάρξει ‘μίνιμουμ’
και ‘μάξιμουμ’ πρόγραμμα στο
στάδιο του ιμπεριαλισμού» που ο
Κ.Μ. γενναιόδωρα θεωρεί ότι «μεγαλοφυώς»
συλλαμβάνεται στο Μεταβατικό
Πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς,
είχε ήδη αναγνωριστεί στο 1ο
Συνέδριο της Κομμουνιστικής
Διεθνούς το 1919 κι
αντιπαρατάχτηκε από τον Λένιν
ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία
της Β΄ Διεθνούς. Ο Τρότσκυ στο
Μεταβατικό Πρόγραμμα αυτό που
κάνει είναι να διασώζει τα
σημαντικότερα μαθήματα
στρατηγικής και τακτικής από τα
πρώτα συνέδρια της
Κομμουνιστικής Διεθνούς και
ταυτόχρονα να τα αναπτύσσει και
να τα ξεπερνά σε μια βαθύτερη
αντίληψη της φύσης της
μεταβατικής εποχής της
ιμπεριαλιστικής παρακμής.
Τα παραπάνω μήπως είναι απλώς
άγνοια, ιστορικές αβλεψίες,
λαθάκια σε ένα κατά άλλα πολύ
φιλόδοξο άρθρο; Η άγνοια δεν
είναι επιχείρημα. Οι ιστορικές
πάλι αβλεψίες, στην
επαναληπτικότητά τους, δείχνουν
μάλλον την τυφλή κηλίδα του
πολιτικού αμφιβληστροειδούς
ορισμένων. Γι’ αυτούς η
ορατότητα του ιστορικού τοπίου
χάνεται στο σημείο όπου
εμφανίζεται η σύγκρουση της
αριστερής πτέρυγας του
μπολσεβικισμού με την
γραφειοκρατία που επικράτησε
και τελικά έπνιξε την Σοβιετική
Ένωση.
Από μιαν άποψη, δεν προκαλεί
έκπληξη ότι επί δεκαπέντε χρόνια
ο Περισσός π.χ. αδυνατεί μέχρι
τώρα να παρουσιάσει στα ίδια τα
μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ μια
επαρκή ερμηνεία για τα αίτια της
κατάρρευσης του «υπαρκτού
σοσιαλισμού», πέρα από
συνωμοσιολογίες κι απολογητική
του σταλινισμού. Γιατί, όμως, στο
χώρο εκείνων των δυνάμεων που
πριν δεκαπέντε χρόνια, επίσης,
ήρθαν σε
ρήξη από τα αριστερά με τον
σταλινισμό να επικρατεί μια
τέτοια σύγχυση, ώστε να
εμφανίζονται τώρα ακόμα και
στοιχεία παλινδρόμησης κι
εξωραϊσμού του
καταδικασμένου ιστορικού
παρελθόντος;
Φασισμός και Διεθνής
Δεν μπορείς να κάνεις ζαβολιές
με την Ιστορία, προειδοποιούσε ο
Τρότσκυ στη Σταλινική σχολή της
πλαστογραφίας. Δεν μπορείς να
παίζεις κρυφτό μαζί της ούτε να
την ξαναγράφεις όπως σε βολεύει.
Ο Κ.Μ., δυστυχώς, δεν έλαβε σοβαρά
υπόψη του αυτή την προειδοποίηση.
Συγκρίνει και κρίνει την Τρίτη
και την Τέταρτη Διεθνή σα να
ήτανε μόνο δυο άσαρκες
αντιλήψεις περί στρατηγικής και
τακτικής, απορριπτέες μεν και οι
δύο αλλά όχι εξίσου -η
τριτοδιεθνιστική αντίληψη «επηρέασε
τα γεγονότα» κατά τον Κ.Μ. και
βρίσκεται άρα σε κάπως ορθότερη κατεύθυνση. Δεν
αναρωτιέται, όμως,
πρώτα-πρώτα ποια ήταν η
ιστορική σχέση τους με την
άνοδο του φασισμού στην εξουσία
που πυροδότησε και τον πόλεμο;
Ήταν οι
συνθήκες παρατεταμένης
παγκόσμιας καπιταλιστικής
κρίσης και ταυτόχρονα
υποχώρησης και ήττας της
παγκόσμιας επανάστασης στην
Ευρώπη και την Κίνα που άφησαν το
καθημαγμένο πρώτο σοβιετικό
εργατικό κράτος απομονωμένο, με
την γραφειοκρατική γάγγραινα να
αναπτύσσεται στις πληγές του.
Γέννημα της πίεσης του
ιμπεριαλισμού πάνω στην
απομονωμένη Σοβιετική Ένωση,
γέννημα των ηττών η σταλινική
γραφειοκρατία έγινε και ο
τροφοδότης των ηττών, η
τροχοπέδη της σοσιαλιστικής
επανάστασης. Η τυχοδιωκτική
σταλινική πολιτική της «τρίτης
περιόδου» διέσπασε το εργατικό
κίνημα στη Γερμανία όπου κύριος
εχθρός ανακηρύχτηκε η
σοσιαλδημοκρατία, ο «σοσιαλφασισμός»,
και με το απίθανο ρητορικό σχήμα
«πρώτα ο Χίτλερ και μετά εμείς»,
το μεγαλύτερο ΚΚ
έξω από την ΕΣΣΔ και μαζί του
η ισχυρότερη εργατική τάξη της
Ευρώπης οδηγήθηκαν στην πιο
κολοσσιαία ήττα της Ιστορίας με
την άνοδο του Χίτλερ στην
εξουσία το 1933.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα της
ανόδου του φασισμού ο Τρότσκυ
και η Διεθνής Αντιπολίτευση
αναλύανε σε βάθος το φασιστικό
φαινόμενο, το παλέψανε και
αντιπρότειναν την ανάγκη του
Ενιαίου ταξικού Μετώπου. Το να
χρεώνεις στον Τρότσκυ και στο
κίνημά του «υποτίμηση του
φασισμού» και «υποβάθμιση της
αντιφασιστικής πάλης» δεν είναι
απλώς άγνοια αλλά Ύβρις.
Η άρνηση της Κομμουνιστικής
Διεθνούς και του ηγετικού της
κόμματος στην ΕΣΣΔ να βγάλουν τα
κριτικά συμπεράσματα για την
ολέθρια πολιτική τους μετά την
ήττα του 1933, αντίθετα η εμμονή να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα,
ήταν η κρίσιμη ιστορική απόδειξη
για τον Τρότσκυ και την Διεθνή
Αριστερή Αντιπολίτευση που
μέχρι τότε παλεύανε για να
διορθώσουν την πολιτική και να
μεταρρυθμίσουν την Κομιντέρν
και τα ΚΚ ότι δεν υπάρχουν πια
τέτοια περιθώρια διόρθωσης κι
ότι είναι ανάγκη να οικοδομηθούν
νέα επαναστατικά εργατικά
κόμματα και μια νέα Διεθνής, η
Τέταρτη Διεθνής.
Το καθήκον της ίδρυσης της
Διεθνούς γινότανε εξαιρετικά
επιτακτικό κι επείγον γιατί,
όπως προφητικά ο Τρότσκυ
προανάγγειλε η κατολίσθηση σε
ένα δεύτερο παγκόσμιο πολεμικό
μακελειό γινότανε αναπόφευκτη
μετά την επικράτηση των Ναζί
στην Γερμανία. Ο σταλινισμός,
αντίθετα, έκανε μια πανικόβλητη
στροφή στο «Λαϊκό Μέτωπο» με
μερίδες της αστικής τάξης που
οδήγησε στην ήττα της Ισπανικής
Επανάστασης και της
επαναστατικής κατάστασης στη
Γαλλία του 1936. Το 7ο
Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς
το 1935 που επικυρώνει τη στροφή
είναι και το τελευταίο της -το «Συνέδριο
της Διάλυσης», όπως πάλι
προφητικά ο Τρότσκυ το ονόμασε,
πολύ πριν γίνει και η τυπική
αυτοδιάλυση της Κομιντέρν το 1943.
Οι αναλύσεις του Τρότσκυ και των
συντρόφων του εκείνης της
κρισιμότατης περιόδου για τη
φύση του φασισμού, για τον
παγκόσμιο πόλεμο που έρχονταν,
για την ταξική φύση του
σοβιετικού κράτους και το
επαναστατικό καθήκον της
υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ενάντια
στον ιμπεριαλισμό, για τα «Λαϊκά
Μέτωπα», για τις προοπτικές της
παγκόσμιας επανάστασης σε
μητροπολιτικές και αποικιακές
χώρες, για την οργάνωση της
πρωτοπορίας σε ένα Παγκόσμιο
Κόμμα της σοσιαλιστικής
επανάστασης, για τον
επανεξοπλισμό αυτής της
πρωτοπορίας με την διαλεκτική
μέθοδο και ένα Μεταβατικό
Πρόγραμμα βασισμένο στις
βαθύτερες τάσεις της εποχής της
καπιταλιστικής παρακμής και της
κρίσης του ανθρώπινου
πολιτισμού αποτελούν ζωτικές
κατακτήσεις του Μαρξισμού που
δεν μπορεί κανείς επαναστάτης
σήμερα να τις αγνοήσει ή να τις
παρακάμψει, ισχυριζόμενος
μάλιστα ότι «δεν συνιστούν
ενιαίο πολιτικό πλαίσιο»…
Πόλεμος και Διεθνής
«Επηρέασαν τα γεγονότα», όμως;
Δεν είναι η πράξη το κριτήριο της
αλήθειας; Η τελευταία αυτή
βασική αρχή του διαλεκτικού
υλισμού δεν έχει τίποτα το κοινό
με την πραγματιστική αντίληψη
της αποτελεσματικότητας και του
«επηρεασμού των γεγονότων».
Είναι η πράξη στην ολότητα των
διαστάσεών της μέσα στην Ιστορία
που αποτελεί κριτήριο της
αλήθειας κι όχι η άμεση
εμπειρική αποτελεσματικότητα σε
ένα περιορισμένο πεδίο σε μια
περιορισμένη φάση της εξέλιξης.
Δεν είναι τυχαίο ότι με το ίδιο
πραγματιστικό κριτήριο οι
διάφοροι Φουκουγιάμα
θριαμβολογούσαν μετά την
κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 και
πολλοί αριστεροί εγκατέλειπαν
κάθε σχέση με τον κομμουνισμό ή
βυθίζονταν σε μια αξεπέραστη
σύγχυση κι απόγνωση…
Αλλά ακόμα και σχετικά με τον
δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και
μόνο, πώς πέρασαν την δοκιμασία
του η
πολιτική και οι προγνώσεις της
Τρίτης Διεθνούς και της Τέταρτης
Διεθνούς; Η Τρίτη Διεθνής
διαλύθηκε για χάρη των
συνεργασιών ανάμεσα στο
Κρεμλίνο και τους
«Συμμάχους» ιμπεριαλιστές,
εν όψει της ανασυγκρότησης της
μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων
που θα εξασφάλιζε μια ισορροπία
ανάμεσα στα συμφέροντα όλων, στο
πνεύμα των συμφωνηθέντων στη
Τεχεράνη κι αργότερα στη Γιάλτα
και το Πότσδαμ. Αναμφίβολα
επεκτάθηκε στην Ανατολική
Ευρώπη η «ζώνη του προχώματος»
της ΕΣΣΔ -κι ενάντια στην
πολιτική του Στάλιν νίκησε η
Γιουγκοσλαβική και Κινεζική
Επανάσταση. Κερδήθηκαν μερικές
δεκαετίες ζωής στο
γραφειοκρατικό σύστημα του «υπαρκτού
σοσιαλισμού» αλλά χάθηκε η
δυνατότητα να αλλάξει κοινωνικό
σύστημα η ερειπωμένη Ευρώπη με
την ορμητική άνοδο των αριστερών
φιλοσοβιετικών κινημάτων
αντίστασης που με τις θυσίες και
τους αγώνες τους μαζί με τον
Κόκκινο Στρατό είχαν νικήσει τον
φασισμό. Σε μια πιο
μακροπρόθεσμη προοπτική, το
μέλλον της ίδιας της Σοβιετικής
Ένωσης που ήταν αλληλένδετο με
τη νίκης της σοσιαλιστικής
επανάστασης στη Δύση
υπονομεύτηκε, στο βωμό της
γεωπολιτικής των κρατικών
συμφερόντων και της ταξικής
συνεργασίας με τους
ιμπεριαλιστές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το τέλος
του πολέμου ισοδυναμεί με «αντιφασιστική
νίκη και εργατική ήττα», όπως
διαβάσαμε αλλού στο ίδιο
αφιέρωμα του «Πριν». Η ευρωπαϊκή
κι η διεθνής εργατική τάξη, παρά
την επιμέρους ήττα της ελληνικής
εργατικής τάξης, αναδύθηκε με
ανανεωμένο κι ισχυροποιημένο το
δυναμικό της που είχε στην
προηγούμενη προπολεμική
δεκαετία. Ο
ανίκητος αυτός χαρακτήρας του
ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος
θα βαρύνει στους ταξικούς
συσχετισμούς στην Ευρώπη και τον
κόσμο μέχρι αυτή τη στιγμή.
Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού
μέχρι το Βερολίνο κι ο θρίαμβός
του θα ήταν αδύνατος χωρίς την
κινητήρια δύναμή του που δεν
ήταν άλλη από την ίδια την
Οκτωβριανή σοσιαλιστική
επανάσταση, όσες στρεβλώσεις και
πληγές και να είχε ανοίξει η
σταλινική γραφειοκρατία κι οι
εκκαθαρίσεις της σταλινικής
περιόδου. Τα
εκατομμύρια των Σοβιετικών
ανθρώπων που πάλεψαν και χύσανε
το αίμα τους δεν θυσιάστηκαν για
να πετύχουν την «υπεράσπιση και
την εδραίωση της αστικής
δημοκρατίας» ενάντια στον
φασισμό, όπως άστοχα λέγεται στο
εισαγωγικό άρθρο στο αφιέρωμα
του «Πριν», αλλά για την
σοσιαλιστική πατρίδα. Είναι
αδύνατο να ερμηνεύσεις τις
επιτυχίες της ΕΣΣΔ στο πόλεμο
κατά του φασισμού και το
γιγάντιο κύμα ενθουσιασμού και
φιλοσοβιετικής συμπαράστασης
που ξεσήκωσε σε όλη την
κατεχόμενη και αντιστεκόμενη
Ευρώπη η νίκη στο Στάλινγκραντ
κι η μάχη του Κουρσκ, μένοντας
προσκολλημένος σε μια λαθεμένη,
αντιμαρξιστική αντίληψη ότι η
Σοβιετική Ένωση ήταν κι αυτή ένα
εκμεταλλευτικό κράτος, ένας «κρατικός
καπιταλισμός» κι ότι υπήρξε «τελική
ήττα του επαναστατικού κύματος
του Οκτώβρη» από τα τέλη τη
δεκαετίας του ’20…
Ήταν για να αναχαιτιστεί η
κοινωνική επαναστατική απειλή
που αντιπροσώπευε για τον
καπιταλισμό η εργατική τάξη κι
οι ριζοσπαστικοποιημένες ή και
ένοπλες λαϊκές μάζες της Ευρώπης
που έγιναν ιστορικές κοινωνικές
παραχωρήσεις και θεσμοποιήθηκε
στις συμφωνίες του Μπρέττον
Γουντς το 1944 το κεϋνσιανό
πλαίσιο της μεταπολεμικής
παρατεταμένης άνθησης και του «Κράτους
Πρόνοιας». Πολιτική προϋπόθεση,
όμως, για την ανοικοδόμηση και
την επέκταση του καπιταλισμού
ήταν η πολιτική της ταξικής
συνεργασίας στο πνεύμα της
Γιάλτας, ο αφοπλισμός των
αντάρτικων στη Γαλλία και την
Ιταλία, η συντριβή του στην
Ελλάδα, ο σχηματισμός των «εθνικών»
κυβερνήσεων Ντε Γκωλ - Τορέζ και
Μπαντόλιο - Τολιάτι, ο χωρισμός
σε ζώνες επιρροής κ.λ.π.
Η πρόγνωση του Τρότσκυ και της
Τέταρτης Διεθνούς ήταν ότι μέσα
στις καταστροφές του δευτέρου
παγκόσμιου πολέμου θα γεννηθούν
πάλι οι δυνάμεις ενός νέου
διεθνούς επαναστατικού κύματος.
Ο Τρότσκυ, μάλιστα, προέβλεψε
ρητά ότι
κάτι τέτοιο θα συμβεί με την
ανάπτυξη της αντικατοχικής
αντιφασιστικής αντίστασης στη
ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη και
προέτρεψε τις νεαρές δυνάμεις
της νεοϊδρυμένης Διεθνούς να
ετοιμαστούν γι’ αυτό. Πολλές
οργανώσεις το επιχείρησαν με
όλες τους τις λιγοστές δυνάμεις
και πρωτοφανή ηρωισμό και παρά
τους εξοντωτικούς διωγμούς που
δεχόντανε συνδυασμένα από τους
φασίστες και δημοκράτες
ιμπεριαλιστές και τη σταλινική
Γκεπεού.
Ο Κ.Μ. γενικεύει ανιστόρητα την
περίπτωση του σεχταρισμού των
περισσότερων ελληνικών
τροτσκιστικών οργανώσεων τον
καιρό της Κατοχής, επικαλούμενος
μάλιστα το βιβλίο του συντρόφου
μας Θόδωρου Κουτσουμπού Πόλεμος
των Χωρικών και Κοινωνική
Επανάσταση - Ελλάδα 1941-1945.
Μια τέτοια ανάγνωση είναι
μάλλον μια επιλεκτική και
διαγώνια παρανάγνωση. Το ηγετικό
στέλεχος του ΕΕΚ, στο σημαντικό
βιβλίο του, επεξεργάζεται κι
αναπτύσσει παραπέρα μια δουλειά
που άρχισε στην οργάνωσή μας, από
τα χρόνια της χούντας και στη
Μεταπολίτευση, καθώς ολοένα πιο
καθαρά βλέπαμε στην Αντίσταση
και στον εμφύλιο πόλεμο την
ελληνική σοσιαλιστική
επανάσταση του
1941-49, το δικό μας 1905, από το οποίο
έπρεπε να βγάλουμε συνολικά
μαθήματα μεθόδου, στρατηγικής,
προγράμματος και προοπτικών της
επανάστασης κι όχι να
περιοριστούμε απλώς σε μια
καταδίκη του ρόλου του
σταλινισμού ή και του
σεχταρισμού στους κόλπους του
τροτσκιστικού κινήματος. Ποτέ
και πουθενά το βιβλίο του σ. Θ.
Κουτσουμπού ειδικά και το ΕΕΚ
γενικά δεν χρησιμοποίησαν την
κριτική τους στις θέσεις των
Ελλήνων τροτσκιστών στην Κατοχή
σαν επιχείρημα αποκήρυξης του
Τροτσκισμού ή συγκάλυψης των
διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες
τροτσκιστές στην Kατοχή και μετά,
όχι για τις αδύνατες αλλά για τις
δυνατές, ταξικές πλευρές της
πολιτικής και της δράσης τους.
Η πρόγνωση του Τρότσκυ και της 4ης
Διεθνούς ότι ο δεύτερος
παγκόσμιος πόλεμος θα γεννούσε
ένα νέο κύμα επαναστάσεων
επαληθεύτηκε : η επανάσταση
θριαμβεύει στην Κίνα και τη
Γιουγκοσλαβία, η αποικιακή
επανάσταση αρχίζει διαλύοντας
τις ευρωπαϊκές αποικιοκρατίες,
στην ίδια την Ευρώπη, η κοινωνική
επανάσταση έρχεται αλλά
συγκρατείται, αναχαιτίζεται,
αλλά δεν συντρίβεται, όπως στο
μεσοπόλεμο, (με εξαίρεση την
Ελλάδα).
Το κύμα αυτό δεν ήταν η τυπική
επανάληψη της έκβασης του πρώτου
παγκόσμιου πολέμου, όπως θα
περίμεναν οι φορμαλιστές -γεγονός
που προκάλεσε μεγάλη σύγχυση και
οργανωτικά σχίσματα στη
μεταπολεμική περίοδο στην 4η
Διεθνή. Μια Διεθνή επαναστατικών
στελεχών που, επαναλαμβάνουμε,
αποδεκατίστηκαν στις παραμονές
και στη διάρκεια του πολέμου από
τους δήμιους του φασισμού, της
αστικής δημοκρατίας και του
σταλινισμού.
Η εξόντωση των τροτσκιστών
ηγετών που προέρχονταν από την
πρώτη επαναστατική περίοδο της
Κομμουνιστικής Διεθνούς και που
είχαν μαζική πείρα, το βάρος μιας
μακρόχρονης περιόδου ιστορικών
ηττών του επαναστατικού
κινήματος που καθόρισε και μέσα
στο εργατικό κίνημα ένα
δυσμενέστατο συσχετισμό
δυνάμεων σε βάρος των πιο
πρωτοπόρων μαρξιστικών
επαναστατικών στοιχείων, οι
κολοσσιαίες αντικειμενικές
πιέσεις αλλά και τα υποκειμενικά
λάθη μιας νεαρής κι απομονωμένης
πρωτοπορίας που έμενε
προσκολλημένη σε σχήματα και
αργούσε να ανανεώσει τα ίδια τα
μεθοδολογικά θεμέλια της
επαναστατικής διαλεκτικής, όπως
είχε επιμείνει
ο Τρότσκυ στην τελευταία
ιδεολογική μάχη της ζωής του
ενάντια στην αντιπολίτευση των
Μπάρναμ και Σάχτμαν : αυτοί είναι
ορισμένοι βασικοί λόγοι των
περιπλοκών που οδήγησαν στην
μεταπολεμική κρίση και τον
κατακερματισμό της 4ης Διεθνούς -που
όμως δεν έχουν καμιά σχέση με την
«ερμηνεία» που δίνει ο Κ.Μ. και
που ακούγεται σαν ηχώ παμπάλαιων
σταλινικών κατηγοριών : «..η Δ'
Διεθνής που παρουσίασε το ‘Μεταβατικό
Πρόγραμμα’ το 1939 [sic] απέτυχε
πλήρως να επηρεάσει τα γεγονότα,
με αποτέλεσμα να διαλυθεί και
μεγάλα κομμάτια της να παίξουν
αντιδραστικό ιστορικά ρόλο [ξανά
sic]»…
Αντί επιλόγου
Η αλήθεια της Ιστορίας δεν είναι
αντικείμενο πραγματιστικής
διευθέτησης, διπλωματικής
συμφωνίας ή ξεκαθαρίσματος
λογαριασμών. Αφορά την ίδια την
ταξική πάλη και τον επαναστατικό
της προσανατολισμό. Απ’ αυτή την
άποψη το ΕΕΚ θεωρεί καλόδεχτη
κάθε καλόπιστη ή κακόπιστη
πρόκληση πάνω στα μεγάλα
ζητήματα του κινήματος από όπου
κι αν προέρχεται, από εχθρούς ή
φίλους και συμμάχους. Ο
λενινισμός, έλεγε ο Τρότσκυ,
είναι φιλοπόλεμος από την κορυφή
ως τα νύχια. Κι αυτό όχι γιατί
αρέσει στους κομμουνιστές η
πολεμική για την πολεμική, σαν
άσκηση επί χάρτου. Ο θεωρητικός
και πολιτικός επανεξοπλισμός
της επαναστατικής πρωτοπορίας
στην Ελλάδα, προπαντός στις
σημερινές εκρηκτικές συνθήκες,
είναι όσο ποτέ αναγκαίος και
επείγων ενάντια σε κάθε τάση
ιδεολογικής παλινδρόμησης μέσα
στο κίνημα που μόνο σύγχυση,
παράλυση και διάλυση μπορεί να
προκαλέσει.
|