|
|
Πολιτικό καφενείο "Ο Μεγάλος Ανατολικός" |
|
|
Θέμα ΛΕΩΝ ΝΤΑΒΙΝΤΟΒΙΤΣ ΤΡΟΤΣΚΙ
|
ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Το άρθρο αυτό του ΛΕΟΝ ΤΡΟΤΣΚΙ που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα του St. Petesburg "Souremenny Mir" to 1910, και κριτικάρει την μπροσούρα του Μάξ Αντλερ "Ο σοσιαλισμός και οι διανοούμενοι" (Der Sozialismus und die Intellektuellen) που εκδόθηκε την ίδια χρονιά. Πριν δέκα χρόνια, ή ακόμα πριν έξι ή εφτά χρόνια, οι υπερασπιστές της ρώσικης υποκειμενικής σχολής της κοινωνιολογίας (οι "Σοσιαλ-επαναστάτες") θα μπορούσαν ίσως να χρησιμοποιήσουν με επιτυχία, για τους σκοπούς τους, το τελευταίο φυλλάδιο του αυστριακού φιλόσοφου Μάξ Αντλερ (σσ Εκδότης (αρχισυντάκτης) της "Wiener Arbeiterzeitung", 'οργανο του Αυστριακού Σοσιαλ-δημοκρατικού Κόμματος). Τα τελευταία, όμως, πέντε ή έξι χρόνια, έχουμε περάσει μέσα από μια τόσο βαθιά, αντικειμενική "σχολή κοινωνιολογίας" και τα μαθήματά της είναι γραμμένα πάνω στα κορμιά μας με τόσο εκφραστικά σημάδια, που και η πιο εύγλωττη αποθέωση των διανοουμένων, ακόμα κι αν προέρχονται από τη "Μαρξιστική" πέννα του Μάξ Αντλερ, δε θα μπορούσε να δώσει καμιά βοήθεια στον ρώσικο υποκειμενισμό. Αντίθετα, η μοίρα των Ρώσων υποκειμενιστών μας αποτελεί το πιό σοβαρό επιχείρημα ενάντια στους ισχυρισμούς και τα συμπεράσματα του Μάξ Αντλερ. Το αντικείμενο αυτού του φυλλάδιου είναι η σχέση ανάμεσα στους διανοούμενους και το σοσιαλισμό. Για τον Αντλερ αυτό δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο για θεωρητική ανάλυση αλλά και ένα ζήτημα συνείδησης. Θέλει να πείσει. Το φυλλάδιο του Αντλερ, βασισμένο σε μια ομιλία του σ΄ ένα ακροατήριο σοσιαλιστών σπουδαστών, είναι γεμάτο από φλογερή πεποίθηση. Το πνεύμα του προσηλυτισμού διαποτίζει αυτή τη μικρή εργασία, δίνοντας μια ειδική απόχρωση σε ιδέες που δεν διεκδικούν κανένα νεωτερισμό. Να κερδίσει τους διανοούμενους στα δικά του ιδανικά, να κατακτήσει την υποστήριξή τους με οποιοδήποτε κόστος, αυτή η πολιτική επιθυμία επικρατεί απόλυτα πάνω στην κοινωνική ανάλυση στο φυλλάδιο του Αντλερ, δίνοντάς του τον ιδιαίτερο τόνο που έχει και καθαρίζοντας τις αδυναμίες του. Τι είναι οι διανοούμενοι; Ο Αντλερ δίνει, φυσικά, στη γενική και αφηρημένη αυτή έννοια, όχι έναν ηθικό αλλά έναν κοινωνικό ορισμό: οι διανοούμενοι δεν είναι μια τάξη, ορισμένη από μια ιστορική αποστολή, αλλά το κοινωνικό στρώμα που αγκαλιάζει όλα τα επαγγέλματα "πνευματικής εργασίας". Αν και είναι δύσκολο να τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη "χειρονακτική" και την "πνευματική" εργασία, τα γενικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των διανοούμενων είναι αρκετά καθαρά, χωρίς να χρειάζεται να μπει κανείς σε περισσότερες λεπτομέρειες... Οι διανοούμενοι είναι μια ολόκληρη τάξη - ο Αντλερ τους χαρακτηρίζει σαν ενδοταξική ομάδα, αλλά ουσιαστικά δεν υπάρχει εδώ διαφορά - που υπάρχει μέσα στο σκελετό της αστικής κοινωνίας. Και για τον Αντλερ το ζήτημα είναι: ποιος ή τι κατέχει την καλύτερη θέση στην καρδιά αυτής της τάξης; Ποια ιδεολογία είναι από μια εσωτερική σχέση υποχρεωτική γι΄ αυτήν, σαν αποτέλεσμα της ίδιας της φύσης, των κοινωνικών της λειτουργιών; Ο Αντλερ απαντάει: η ιδεολογία του κολλεχτιβισμού. Ο Αντλερ δεν κλείνει τα μάτια του μπροστά στο γεγονός ότι οι ευρωπαίοι διανοούμενοι, όσοι δεν είναι ανοιχτά εχθρικοί στις ιδέες του κολλεχτιβισμού, στην καλύτερη περίπτωση στέκονται μακριά από τη ζωή και τους αγώνες των εργαζόμενων μαζών, χωρίς να τους κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Αλλά, όπως λέει, δε θα έπρεπε να είναι έτσι, δεν υπάρχει επαρκής αντικειμενική βάση για κάτι τέτοιο. Ο Αντλερ είναι αποφασιστικά αντίθετος με κείνους τους Μαρξιστές που αρνούνται την ύπαρξη των γενικών προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα μαζικό κίνημα των διανοουμένων προς τον σοσιαλισμό. "Υπάρχουν, διακηρύσσει στον πρόλογό του, αρκετοί, παράγοντες - αν και όχι καθαρά οικονομικοί, αλλά προερχόμενοι από μια άλλη σφαίρα - που μπορούν να επηρεάσουν ολόκληρη τη μάζα των διανοουμένων, ακόμα και ξέχωρα από την προλεταριακή κατάσταση που ζουν, σαν επαρκή κίνητρα γι΄ αυτούς, για να ενταχθούν στο σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα. Εκείνο που χρειάζεται είναι να αποκτήσουν οι διανοούμενοι συνείδηση της ουσιαστικής φύσης αυτού του κινήματος και της δικής τους κοινωνικής θέσης". Ποιοι είναι αυτοί οι παράγοντες; "Μια και το απαραβίαστο, και πάνω απ΄ όλα, η δυνατότητα της ελεύθερης ανάπτυξης των πνευματικών ενδιαφερόντων, λέει ο Αντλερ, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πιο ουσιαστικούς όρους της ζωής των διανοουμένων, το θεωρητικό ενδιαφέρον είναι, επομένως, σε πλήρη ισότητα με το οικονομικό ενδιαφέρον σ΄ ότι αφορά τους διανοούμενους. Έτσι, αν οι λόγοι της ένταξης των διανοούμενων στο σοσιαλιστικό κίνημα πρέπει ν΄ αναζητηθούν κυρίως έξω από την οικονομική σφαίρα, αυτό δεν εξηγείται λιγότερο από τις ιδιόμορφες ιδεολογικές συνθήκες ύπαρξης της πνευματικής εργασίας απ΄ ότι από το πολιτιστικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού", (σελ. 7). Ανεξάρτητα από την ταξική φύση ολόκληρου του κινήματος (στο κάτω κάτω αυτό δεν είναι παρά ένας δρόμος!), ανεξάρτητα από την καθημερινή κομματική - πολιτική του εικόνα (στο κάτω κάτω αυτό δεν είναι παρά ένα μέσο!); ο σοσιαλισμός από την ίδια του την ουσία, σαν ένα παγκόσμιο κοινωνικό ιδανικό, σημαίνει την απελευθέρωση όλων των μορφών της πνευματικής εργασίας από κάθε είδους κοινωνικο - ιστορικά δεσμά και περιορισμούς. Η προϋπόθεση αυτή, το όραμα αυτό δίνει την ιδεολογική γέφυρα από όπου οι διανοούμενοι της Ευρώπης μπορούν και πρέπει να περάσουν στο στρατόπεδο της Σοσιαλδημοκρατίας (σ.σ. Σ΄ αυτή την περίοδο, η λέξη Σοσιαλδημοκρατία αναφέρεται στο σοσιαλιστικό πολιτικό κίνημα, χωρίς να εννοεί αυτούς που πήραν το δρόμο της προδοσίας στη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Αυτή είναι η βασική άποψη του Αντλερ, που στην ανάπτυξή της αφιερώνει ολόκληρο το φυλλάδιό του. Το βασικό λάθος της, που χτυπάει αμέσως στο μάτι, είναι η μη - ιστορική της φύση. Η κοινωνική βάση για να μπουν οι διανοούμενοι στο στρατόπεδο του κολλεχτιβισμού πάνω στην οποία στηρίζεται ο Αντλερ υπάρχει πράγματι εκεί, εδώ και πολύ καιρό. Κι όμως δεν υπάρχει κανένα ίχνος, ούτε σε μια ευρωπαϊκή χώρα, οποιασδήποτε μαζικής κίνησης των διανοουμένων προς τη σοσιαλδημοκρατία. Ο Αντλερ, βέβαια, το βλέπει αυτό τόσο καλά όσο το βλέπουμε και εμείς. Αλλά προτιμάει να βλέπει σαν αιτία της αποξένωσης των διανοουμένων από το κίνημα της εργατικής τάξης το γεγονός ότι οι διανοούμενοι δεν καταλαβαίνουν το σοσιαλισμό. Με μια ορισμένη έννοια αυτό είναι αλήθεια. Αλλά στην περίπτωση αυτή πώς εξηγείται η επίμονη αυτή έλλειψη κατανόησης τη στιγμή που αυτοί κατανοούν πολλά άλλα εξαιρετικά πολύπλοκα ζητήματα: Είναι ολοφάνερο, δεν πρόκειται για την αδυναμία νόησης) που είναι ένα από τα καλύτερα της θεωρητικής λογικής τους, αλλά για τη δύναμη των μη λογικών στοιχείων της ταξικής τους ψυχολογίας. Ο ίδιος ο Αντλερ μιλάει γι΄ αυτό στο κεφάλαιό του ("Burgerliche Schranken des Verstandnisses" (Tα Αστικά Όρια στην Κατατού φυλλάδιου). Αλλά νομίζει, ελπίζει, είναι σίγουρος - και δώ ο θεωρητικός γίνεται ο καλύτερος ιεροκήρυκας - ότι η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία θα ξεπεράσει τα μή λογικά στοιχεία της ψυχοσύνθεσης των διανοητικά εργαζόμενων μόνο αν ξαναοικοδομήσει τη λογική των σχέσεών της μ΄ αυτούς. Οι διανοούμενοι δεν κατανοούν το σοσιαλισμό γιατί αυτός τους εμφανίζεται από μέρα σε μέρα με τη ρουτινιάρικη μορφή του σαν ένα πολιτικό κόμμα, ένα από τα πολλά, που είναι ακριβώς όπως τα άλλα. Αν, όμως, οι διανοούμενοι μπορέσουν να δουν το αληθινό πρόσωπο του σοσιαλισμού, σαν ένα παγκόσμιο πολιτιστικό κίνημα, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσουν σ΄ αυτό τις καλύτερες ελπίδες και εμπνεύσεις τους. Έτσι νομίζει ο Αντλερ. Φτάσαμε μέχρι δω χωρίς να εξετάσουμε αν στην πραγματικότητα οι καθαρά πολιτιστικές απαιτήσεις (ανάπτυξη της τεχνικής, της επιστήμης της Τέχνης) είναι πιό δυνατές σ΄ ότι αφορά τους διανοούμενους σαν τάξη, από τις ταξικές επιρροές που ακτινοβολούνται από την οικογένεια, το σχολείο, την εκκλησία και το κράτος ή τη φωνή των υλικών συμφερόντων. Αλλά ακόμα κι αν το δεχτούμε αυτό για χάρη της συζήτησης, αν συμφωνήσουμε να δούμε τους διανοούμενους πάνω απ΄ όλα σαν μια ένωση ιερέων του πολιτισμού που μέχρι τώρα απλά απότυχαν να συλλάβουν ότι η σοσιαλιστική ρήξη με την αστική κοινωνία είναι ο καλύτερος τρόπος να υπηρετήσουν τα συμφέροντα του πολιτισμού, και πάλι το ερώτημα παραμένει σ΄ όλη του την έκταση: μπορεί η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία να προσφέρει στους διανοούμενους, θεωρητικά και ηθικά, κάτι πιο πειστικό ή πιο ελκυστικό απ΄ ότι τους έχει προσφέρει μέχρι τώρα; Ο κολλεχτιβισμός έχει γεμίσει τον κόσμο με τον απόηχο του αγώνα του τώρα και κάμποσες δεκαετίες. Εκατομμύρια εργάτες έχουν ενωθεί σ΄ αυτή την περίοδο σε πολιτικές, συνδικαλιστικές, συνεταιριστικές, μορφωτικές και άλλες οργανώσεις. Μια ολόκληρη τάξη έχει ανυψώσει τον εαυτό της από τα βάθη της ζωής και έχει ανοίξει το δρόμο της στα ιερά άδυτα της πολιτικής που μέχρι τώρα θεωρούνταν σαν ιδιαίτερο προνόμιο των ιδιοχτητριών τάξεων. Μέρα με τη μέρα, ο σοσιαλιστικός τύπος - θεωρητικός, πολιτικός, συνδικαλιστικός - επανεκτιμάει τις αστικές αξίες, μεγάλες και μικρές, από τη σκοπιά ενός καινούργιου κόσμου. Δεν υπάρχει ούτε ένα ζήτημα της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής (ο γάμος, η οικογένεια, η ανατροφή, το σχολείο, η εκκλησία, ο στρατός, ο πατριωτισμός, η κοινωνική υγεία, η πορνεία) πάνω στο οποίο ο σοσιαλισμός να μην έχει αντιπαραθέσει την άποψή του απέναντι στην άποψη της αστικής κοινωνίας. Μιλάει σ΄ όλες τις γλώσσες της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Μέσα στις γραμμές του σοσιαλιστικού κινήματος δουλεύουν και παλεύουν άνθρωποι με διαφορετικά μυαλά και διάφορα ταμπεραμέντα, με διαφορετικό παρελθόν, κοινωνικούς δεσμούς και συνήθειες ζωής. Και αν παρόλα αυτά οι διανοούμενοι "δεν καταλαβαίνουν" το σοσιαλισμό, αν όλ΄ αυτά μαζί δεν είναι αρκετά να τους δώσουν τη δυνατότητα, να τους ωθήσουν να συλλάβουν την πολιτιστική - ιστορική σημασία του παγκόσμιου αυτού κινήματος, τότε, δεν θα έπρεπε να βγάλει κανείς το συμπέρασμα ότι οι αιτίες της μοιραίας αυτής έλλειψης κατανόησης πρέπει να είναι πολύ βαθιές και ότι οι προσπάθειες να ξεπεραστεί με φιλολογικά και θεωρητικά μέσα είναι από τη φύση τους χωρίς ελπίδα; Η ιδέα αυτή εμφανίζεται ακόμα πιό χτυπητά στο φως της ιστορίας. Το μεγαλύτερο κύμα διανοούμενων προς το σοσιαλιστικό κίνημα - κι αυτό ισχύει για όλες τις χώρες της Ευρώπης - εμφανίστηκε στην πρώτη περίοδο της ύπαρξης του κόμματος όταν ακόμα ήταν στην παιδική του ηλικία. Το πρώτο αυτό κύμα έφερε μαζί του τους πιο εξέχοντες θεωρητικούς και πολιτικούς της Διεθνούς. Όσο μεγάλωνε η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, όσο μεγαλύτερη μάζα εργατών ενώνονταν γύρω της, τόσο εξασθενούσε (όχι μονάχα σχετικά αλλά και απόλυτα) η εισροή φρέσκων στοιχείων από τη διανόηση. Η "Leipziger Volkszeitung" (s.s. Eφημερίδα του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) ζητούσε για πολύ καιρό, αλλά μάταια, μέσα από αγγελίες στις εφημερίδες έναν δημοσιογράφο με πανεπιστημιακή μόρφωση. Εδώ μας επιβάλλεται ένα συμπέρασμα - ένα συμπέρασμα που βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με τον Αντλερ: όσο πιό οριστικά αποκάλυπτε ο σοσιαλισμός το περιεχόμενό του, όσο ευκολότερο γινόταν για τον καθέναν και για όλους να κατανοήσουν την ιστορική αποστολή του, τόσο πιο οριστικά η διανόηση απομακρυνόταν απ΄ αυτόν. Αν κι αυτό δε σημαίνει ότι φοβούνταν τον ίδιο το σοσιαλισμό, είναι παρόλ΄ αυτά σαφές ότι στις καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης πρέπει να έχουν συμβεί μερικές βαθιές κοινωνικές που έχουν εμποδίσει τη συναδέλφωση των ανθρώπων του πανεπιστημίου με τους εργάτες, την ίδια στιγμή που διευκόλυναν το πέρασμα των εργατών στο σοσιαλιστικό κίνημα. Τι είδους αλλαγές ήταν αυτές: Τα πιο ευφυή άτομα, ομάδες και στρώματα από το προλεταριάτο έχουν μπει και μπαίνουν στη Σοσιαλδημοκρατία. Η ανάπτυξη και η συγκεντροποίηση της βιομηχανίας και των μεταφορών, απλά επιταχύνει αυτό το προτσές. Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικού είδους προτσές αυτό που αφορά την ιντελιγκέντσια. Η καταπληκτική καπιταλιστική ανάπτυξη των τελευταίων δύο δεκαετιών έχει αναμφισβήτητα ξαφρίσει αυτή την τάξη. Οι πιο ταλαντούχες δυνάμεις της διανόησης, εκείνες που διαθέτουν πρωτοβουλία και δύναμη σκέψης, έχουν αμετάκλητα απορροφηθεί από την καπιταλιστική βιομηχανία, από τα τραστ, τις εταιρίες σιδηροδρόμων και τις τράπεζες, που πληρώνουν με φανταστικούς μισθούς τις οργανωτικές τους ικανότητες. Οι διανοούμενοι δεύτερης σειράς μένουν για τις κρατικές υπηρεσίες, και τις κυβερνητικές θέσεις και παραπονούνται όσο και οι εκδότες εφημερίδων όλων των τάσεων για έλλειψη "ανθρώπων". Όσο για τους εκπρόσωπους της όλο και αυξανόμενης μισοπρολεταριακής ιντελιγκέντσιας - που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον αιώνια εξαρτημένο και υλικά ανασφαλή τρόπο ζωής τους - γι΄ αυτούς, που επιτελούν αποσπασματικές, δεύτερης κατηγορίας και όχι πολύ ελκυστικές λειτουργίες στον μεγάλο μηχανισμό της κουλτούρας, που τα πολιτιστικά τους ενδιαφέροντα επικαλείται ο Αντλερ, δεν μπορούν να είναι αρκετά δυνατοί ώστε να κατευθύνουν ανεξάρτητα τις πολιτικές τους συμπάθειες προς το σοσιαλιστικό κίνημα. Σ΄ αυτό προστίθεται το γεγονός ότι κάθε ευρωπαίος διανοούμενος για τον οποίο δεν αποκλείεται ψυχολογικά το πέρασμα στο στρατόπεδο του κολλεχτιβισμού, πρακτικά δεν έχει ελπίδα να κερδίσει μια θέση προσωπικής επιρροής στις γραμμές των προλεταριακών κομμάτων. Και αυτό το ζήτημα έχει αποφασιστική σημασία. Ένας εργάτης έρχεται στο σοσιαλισμό σαν τμήμα ενός συνόλου, μαζί με την τάξη του, από την οποία δεν έχει προοπτική να ξεφύγει. Ευχαριστιέται ακόμα και με το αίσθημα της ηθικής του ενότητας με τη μάζα, που του δίνει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και δύναμη. Ο διανοούμενος, όμως, έρχεται στο σοσιαλισμό, σπάζοντας τον ομφάλιο λώρο της τάξης του, σαν άτομο, σαν προσωπικότητα, και αναπόφευκτα προσπαθεί να ασκεί επιρροή σαν άτομο. Αλλά εδώ ακριβώς συναντάει εμπόδια - και καθώς περνάει ο καιρός τόσο και μεγαλύτερα γίνονται αυτά τα εμπόδια. Στις αρχές του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, ο κάθε διανοούμενος που προσχωρούσε, ακόμα κι αν δεν ξεπερνούσε τον μέσο όρο, κέρδιζε μια θέση καινουργιοφερμένος βρίσκει, στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, την κολοσσιαία δομή της εργατικής δημοκρατίας να υπάρχει ήδη. Χιλιάδες εργατικοί ηγέτες, που έχουν αυτόματα προωθηθεί από την τάξη τους, αποτελούν ένα συμπαγή μηχανισμό, που επικεφαλής του βρίσκονται τιμημένοι βετεράνοι, αναγνωρισμένου κύρους, φυσιογνωμίες που έχουν ήδη γίνει ιστορικές. Μόνο ένας άνθρωπος με εξαιρετικό ταλέντο θα μπορούσε σε αυτές τις συνθήκες να ελπίζει ότι θα κερδίσει μια ηγετική θέση - αλλά ένας τέτοιος άνθρωπος, αντί να πηδήσει πάνω από την άβυσσο προς ένα στρατόπεδο ξένο γι΄ αυτόν, προτιμάει να ακολουθήσει, βέβαια, το δρόμο της μικρότερης αντίστασης μέσα στο πεδίο της βιομηχανίας ή των κρατικών υπηρεσιών. Έτσι, στέκεται επίσης ανάμεσα στην ιντελιγκέντσια και τον σοσιαλισμό σαν χαράδρα, εκτός από όλα τα άλλα, ο οργανωτικός μηχανισμός της Σοσιαλδημοκρατίας. Προκαλεί δυσαρέσκεια ανάμεσα στους διανοούμενους που συμπαθούν τον σοσιαλισμό, από τους οποίους απαιτεί πειθαρχία και αυτοσυγκράτηση - μερικές φορές σε σχέση με τον υπερβολικό "ριζοσπαστισμό" τους - και τους καταδικάζει στο ρόλο μεμψίμοιρων παρατηρητών που οι συμπάθειές τους ταλαντεύονται ανάμεσα στον εθνικισμό και τον εθνικό φιλελευθερισμό. Ο "Σιμπλίσιμους" (σ.σ. Σατυρικό περιοδικό που εκδιδόταν στο Μόναχο) είναι η ανώτερη ιδεολογική σημαία τους. Με διάφορες παραλλαγές και σε διάφορους βαθμούς, αυτό το φαινόμενο επαναλαμβάνεται σ΄ όλες τις χώρες της Ευρώπης. Αυτοί οι άνθρωποι είναι, περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα, πολύ μπλαζέ, θα λέγαμε πολύ κυνικοί, για να μπορεί μια αποκάλυψη, ακόμα και η πιο συγκινητική, της πολιτιστικής σημασίας του σοσιαλισμού να κατακτήσει τις ψυχές τους. Μόνο σπάνιοι "ιδεολόγοι" - χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη και με την καλή και με την κακή της έννοια - μπορούν να προσχωρήσουν στις σοσιαλιστικές πεποιθήσεις κάτω από το ερέθισμα της καθαρής θεωρητικής σκέψης, με αφετηρία τους τις απαιτήσεις του νόμου, όπως στην περίπτωση του Αντον Μένγερ, (σ.σ. ένας αυστριακός δικαστής) ή τις απαιτήσεις της τεχνικής, όπως με τον "Ατλάντικους" (σ.σ. ψευδώνυμο του Κάρλ Μπαλόντ, ενός Λεττονο-γερμανού οικονομολόγου). Αλλά ακόμα και αυτοί, όπως ξέρουμε, δεν φτάνουν στο πραγματικό Σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, και η ταξική πάλη του προλεταριάτου στην εσωτερική της σχέση με τον σοσιαλισμό παραμένει γι΄ αυτούς βιβλίο εφτασφράγιστο. * * * * * * Όταν ο Αντλερ θεωρεί ότι είναι αδύνατο να κερδίσεις τους διανοούμενους στον κολλεχτιβισμό με ένα πρόγραμμα άμεσων υλικών κερδών, έχει απόλυτα δίκιο. Αλλά αυτό δε σημαίνει επίσης ότι δεν είναι δυνατό να κερδίσεις τους διανοούμενους με κανένα μέσο, ούτε ότι τα άμεσα υλικά συμφέροντα και οι ταξικοί δεσμοί δεν επηρεάζουν τους διανοούμενους πιο πειστικά απ΄ ότι όλες οι πολιτιστικές - ιστορικές προοπτικές που προσφέρει ο σοσιαλισμός. Αν εξαιρέσουμε το στρώμα εκείνο των διανοουμένων που είναι κατευθείαν στην υπηρεσία των εργαζόμενων μαζών, όπως γιατροί των εργατών, δικηγόροι, κλπ. (ένα στρώμα που, κατά γενικό κανόνα, αποτελείται από τους λιγότερο προικισμένους εκπροσώπους αυτών των επαγγελμάτων), τότε βλέπουμε ότι το πιο σημαντικό και με επιρροή τμήμα των διανοουμένων κερδίζει τα μέσα της ζωής του μέσα από το βιομηχανικό κέρδος, από το νοίκιασμα της γης ή από τον κρατικό προϋπολογισμό, κι έτσι, άμεσα ή έμμεσα εξαρτάται από την καπιταλιστική τάξη ή από το καπιταλιστικό κράτος. Αν εξεταστεί αφηρημένα, η υλική αυτή εξάρτηση αποκλείει μονάχα τη μαχητική πολιτική δραστηριότητα μέσα στις αντικαπιταλιστικές γραμμές, αλλά όχι και την πνευματική ελευθερία σε σχέση με την τάξη που τους δίνει δουλειά. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι έτσι. Η "πνευματική" ακριβώς φύση της δουλειάς που κάνουν οι διανοούμενοι αναπόφευκτα σχηματίζει έναν πνευματικό δεσμό ανάμεσα σ΄ αυτούς και στις ιδιοχτήτριες τάξεις. Οι διευθυντές των εργοστασίων και οι μηχανικοί με διοικητικά καθήκοντα αναγκαστικά βρίσκονται σ΄ έναν διαρκή ανταγωνισμό με τους εργάτες, ενάντια στους οποίους είναι υποχρεωμένοι να στηρίζουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Είναι αυταπόδεικτο ότι η λειτουργία που επιτελούν πρέπει, σε τελευταία ανάλυση, να προσαρμόζει τον τρόπο της σκέψης τους και τις απόψεις τους στον εαυτό της. Οι γιατροί και οι δικηγόροι παρόλη την τόσο ανεξάρτητη φύση της δουλειάς τους, πρέπει αναγκαστικά να είναι σε ψυχολογική επαφή με τους πελάτες τους. Ενώ ένας ηλεκτρολόγος μπορεί, κάθε μέρα, να τοποθετεί ηλεκτρικά σύρματα στα γραφεία των υπουργών των τραπεζιτών και των ερωμένων τους κι ωστόσο να παραμένει ο ίδιος, ενάντια σ΄ αυτό το γεγονός, το ζήτημα είναι διαφορετικό για έναν γιατρό που είναι υποχρεωμένος να βρει την κατάλληλη μέσα στην ψυχή και στη φωνή του μουσική για τα συναισθήματα και τις συνήθειες αυτών των προσώπων. Aκόμα περισσότερο, η επαφή αυτού του είδους, δεν συμβαίνει αναπόφευκτα μονάχα στην κορυφή της αστικής κοινωνίας. Οι σουφραζέτες του Λονδίνου πήραν για να τις υπερασπιστεί έναν δικηγόρο που υποστήριζε τις σουφραζέτες. Ένας γιατρός που κουράρει τις συζύγους των δημάρχων στο Βερολίνο ή τις συζύγους των "Χριστιανοσοσιαλιστών" καταστηματαρχών στη Βιέννη δύσκολα μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του την πολυτέλεια του ενθουσιασμού για τις πολιτιστικές προοπτικές του κολεχτιβισμού. Με τον ίδιο τρόπο όλ΄ αυτά ισχύουν για τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες, τους γλύπτες, τους ανθρώπους του θεάματος, όχι τόσο άμεσα και κατευθείαν αλλά όχι λιγότερο αδυσώπητα. Προσφέρουν στο κοινό τη δουλειά τους ή την προσωπικότητά τους και εξαρτιούνται από την επιδοκιμασία και τα λεφτά τους, κι έτσι, είτε μ΄ έναν ανοιχτό είτε μ΄ έναν καλυμμένο τρόπο υποτάσσουν τα δημιουργικά τους επιτεύγματα σ΄ αυτό το "μεγάλο τέρας" που τόσο περιφρονούν: το συρφετό των αστών. Η μοίρα της γερμανικής σχολής "νέων" συγγραφέων - πού, παρεπιπτόντως, ήδη αυτή τη στιγμή αποψιλώνεται στην κορυφή - δείχνει ότι αυτό αληθεύει οσοδήποτε άλλο. Το παράδειγμα του Ι. Γκόρκι, που εξηγείται από τις συνθήκες της εποχής όπου αυτός μεγάλωσε είναι μια εξαίρεση που απλά αποδείχνει τον κανόνα: η αδυναμία του να προσαρμοστεί στον αντεπαναστατικό εκφυλισμό των διανοουμένων του στέρησε πολύ γρήγορα τη "δημοτικότητά" του. Εδώ αποκαλύπτεται, για μια ακόμα φορά, η βαθιά κοινωνική διαφορά ανάμεσα στις συνθήκες της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Παρόλο που υποδουλώνει τους μυς και εξαντλεί το σώμα, η δουλειά στο εργοστάσιο είναι ανίσχυρη να υποτάξει στον εαυτό της το μυαλό του εργάτη. Όλα τα μέτρα με τα οποία επιχειρήθηκε να ελεγχθεί αυτό, τόσο στην Ελβετία όσο και στη Ρωσία, αποδείχτηκαν στο σύνολό τους άκαρπα. Από φυσικά άποψη, το μυαλό του εργάτη, είναι ασύγκριτα πιο ελεύθερο. Ο συγγραφέας δεν είναι υποχρεωμένος να σηκώνεται όταν χτυπάει η σειρήνα, πίσω από την πλάτη του γιατρού δεν στέκεται ο επιστάτης, και δεν κάνουν έρευνα στις τσέπες του δικηγόρου όταν φεύγει από το δικαστήριο. Αλλά σε αντάλλαγμα, είναι υποχρεωμένοι όχι απλά να πουλούν την εργατική τους δύναμη, όχι απλά να πουλούν την ένταση των μυών τους, αλλά ολόκληρη την προσωπικότητά τους σαν ανθρώπινα όντα - και όχι από φόβο αλλά συνειδητά. Σαν αποτέλεσμα, οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν και δεν μπορούν να δουν ότι η επαγγελματική τους στολή δεν είναι τίποτε άλλο από μια στολή φυλακισμένου, ωστόσο πιο κομψή από τις συνηθισμένες. Τέλος 1ου μέρους Συνέχεια
03/02/2003 |
|
|
|
|
|||
|
|
||||
|
από Μάιο 2002 |